5 Φεβρουαρίου 2023

Συνέβη 9 Δεκεμβρίου στην Ελλάδα και τον κόσμο

9 Δεκεμβρίου 2022

Είναι η 343η ημέρα του έτους κατά το Γρηγοριανό ημερολόγιο.
Υπολείπονται 022 ημέρες για τη λήξη του
🌅  Ανατολή ήλιου: 07:29 – Δύση ήλιου: 17:05
– Διάρκεια ημέρας: 9 ώρες 36 λεπτά
🌕  Σελήνη 15.9 ημερών
Χρόνια πολλά στις: Άννα, Αννίτα, Αννέτα, Ανναμπέλλα, Ανναμαρία, Ανέζα και Άννη.

 

 

Γεγονότα

 

 

1912 – Το υποβρύχιο «Δελφίν», με κυβερνήτη τον Υποπλοίαρχο Στέφανο Παπαρρηγόπουλο, επιτίθεται με τορπίλες κατά του τουρκικού θωρηκτού «Μετζιτιέ». Είναι η πρώτη αναφερόμενη στην παγκόσμια ναυτική ιστορία επιχείρηση υποβρυχίου με τορπίλη. Δελφίν Ι (Υποβρύχιο) / 64, 49 (Υποβρύχιο τύπου ‘LAUBEUE’). Παραγγέλθηκε από την Ελληνική Κυβέρνηση στα Γαλλικά Ναυπηγεία ‘SCHNEIDER’ τον Σεπτέμβριο του 1910. Ιδίου τύπου υποβρύχια Ξιφίας Ι και Δελφίν Ι.Εκτόπισμα: 310/460 ΤΝ. – Ταχύτητα : 13/8,5 κόμβους. – Μέγιστο βάθος κατάδυσης : 36 μέτρα. – Ακτίνα ενεργείας με 8 κόμβους 2 ώρες. Με 6 κόμβους 7.5 ώρες και με 4,5 κόμβους 17,5 ώρες. – Οπλισμός : 4 εκτοξευτήρες τορπιλών των 45 εκ. εξωτερικά του σκάφους κάτω από το ξύλινο κατάστρωμα. Δύο ΠΡ και 2 ΠΜ με γωνία 5 κατά το διάμηκες. 1 Τ/Σ εσωτερικώς του ΠΡ διαμέρισμα. Φόρτος συνολικά 6 τορπίλες ‘Σβάρτσκου’, πέντε σε θέσεις εκτόξευσης και μία εφεδρική. Παραλήφθηκε στις 5 Οκτωβρίου 1912. Το ‘ΔΕΛΦΙΝ’ κατέπλευσε στο Ναύσταθμο εγκαίρως για να λάβει μέρος στους πολέμους 1912-1913. Κατά τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο στις 9 Δεκεμβρίου του 1912 το τουρκικό καταδρομικό Μετζητιέ, συνοδευόμενο από τέσσερα αντιτορπιλικά, συνεπλάκη με τέσσερα ελληνικά αντιτορπιλικά τύπου «Λέοντος» κοντά στη Τένεδο. Τότε σημειώθηκε ανεπιτυχής επίθεση με τορπίλες από το ελληνικό υποβρύχιο Δελφίν με κυβερνήτη τον υποπλοίαρχο Ιωάννη Αργυρόπουλο. Μετά την ανεπιτυχή επίθεση το υποβρύχιο Δελφίν καταδιώχθηκε από τα τουρκικά αντιτορπιλικά με συνέπεια να καταδυθεί σε μεγάλο βάθος προς τα Μαυρονήσια. Αμέσως μετά την επίθεση αυτή και ενώ βρίσκονταν εν καταδύσει, προσάραξε και για να απελευθερωθεί αναγκάστηκε να αφήσει τα μολυβένια βάρη ασφαλείας του. Αυτό του στέρησε τη δυνατότητα συμμετοχής στις υπόλοιπες επιχειρήσεις μέχρι το τέλος του πολέμου. Στη συνέχεια έφτασε από το Μούδρο το θωρηκτό Αβέρωφ για να απαλλάξει τα ελληνικά πλοία από την τουρκική απειλή. Κατά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο κατασχέθηκε από τους Γάλλους μαζί με το Υ/Β ΞΙΦΙΑΣ. Όταν επεστράφησαν βρέθηκαν σε πολύ κακή κατάσταση. Διατηρήθηκε στην ενεργεία μέχρι και το 1920, οπότε και παροπλίστηκε.

 

1970 – Το ζεύγος Κωνσταντίνου και Αμαλίας Καραμανλή υποβάλει αίτηση διαζυγίου σε γαλλικό δικαστήριο. Οι δυο τους παντρεύτηκαν το 1951 και πήραν διαζύγιο το 1972. Στη διάρκεια αυτού, η Αμαλία Μεγαπάνου στάθηκε διακριτικά στο πλευρό του Έλληνα πολιτικού, κλέβοντας όμως σε όλες τις δημόσιες εμφανίσεις τους τις εντυπώσεις, κυρίως λόγω του στυλ της. Δεν ήταν άλλωστε τυχαίο πως χαρακτηρίστηκε από πολλούς ως μία από τις πιο κομψές Πρώτες Κυρίες.
Ήταν, όμως, και μία καλλονή της εποχής, ευγενική, με μόρφωση και από καλή, μεγαλοαστική οικογένεια της Πάτρας (ήταν ανιψιά του πολιτικού και φιλοσόφου Παναγιώτη Κανελλόπουλου). Μάλιστα, όπως έγραφε και ο Τύπος της εποχής, η Αμαλία Μεγαπάνου με το στυλ της εντυπωσίασε ακόμα και την Τζάκι Κένεντι στην ιστορική συνάντηση των δύο πολιτικών ζευγαριών στον Λευκό Οίκο.
Ωστόσο, ο γάμος της με τον σπουδαίο Έλληνα πολιτικό δεν ήταν πάντα ρόδινος. Δύσκολος χαρακτήρας εκείνος, έκανε την κοινή τους συμβίωση να είναι και αυτή δύσκολη. Κάτι που το είχε παραδεχτεί και ο ίδιος. Η Μεγαπάνου ακολούθησε τον Καραμανλή στο Παρίσι και από εκεί το 1970 ήρθαν κι «έπεσαν» στην Ελλάδα σαν κεραυνός εν αιθρία τα νέα πως το ζευγάρι χωρίζει.
Ήταν την περίοδο που κατέθεσαν αίτηση διαζυγίου σε γαλλικό δικαστήριο, προκαλώντας μεγάλη έκπληξη. Το διαζύγιο βγήκε δύο χρόνια αργότερα, ενώ η Μεγαπάνου δεν μίλησε ποτέ δημόσια για το γάμο και το διαζύγιό της με τον Καραμανλή, τηρώντας όλα αυτά τα χρόνια σιγή ιχθύος. Οι δυο τους δεν απέκτησαν ποτέ παιδιά.
Έναν χρόνο μετά το διαζύγιο και συγκεκριμένα στις 17 Μαΐου 1973 παντρεύτηκε τον μαιευτήρα Επαμεινώνδα Μεγαπάνο, του οποίου το επίθετο πήρε και χρησιμοποίησε κατά τη διάρκεια της συγγραφικής της καριέρας.
Γεννήθηκε στην Αθήνα και ήταν κόρη του Αναστάσιου Κανελλόπουλου, αδερφού του πολιτικού και φιλοσόφου Παναγιώτη Κανελλόπουλου. Το 1951 παντρεύτηκε με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και η σχέση τους κράτησε μέχρι το 1972, όταν και πήραν διαζύγιο.
Ύστερα από αυτό τον γάμο παντρεύτηκε τον μαιευτήρα Επαμεινώνδα Μεγαπάνο στις 17 Μαΐου 1973, του οποίου το όνομα πήρε και χρησιμοποίησε κατά τη διάρκεια της συγγραφικής της καριέρας.

 

1987 – Ξεσπά εξέγερση των Παλαιστινίων κατά των Ισραηλινών στη Λωρίδα της Γάζας και τη Δυτική Όχθη, γνωστή και ως πρώτη Ιντιφάντα. Η πρώτη Ιντιφάντα ή πρώτη Παλαιστινιακή Ιντιφάντα ήταν εξέγερση των Παλαιστινίων ενάντια στην κατοχή της Δυτικής Όχθης και της Γάζας από το Ισραήλ, η οποία έλαβε χώρα από το Δεκέμβριο του 1987 μέχρι το συνέδριο της Μαδρίτης το 1991, αν και μερικοί τοποθετούν τη λήξη της το 1993, με την υπογραφή των συμφώνων του Όσλου. Κατά τη διάρκεια της εξέγερσης έχασαν τη ζωή τους περίπου 1.500 Παλαιστίνιοι και περίπου 400 Ισραηλινοί. Το αποτέλεσμα των ειρηνευτικών διαδικασιών ήταν η δημιουργία της Παλαιστινιακής Αρχής και η αναγνώριση του Ισραήλ από την Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης.

 

 

1990 – Ο Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς εκλέγεται πρόεδρος της Σερβίας, στις πρώτες ελεύθερες εκλογές έπειτα από 50 χρόνια. Στις 16 Απριλίου 1984 ο Μιλόσεβιτς εξελέγη πρόεδρος της Δημοτικής Επιτροπής του Βελιγραδίου της Ενωσης Γιουγκοσλάβων Κομμουνιστών. Στις 21 Φεβρουαρίου 1986 η Σοσιαλιστική Συμμαχία του Εργαζόμενου Λαού τον υποστήριξε ομόφωνα ως υποψήφιο πρόεδρο της Κεντρικής Επιτροπής της Ένωσης Κομμουνιστών της Σερβίας . Ο Μιλόσεβιτς εξελέγη στο 10ο συνέδριο της Ένωσης Κομμουνιστών της Σερβίας στις 28 Μαΐου 1986.
Ο Μιλόσεβιτς ξεχώρισε δυναμικά το 1987 ως δύναμη στη Σερβική πολιτική όταν διακήρυξε την υποστήριξή του στους Σέρβους στη Σερβική αυτόνομη επαρχία του Κοσσυφοπεδίου, που ισχυρίζονταν ότι καταπιέζονταν από την επαρχιακή κυβέρνηση, όπου κυριαρχούσε η πλειοψηφική εθνότητα ομάδα του Κοσσυφοπεδίου, οι Αλβανοί. Ο Μιλόσεβιτς ισχυρίστηκε ότι οι εθνικές Αλβανικές αρχές είχαν καταχραστεί τις εξουσίες τους, ότι η αυτονομία του Κοσσυφοπεδίου επέτρεπε την εδραίωση εκεί του αποσχιστικού κινήματος και ότι τα δικαιώματα των Σέρβων στην επαρχία παραβιάζονταν συστηματικά. Ως λύση ζήτησε πολιτικές αλλαγές για να μειώσει την αυτονομία, να προστατεύσει τα δικαιώματα της Σερβικής μειονότητας και να επιφέρει έντονη καταστολή του αποσχιστικού κινήματος στο Κοσσυφοπέδιο.
Ο Μιλόσεβιτς κατηγορήθηκε από αντιπάλους του ότι αυτός και οι σύμμαχοί του προσπαθούσαν να ενισχύσουν τη θέση των Σέρβων στη Γιουγκοσλαβία εις βάρος των Αλβανών του Κοσσυφοπεδίου και άλλων εθνικοτήτων, μια πολιτική την οποία κατηγόρησαν ότι ήταν εθνικιστική, πράγμα που ήταν ταμπού για το Γιουγκοσλαβικό Κομμουνιστικό σύστημα και ουσιαστικά πολιτικό έγκλημα, καθώς ο εθνικισμός θεωρείτο παραβίαση της δέσμευσης των Γιουγκοσλάβων Κομμουνιστών για Αδελφότητα και Ενότητα. Ο Μιλόσεβιτς απέρριπτε πάντοτε τους ισχυρισμούς ότι ήταν εθνικιστής ή ότι εκμεταλλεύτηκε το Σερβικό εθνικισμό για την άνοδό του στην εξουσία. Σε συνέντευξή του στο TIME το 1995 υπερασπίστηκε τον εαυτό του για τις κατηγορίες αυτές ισχυριζόμενος ότι ενεργούσε για όλες τις εθνότητες της Γιουγκοσλαβίας (αν και δεν έκανε καμία άμεση ή έμμεση αναφορά σε Σλαβομακεδόνες ή Μαυροβούνιους, που συχνά θεωρούντο από τους Σέρβους εθνικιστές ως Σέρβοι, ως προς την εθνική τους κληρονομιά) : “Όλες οι ομιλίες μου μέχρι το ’89 δημοσιεύτηκαν στο βιβλίο μου: βλέπετε ότι δεν υπήρχε εθνικισμός σε αυτές τις ομιλίες, εξηγούσαμε γιατί πιστεύουμε ότι είναι καλό να διατηρήσουμε τη Γιουγκοσλαβία για όλους τους Σέρβους, όλους τους Κροάτες, όλους τους Μουσουλμάνους και όλους τους Σλοβένους ως κοινή μας χώρα. Τίποτα άλλο. ”
Καθώς η εχθρότητα μεταξύ Σέρβων και Αλβανών στο Κοσσυφοπέδιο βάθυνε τη δεκαετία του 1980, ο Μιλόσεβιτς εστάλη για να απευθυνθεί σε ένα πλήθος Σέρβων στην ιστορική πεδιάδα του Κοσσυφοπεδίου στις 24 Απριλίου 1987. Ενώ ο Μιλόσεβιτς μιλούσε στην ηγεσία μέσα στο τοπικό πολιτιστικό κέντρο, διαδηλωτές έξω από αυτό συγκρούονταν με την τοπική αστυνομία των Αλβανών του Κοσσυφοπεδίου. Οι New York Times ανέφεραν ότι “ένα πλήθος 15.000 Σέρβων και Μαυροβουνίων πετούσε πέτρες στην αστυνομία, όταν χρησιμοποίησε κλομπ για να τους απομακρύνουν από την είσοδο του πολιτιστικού κέντρου του Κόσοβο Πόλιε”.
Ο Μιλόσεβιτς άκουσε τη φασαρία και βγήκε έξω για να ηρεμήσει την κατάσταση. Μια βιντεοκασέτα της εκδήλωσης δείχνει το Μιλόσεβιτς να απαντά σε καταγγελίες από το πλήθος ότι η αστυνομία τους κτυπούσε λέγοντας “δεν θα σας κτυπήσουν”. Αργότερα εκείνο το βράδυ η Σερβική τηλεόραση πρόβαλε το βίντεο της συνάντησης του Μιλόσεβιτς. Στο βιογραφικό του Μιλόσεβιτς ο Ανταμ ΛεΜπορ αναφέρει ότι το πλήθος επιτέθηκε στην αστυνομία και η απάντηση του Μιλόσεβιτς ήταν «Κανείς δεν θα τολμήσει να σας ξανακτυπήσει!». Ωστόσο η Ομοσπονδιακή Γραμματεία του Υπουργείου Εσωτερικών της ΣΟΔΓ καταδίκασε τη χρήση από την αστυνομία κλομπ από καουτσούκ ως παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 100 και 101 του εσωτερικού κανονισμού για τη διαδικασία “επιβολής του νόμου”, έχοντας διαπιστώσει ότι “η συνολική συμπεριφορά των πολιτών στο μαζικό συλλαλητήριο μπροστά από το πολιτιστικό κέντρο στο Κόσοβο Πόλιε δεν μπορεί να εκτιμηθεί ως αρνητική ή εξτρεμιστική και δεν υπήρξε σημαντική παραβίαση του νόμου και της τάξης”. Αν και ο Μιλόσεβιτς απευθυνόταν μόνο σε μια μικρή ομάδα ανθρώπων γύρω του – όχι στο σύνολο, έχει αποδοθεί μεγάλη σημασία σε αυτή την παρατήρηση. Ο Στάμπολιτς, μετά τη θητεία του του ως Προέδρου, δήλωσε ότι είχε δει εκείνη την ημέρα ως “το τέλος της Γιουγκοσλαβίας”.
Ο Ντράγκισα Πάβλοβιτς, σύμμαχος του Στάμπολιτς και διάδοχος του Μιλοσεβιτς, επικεφαλής της κομματικής Επιτροπής του Βελιγραδίου, αποβλήθηκε από το κόμμα κατά την 8η σύνοδο της Ένωσης Κομμουνιστών της Σερβίας, όταν επέκρινε δημοσίως την πολιτική του Κόμματος στο Κοσσυφοπέδιο. Η κεντρική επιτροπή ψήφισε με συντριπτική πλειοψηφία την αποβολή του: 106 μέλη ψήφισαν υπέρ, 8 ψήφισαν κατά και 18 απείχαν. Ο Στάμπολιτς αποβλήθηκε επίαης μετά την επίπληξή του από τους κομμουνιστές αξιωματούχους του Βελιγραδίου ότι καταχράσθηκε του αξιώματός του κατά την υπόθεση Πάβλοβιτς. Ο Στάμπολιτς κατηγορήθηκε ότι απέστειλε μυστική επιστολή στο Προεδρείο του Κόμματος, σε μια προσπάθεια κατάχρησης του βάρους της θέσης του ως Προέδρου της Σερβίας, για να εμποδίσει την ψηφοφορία στην κεντρική επιτροπή για την απομάκρυνση του Παβλόβιτς από το κόμμα.
Το 2002 ο Ανταμ ΛεΜπορ και ο Λούι Σελ έγραψαν ότι ο Πάβλοβιτς πραγματικά αποβλήθηκε επειδή αντιτάχθηκε στην πολιτική του Μιλόσεβιτς έναντι των Σέρβων του Κοσσυφοπεδίου. Υποστηρίζουν ότι, αντίθετα με τις συμβουλές του Στάμπολιτς, ο Μιλόσεβιτς είχε καταγγείλει τον Παβλόβιτς ως ήπιο προς τους Αλβανούς ριζοσπάστες. Οι ΛεΜπορ και Λούι Σελ ισχυρίζονται ότι ο Μιλόσεβιτς προετοίμασε το έδαφος για την άνοδό του στην εξουσία με την αθόρυβη αντικατάσταση των υποστηρικτών του Στάμπολιτς με δικούς του ανθρώπους, απομακρύνοντας έτσι από την εξουσία τον Πάβλοβιτς και το Στάμπολιτς.
Το Φεβρουάριο του 1988 η παραίτηση του Στάμπολιτς επισημοποιήθηκε, επιτρέποντας στο Μιλόσεβιτς να πάρει τη θέση του ως προέδρου της Σερβίας. Ο Μιλόσεβιτς ξεκίνησε τότε ένα πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων ελεύθερης αγοράς, υποστηριζόμενο από το ΔΝΤ, δημιουργώντας το Μάιο του 1988 την «Επιτροπή Μιλόσεβιτς», που περιλάμβανε τους κορυφαίους νεοφιλελεύθερους οικονομολόγους του Βελιγραδίου.

 

2002 – Ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ, Κόφι Ανάν, παραδίδει στην ελληνοκυπριακή και την τουρκοκυπριακή πλευρά το αναθεωρημένο σχέδιό του για επίλυση του Κυπριακού («Σχέδιο Ανάν»). Μετά το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή το 1974 στην Κύπρο, οι τούρκικες δυνάμεις έλεγχαν το 38% του εδάφους, ενώ υπήρξε και ανταλλαγή πληθυσμού το 1975. Από τότε, υπήρξαν διάφορες πρωτοβουλίες για επίλυση του Κυπριακού, σχεδόν όλες υπό την επίβλεψη του ΓΓ του ΟΗΕ, ωστόσο όλες αποτύγχαναν. Τον Δεκέμβριο 1999, ξεκίνησαν ξανά εκ του σύνεγγυς συνομιλίες για προετοιμασία του εδάφους για ουσιαστικές διαπραγματεύσεις. Τότε πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας ήταν ο Γλαύκος Κληρίδης, ηγέτης των Τουρκοκυπρίων ο Ραούφ Ντενκτάς και Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ ο Κόφι Ανάν με ειδικό του Σύμβουλο για τον Κυπριακό τον Άλβαρο ντε Σότο. Ο Κόφι Ανάν υπέβαλε Σχέδιο για συνολική επίλυση του Κυπριακού. Η αρχική του μορφή (το αποκαλούμενο σήμερα σχέδιο Ανάν Ι) παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις 11 Νοεμβρίου 2002 και το δεύτερο αναθεωρημένο σχέδιο στις 10 Δεκεμβρίου 2002 (Σχέδιο Ανάν ΙΙ). Στις 26 Φεβρουαρίου 2003 υπεβλήθη το Σχέδιο ΙΙΙ. Ακολούθησε η εκλογή του Τάσου Παπαδόπουλου στις προεδρικές εκλογές του 2003. Τον Μάρτιο του 2004 παρουσιάστηκε η πέμπτη και τελική μορφή του σχεδίου. Παρότι ο Κόφι Ανάν ήθελε να παρουσιάσει ένα σχέδιο προερχόμενο μόνο από τις διαπραγματεύσεις των δυο κοινοτήτων, προ του συνεχιζόμενου αδιεξόδου, αναγκάστηκε να τελειώσει το κείμενο μόνος του.

 

2008 – Σε κλίμα οδύνης κηδεύεται στο Νεκροταφείο του Παλαιού Φαλήρου ο 16χρονος μαθητής Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος, που σκοτώθηκε από σφαίρα ειδικού φρουρού στα Εξάρχεια. Επαφές του πρωθυπουργού με τους πολιτικούς αρχηγούς και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. «Ο ΣΥΡΙΖΑ χαϊδεύει τα αυτιά των κουκουλοφόρων» δηλώνει η Αλέκα Παπαρήγα και προκαλεί αίσθηση. Στην κηδεία είχε συγκεντρωθεί πλήθος κόσμου από ενώ έξω από το νεκροταφείο είχαν σημειωθεί συγκρούσεις ανάμεσα σε διαδηλωτές και δυνάμεις των ΜΑΤ.
Γενικότερα το κέντρο της Αθήνας θα μετατραπεί σε πεδίο μάχης εκείνες της ημέρες, με την τα πλάνα να κάνουν τον γύρο του κόσμου. Ο τότε πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής καλεί τους αρχηγούς των κομμάτων για διαβουλεύσεις, ενώ έχει απευθύνει διάγγελμα στο οποίο θα κάβνει κάνει λόγο για εκμετάλλευση ενός θλιβερού γεγονότος. «Αυτές οι μέρες είναι του Αλέξη» φώναζαν από την πλευρά τους οι διαδηλωτές που τις επόμενες ημέρες πλημμύρισαν τους δρόμους της Αθήνας και άλλων πόλεων.

 

 

 

Γεννήσεις

 

 

1842 – Πιοτρ Κροπότκιν (Ρώσικα Пётр Алексеевич Кропоткин) (Μόσχα, 9 Δεκεμβρίου 1842 – Ντμιτρόφ, 8 Φεβρουαρίου 1921) ήταν εξέχων Ρώσος αναρχικός και ένας από τους πρώτους θεωρητικούς του αναρχοκομμουνισμού. Αναδείχτηκε σε ποικίλους τομείς, από τη γεωγραφία και τη ζωολογία μέχρι την κοινωνιολογία και την ιστορία. Αριστοκρατικής καταγωγής, γιος του πρίγκιπα Αλεξέι Πέτροβιτς Κροπότκιν, εκπαιδεύτηκε στο επίλεκτο σώμα των ακολούθων στην Αγία Πετρούπολη. Το 1871 αρνήθηκε τη θέση του γραμματέα της Ρωσικής γεωγραφικής Εταιρείας και εγκατέλειψε τα προνόμιά του και έζησε στην Αγγλία, τη Γαλλία και την Ελβετία όπου εργάστηκε για τη διάδοση των αναρχικών ιδεών. Πριν φύγει για τη Ρωσία έγραψε ένα γράμμα στους The Times του Λονδίνου με το οποίο ευχαριστούσε τον αγγλικό λαό για τη φιλοξενία του κατά τη διαμονή του εκεί.
Κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, υποστήριξε τη Γαλλία, τη Ρωσία και τις συμμαχικές της δυνάμεις εναντίον της Γερμανίας, μια κίνηση που προκάλεσε έκπληξη ανάμεσα σε συντρόφους του. Ο Μαλατέστα τον κατηγόρησε πως εγκαταλείπει τις θεμελιώδεις αναρχικές αρχές,[12] και τελικά ο Κροπότκιν αποξενώθηκε από την κύρια τάση του αναρχικού κινήματος της εποχής. Επέστρεψε στη Ρωσία τον Ιούνιο του 1917 όπου τον υποδέχτηκαν ο Αλεξάντερ Κερένσκυ και ένα πλήθος 60.000 ατόμων. Ο Κερένσκυ μετά από κάποιο διάστημα πρότεινε στον Κροπότκιν να αναλάβει το υπουργείο Παιδείας, πρόταση την οποία απέρριψε αμέσως. Ο Κροπότκιν αρχικά ενθουσιάστηκε από την νέα κατάσταση μετά την Ρωσική Επανάσταση, μετέπειτα όμως άσκησε σκληρή κριτική κυρίως μέσω επιστολών που έστελνε στον Λένιν.
Ένα κρυολόγημα στα μέσα Ιανουαρίου του 1921, επιδείνωσε τη βρογχίτιδα από την οποία έπασχε, η οποία εξελίχθηκε σε πνευμονία. Ο Λένιν όταν πληροφορήθηκε ότι ο Κροπότκιν αρρώστησε, έστειλε ειδικό τραίνο με γιατρούς και τρόφιμα στο Ντμιτρόφ. Η υγεία του όμως ήταν αρκετά επιβαρυμένη και συνεχώς χειροτέρευε. Το πρωί της 8ης Φεβρουαρίου του 1921 πέθανε. Η κηδεία του ήταν η τελευταία μαζική συγκέντρωση αναρχικών στην Ρωσία.

 

1859 – Γεώργιος Δροσίνης. Γεννήθηκε το 1859 σε ένα αρχοντικό της Πλάκας στην Αθήνα από γονείς Μεσολογγίτες. Ήταν γιος του Χρήστου Δροσίνη, που εργαζόταν ως ανώτατος υπάλληλος στο Υπουργείο Οικονομικών και της Αμαλίας Πετροκόκκινου, της οποίας η οικογένεια είχε κατεβεί στην Αθήνα με τον Καποδίστρια. Η οικογένεια του Δροσίνη, εκτός από εύπορη ήταν και γνωστή για τη συνεισφορά της στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα του 1821. Παππούς του ήταν ο Γιώργης Καραγιώργης, που σκοτώθηκε στην Έξοδο του Μεσολογγίου το 1826 ενώ ο προπάππος του ήταν ο Καπετάν-Αναστάσης Δροσίνης, γνωστός και ως ο Πρωτοκλέφτης των Αγράφων.
Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο των Αθηνών και μεταγράφηκε στη φιλοσοφική σχολή μετά από σύσταση του Νικόλαου Πολίτη. Το 1885 συνέχισε τις σπουδές του στην Ιστορία της τέχνης στο εξωτερικό, στα Πανεπιστήμια της Λειψίας, της Δρέσδης και του Βερολίνου, στη Γερμανία,[1] χωρίς όμως να πάρει κάποιο πτυχίο. Επίσης ανήκε στον κύκλο των προοδευτικών ποιητών, μαζί με τους Νίκο Καμπά και Κωστή Παλαμά, που επιδίωκαν να ανανεώσουν τον ποιητικό τους λόγο και να καθιερώσουν την δημοτική ως επίσημη γλώσσα της λογοτεχνίας
Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα ανέλαβε τη διεύθυνση του περιοδικού “Η Εστία”, το οποίο μετέτρεψε σε καθημερινή εφημερίδα το 1894. Παράλληλα με την λογοτεχνική προσφορά του, συνεισέφερε σημαντικά σε πολλούς τομείς της πνευματικής και κοινωνικής ζωής της χώρας: ήταν γραμματέας του “Συλλόγου προς διάδοση ωφελίμων βιβλίων” που είχε ιδρύσει ο Δημήτριος Βικέλας από το 1899. Ιδρυτής του Ημερολογίου της Μεγάλης Ελλάδας το 1922, διευθυντής του Τμήματος Γραμμάτων και Καλών Τεχνών του Υπουργείου Παιδείας 1914-1920 και 1922-1923 και τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών από την ίδρυσή της το 1926.
Το 1918 αγόρασε μαζί με τον αδελφό του το σπίτι του θείου τους Διομήδη Κυριακού στην Κηφισιά και από το 1939 έμενε μόνιμα στο οίκημα αυτό που είχε μετονομασθεί σε έπαυλη Αμαρυλλίδα. Έζησε εκεί τα δύσκολα χρόνια του πολέμου και της κατοχής μέχρι το τέλος της ζωής του την 3 Ιανουαρίου 1951. Το σπίτι αυτό έχει αναπαλαιωθεί, είναι σήμερα ιδιοκτησία του Δήμου Κηφισιάς και στεγάζει τη Δημοτική Βιβλιοθήκη Κηφισιάς από το 1991 και το Μουσείο Δροσίνη από το 1997.
Στο μουσείο αυτό υπάρχει μέσα ολόκληρο το έργο του Δροσίνη και το οποίο περιλαμβάνει: τις πρώτες εκδόσεις των βιβλίων του, περιοδικά και λεξικά, προσωπικά αντικείμενα του ποιητή και πλούσιο λαογραφικό υλικό.
Στον 1ο όροφο βρίσκεται η δανειστική βιβλιοθήκη και το τμήμα των ηλεκτρονικών υπολογιστών με ελεύθερη πρόσβαση στο Ίντερνετ.
Η αριστερή αίθουσα του 2ου ορόφου περιλαμβάνει: Συλλογές βιβλίων παλιά αναγνωστικά, οικογενειακές φωτογραφίες και τις πρώτες εκδόσεις του Ιστορικού λεξικού της Νέας Ελληνικής της Ακαδημίας των Αθηνών, το Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών που απονεμήθηκε στον Δροσίνη, την ιδιόγραφη διαθήκη του και διάφορα άλλα προσωπικά αντικείμενά του.
Η δεξιά αίθουσα του 2ου ορόφου περιλαμβάνει: Ολόκληρο το λογοτεχνικό έργο του καθώς φυλάσσονται μεταφρασμένα παραμύθια, παρτιτούρες με μελοποιημένα ποιήματα, παλιοί τόμοι των εικονογραφημένων περιοδικών Εστία, της Διάπλασης Των Παίδων, Σχολικά Βοηθήματα, την λαογραφική βιβλιοθήκη, Το Ημερολόγιο Της Μεγάλης Ελλάδας, Χειρόγραφα, Επιστολές, Σχετικά άρθρα από ελληνικές και ξένες εφημερίδες, Προσωπικά του είδη και το Παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής που του απονεμήθηκε για την πνευματική του προσφορά.
Ο 3ος όροφος είναι ειδικά διαμορφωμένος για τις επισκέψεις μαθητών. Περιλαμβάνει αφιερώματα του ίδιου του λογοτέχνη και των ηρώων των ποιημάτων του όπως της Αμαρρυλίδος, της Αμυγδαλιάς και του Μπάρμπα-Δήμου, ένα παλιό γραμμόφωνο με δίσκους, λαογραφικό υλικό και αφίσες από πίνακες γνωστών ζωγράφων και οι οποίες τυπώθηκαν στην Λειψία για λογαριασμό του περιοδικού της Εστίας.
Στο μουσείο οργανώνονται εκπαιδευτικές ξεναγήσεις σε ομάδες επισκεπτών και σε μαθητές σχολείων.
Κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 ο Γεώργιος Δροσίνης μαζί με άλλους Έλληνες λογίους προσυπέγραψε την Έκκληση των Ελλήνων Διανοουμένων προς τους διανοούμενους ολόκληρου του κόσμου με την οποία αφενός μεν καυτηριαζόταν η κακόβουλη ιταλική επίθεση, αφετέρου δε, διέγειρε την παγκόσμια κοινή γνώμη σε επανάσταση συνειδήσεων για κοινό νέο πνευματικό Μαραθώνα.
Τιμήθηκε με το Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών της «Ακαδημίας Αθηνών», ενώ το 1947 προτάθηκε από το Ελληνικό Κράτος[2] για το βραβείο Νόμπελ, σε αναγνώριση της αξίας του έργου του, το οποίο τελικά απονεμήθηκε στο Γάλλο λογοτέχνη Αντρέ Ζιντ (André Gide).

 

1867 – Γρηγόριος Ξενόπουλος. Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στις 9 Δεκεμβρίου 1867. Ο πατέρας του, Διονύσιος, καταγόταν από τη Ζάκυνθο, με απώτατες ρίζες από την Πελοπόννησο: οι Ξυνήδες ή Ξυνόπουλοι είχαν εγκατασταθεί στη βενετοκρατούμενη Ζάκυνθο τον 16ο αιώνα. Η μητέρα του Ευθαλία από την Πόλη με απώτατες ρίζες από την Καισάρεια. Ο πατέρας του είχε πάει αρχικά στην Αθήνα όπου στα χρόνια του Όθωνα κατατάχθηκε στο ιππικό και «ανδραγάθησε στην καταδίωξη της ληστείας». Όμως επειδή θεώρησε πως αδικήθηκε στις κρίσεις και τις προαγωγές — είχε φτάσει μέχρι το βαθμό του υπίλαρχου — έφυγε για την Κωνσταντινούπολη όπου ασχολήθηκε με το εμπόριο. Η μητέρα του Ευθαλία ήταν μία από τις αδελφές ενός φίλου του πατέρα του Διονύσιου, του Νικόλαου Θωμά, φαρμακοποιού του Φαναρίου και μυρεψού του Πατριαρχείου, με τη μεσολάβηση του οποίου και έγινε ο γάμος των δύο. Η μητέρα του είχε Φαναριώτική καταγωγή και ήταν αδελφή του μητροπολίτη Χαλκηδόνας Καλλίνικου. Έντεκα μήνες μετά τη γέννησή του μετέβη στη Ζάκυνθο. Ο Ξενόπουλος είχε άλλα πέντε αδέλφια: τη Μαρία-Αναστασία που πέθανε μωρό, την Όλγα, τον Στέφανο, την Αικατερίνη (πέθανε το 1934) και τη Χαρίκλεια. Η οποία ασχολήθηκε με τη ζωγραφική και πέθανε το 1973[15]Ο Ξενόπουλος συντηρούσε οικονομικά μέχρι το θάνατό της τη μητέρα του και μετά με τη διαθήκη του μερίμνησε για την αδελφή του Χαρίκλεια.[16] Ο Γρηγόριος έζησε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια στη Ζάκυνθο, μέχρι το 1883, όταν γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών για να σπουδάσει φυσικομαθηματικά, μετά από προτροπή του φίλου του Νικολάου Μοτσενίγου (αδερφού του συμμαθητή του Ξενόπουλου Σωτηρίου Μοτσενίγου), ο οποίος σπούδαζε ήδη φυσικομαθηματικός στην Αθήνα. Τις σπουδές του δεν τις ολοκλήρωσε ποτέ: από το πρώτο ήδη έτος είχε αρχίσει την ενασχόληση με τη λογοτεχνία, η οποία ήταν και η μοναδική πηγή εσόδων του. Από το 1892 εγκαταστάθηκε μόνιμα πλέον στην Αθήνα και το 1894 νυμφεύθηκε την Ευφροσύνη Διογενίδη. Το ζευγάρι χώρισε ενάμιση χρόνο μετά, ενώ είχαν ήδη αποκτήσει μια κόρη και ο συγγραφέας νυμφεύθηκε ξανά το 1901 τη Χριστίνα Κανελλοπούλου, με την οποία απέκτησε άλλες δύο κόρες.
Συνεργάστηκε με πλήθος εφημερίδων και περιοδικών στις οποίες δημοσίευε μελέτες, άρθρα, διηγήματα και μυθιστορήματα. Το 1894 ανέλαβε τη διεύθυνση της Εικονογραφημένης Εστίας, το 1896 έγινε αρχισυντάκτης του περιοδικού Η Διάπλασις των Παίδων, του οποίου ήταν και συνδρομητής κατά τα παιδικά του χρόνια. Από το 1901 ως το 1912 δημοσίευε στο περιοδικό Παναθήναια λογοτεχνικά έργα και μελέτες> Από το 1913 έως το 1930 συνεργάστηκε με την εφημερίδα Έθνος γράφοντας μυθιστορήματα σε συνέχειες. Από το 1930 έως το 1945 τα μυθιστορήματά του δημοσιεύονταν κυρίως στην εφημερίδα Αθηναϊκά Νέα. Το 1927 ίδρυσε το περιοδικό Νέα Εστία, του οποίου ήταν διευθυντής ως το 1934. To 1939 έγινε μέλος της πρώτης επιτροπής Κρατικών Λογοτεχνικών Βραβείων.
Κατά τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο του 1940 ο Γρηγόριος Ξενόπουλος μαζί με άλλους Έλληνες λογίους προσυπέγραψε την Έκκληση των Ελλήνων Διανοουμένων προς τους Διανοούμενους ολόκληρου του Κόσμου με την οποία αφενός μεν καυτηριαζόταν η κακόβουλη ιταλική επίθεση, αφετέρου δε διέγειρε την παγκόσμια κοινή γνώμη σε επανάσταση συνειδήσεων για κοινό νέο πνευματικό Μαραθώνα.
Στη Κατοχή συμμετείχε στην ελληνόφωνη ιταλική εφημερίδα Κουαδρίβιο που προήγαγε την συνεργασια με τους Ιταλούς. Πέθανε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 1951 και κηδεύτηκε δημοσία δαπάνη.

 

 

Θάνατοι

 

 

1641 – Άντονι Βαν Ντάικ. Γεννήθηκε στην Αμβέρσα στις 22 Μαρτίου 1599. Ήταν το έβδομο από τα δώδεκα παιδιά της οικογένειας του ευκατάστατου εμπόρου μετάξης Φράνς βαν Ντάικ (Frans van Dyck). Ύστερα από τον πρόωρο θάνατο της μητέρας του και σε ηλικία 10 ετών ο Άντονι στάλθηκε να μαθητεύσει στο εργαστήριο του αναγνωρισμένου ζωγράφου Χέντρικ φαν Μπάλεν (Hendrick van Balen), ενώ το 1615 ξεκίνησε το δικό του εργαστήριο σε συνεργασία με τον Γιαν Μπρίγκελ το Νεότερο (Jan Brueghel the Younger), μολονότι κάτι τέτοιο δεν ήταν επιτρεπτό από τη συντεχνία των ζωγράφων (guild) της πόλης.
Το ταλέντο του αναγνωρίστηκε σύντομα και ο Πέτερ Πάουλ Ρούμπενς τον πήρε στο δικό του εργαστήριο το 1617, όπου παρέμεινε μέχρι το 1620. Χωρίς να μπορεί να θεωρηθεί απόλυτα μαθητής του Ρούμπενς, μια και ήταν ήδη ζωγράφος όταν πήγε στο εργαστήριό του, υπήρξε περισσότερο συνεργάτης του. Μάλιστα, δύο πορτρέτα που φιλοτέχνησε το 1618 και σήμερα βρίσκονται στην Πινακοθήκη της Δρέσδης, συχνά αποδίδονται στον Ρούμπενς.Ο Ρούμπενς τον επηρέασε ως προς το μελοδραματικό στυλ των έργων του, αλλά η τεχνική του βαν Ντάικ ήταν σαφώς διαφορετική από αυτή του Ρούμπενς: Δεν υιοθέτησε τη σμαλτώδη υφή του, αντίθετα ζωγράφιζε άμεσα και με πολύ πιο αδρή υφή στα χρώματα. Η χρωματική του κλίμακα είναι λιγότερο λαμπρή και περισσότερο θερμή σε σχέση με του Ρούμπενς, ενώ οι αντιθέσεις φωτός – σκίασης είναι περισσότερο απότομες.
Το 1620 ο βαν Ντάικ ταξίδεψε στο Λονδίνο, όπου παρέμεινε επί μερικούς μήνες στην αυλή του Ιακώβου του Α’. Εκεί πρέπει να είδε για πρώτη φορά έργα του Τιτσιάνο, του οποίου η χρωματική παλέτα και η κομψότητα της φόρμας επηρέασαν τον βαν Ντάικ. Στην Αγγλία του προσφέρθηκε ετήσιος μισθός 100 λιρών από το βασιλιά για να παραμείνει, αλλά ο βαν Ντάικ επέλεξε να επιστρέψει στην Αμβέρσα. Τον Οκτώβριο του 1621 πραγματοποίησε νέο ταξίδι, αυτή τη φορά στην Ιταλία, ακολουθώντας για μια ακόμη φορά τς συστάσεις του Ρούμπενς: Πρώτος σταθμός του ήταν η Γένοβα, όπου αμέσως τέθηκε υπό την προστασία των ίδιων πλούσιων οικογενειών που είχαν αναλάβει και τον Ρούμπενς δεκατέσσερα χρόνια πριν. Στην Ιταλία παρέμεινε επί έξι χρόνια, ταξιδεύοντας και γνωρίζοντας το έργο των Ιταλών δημιουργών, ενώ παράλληλα απέκτησε φήμη ως δημιουργός πορτρέτων. Το 1627 επέστρεψε πάλι στην Αμβέρσα, όπου ζωγράφισε πορτρέτα, στα οποία οι Φλαμανδοί αριστοκράτες που του τα παράγγελλαν εμφανίζονται ιδιαίτερα κομψοί. Φαίνεται πως ήταν, όπως και ο Ρούμπενς, ιδιαίτερα ικανός στις συναναστροφές του με ευγενείς και βασιλικές αυλές, γεγονός που του εξασφάλιζε σημαντικές παραγγελίες. Ήδη το 1630 αναφέρεται ως ο επίσημος ζωγράφος της αυλής της Αρχιδουκίσσης Ισαβέλλας των Αψβούργων, που ασκούσε τη διακυβέρνηση της Φλάνδρας. Ανάμεσα στα έργα εκείνης της περιόδου συγκαταλέγεται ένα πορτρέτο των 24 δημοτικών συμβούλων της πόλης των Βρυξελλών σε φυσικό μέγεθος, έργο το οποίο δυστυχώς καταστράφηκε το 1695.
Ο βαν Ντάικ δεν είχε χάσει, επίσης, την επαφή του με το βασιλέα Κάρολο τον Α’ της Αγγλίας, ο οποίος ήταν ο πλέον φιλότεχνος μονάρχης της εποχής και συνέλεγε έργα τέχνης. Ο βαν Ντάικ βοηθούσε τον πράκτορά του να εντοπίσει και να αποκτήσει σημαντικούς πίνακες, ενώ έστειλε και δικά του έργα στη βρετανική Αυλή. Το 1632 ο βαν Ντάικ εγκαταστάθηκε στην Αγγλία, όπου ο Κάρολος τον ονόμασε επίσημο ζωγράφο της Αυλής του και τον έχρισε ιππότη. Τού έδωσε επιχορήγηση, ο βαν Ντάικ έγινε ιδιαίτερα δημοφιλής και νυμφεύτηκε την κόρη ενός Λόρδου, ενώ είχε και ερωμένη.
Ο καλλιτέχνης ταξίδευε επίσης συχνά στο εξωτερικό. Σε ένα ταξίδι του στο Παρίσι το 1641 ασθένησε βαριά και διακόπτοντας το ταξίδι του επέστρεψε στο Λονδίνο, όπου απεβίωσε στις 9 Δεκεμβρίου του 1641.

 

1970 – Αρτέμ Μικογιάν. Ο Μικογιάν γεννήθηκε στο Σαναχίν, Αρμενία, τις 5 Αυγούστου 1905. Ο μεγαλύτερος αδελφός του, Αναστάς Μικογιάν, έγινε Σοβιετικός πολιτικός. Ολοκλήρωσε τη βασική του εκπαίδευση και προσλήφθηκε ως χειριστής μηχανών στο Ροστόφ, μετά εργάστηκε στο εργοστάσιο Δυναμό στη Μόσχα πριν εγγραφεί στο στρατό. Μετά την στρατιωτική υπηρεσία, εντάχθηκε στην ακαδημία αεροπορίας Ζουκόφσκι, όπου δημιούργησε το πρώτο του αεροπλάνο, και αποφοίτησε το 1936. Εργάστηκε με στην Πολικάρποφ, πριν γίνει επικεφαλής ενός νέου σχεδιαστικού γραφείου αεροσκαφών στη Μόσχα το Δεκέμβριο του 1939. Μαζί με τον Μιχαήλ Γκουρέβιτς, ο Μικογιάν δημιούργησε το σχεδιαστικό γραφείο Μικογιάν-Γκουρέβιτς, το οποίο σχεδίασε σειρά μαχητικών αεροσκαφών. Τον Μάρτιο του 1942, το γραφείο μετονομάστηκε σε OKB MiG, ANPK MiG και OKO MiG. Το MiG-1 αποδείχθηκε κακό ξεκίνημα, το MiG-3 μπήκε σε παραγωγή αλλά χρησιμοποιήθηκε περιστασιακά στο ρόλο του ως αναχαιτιστικό μαχητικό. Επιπλέον, τα MiG-5, MiG-7 και MiG-8 δεν προχώρησαν πέρα από το στάδιο των πρωτοτύπων.
Τα πρώτα μεταπολεμικά σχέδια βασίζονταν σε εγχώρια έργα καθώς και σε γερμανικά αεριωθούμενα μαχητικά και πληροφορίες τις οποίες παρείχε η Βρετανία ή οι Ηνωμένες Πολιτείες. Μέχρι το 1946, οι Σοβιετικοί σχεδιαστές ακόμη δυσκολεύονταν σε τελειοποιήσουν τον σχεδιασμένο στη Γερμανία αξονικής ροής κινητήρα αεριώθησης BMW 109-003. Οι σοβιετικές δυνάμεις είχαν πάρει τα σχέδια του κινητήρα 109-003 από το εργοστάσιο Basdorf-Zühlsdorf κοντά στο Βερολίνο και από το εργοστάσιο στο Νορντχάουζεν. Η παραγωγή του 003 έγινε στο εργοστάσιο «Κόκκινος Οκτώβρης» GAZ 466 στο Λένινγκραντ, όπου οι κινητήρες αεριώθησης 003 παράγονταν μαζικά από το 1947 με την ονομασία RD-20. Η ανάπτυξη πλαισίων από τα σοβιετικών γραφείων και πτερύγων για ταχύτητα κοντά στου ήχου καθυστερούσαν την ανάπτυξη των κινητήρων. Ο Σοβιετικός υπουργός αεροπορείας Μιχαήλ Χρουνίτσεφ και ο σχεδιαστής αεροσκαφών Αλεξάντρερ Σεργκέγιεβιτς Γιάκοβλεβ ζήτησαν από τον Ιωσήφ Στάλιν να αγοράσει προηγμένους κινητήρες αεριώθησης από τους Βρετανούς. Ο Στάλιν λέγεται ότι απάντησε «Ποιος τρελός θα πουλούσε τα μυστικά του;»[10]. Όμως, έδωσε την άδειά, και ο Αρτέμ Μικογιάν, ο σχεδιαστής κινητήρων Κλίμοφ και άλλοι αξιωματούχοι ταξίδευσαν στο Ηνωμένο Βασίλειο για να ζητήσουν βοήθεια για τους κινητήρες. Προς έκπληξη του Στάλιν, η βρετανική κυβέρνηση και ο φιλοσοβιετικός υπουργός εμπορείου Στάφορντ Κριπς ήταν πρόθυμοι να παρέχουν τεχνικές πληροφορίες και την άδεια κατασκευής των κινητήρων αεριώθησης Rolls-Royce Nene. Οι σοβιετικοί κατασκεύασαν μια τροποποιημένη μορφή, τον κινητήρα VK-1, ο οποίος ενσωματώθηκε στο MiG-15. Στο ενδιάμεσο, στις 15 Απριλίου 1947, το υπουργικό συμβούλιο διέταξε από την MiG να κατασκευάσει δύο πρωτότυπα για ένα νέο αεριωθούμενο μαχητικό τα οποία θα πετούσαν τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου και έτσι οι σχεδιαστές βασίστηκαν σε ένα προηγούμενο σχέδιο, το προβληματικά MiG-9. Το MiG-9 χρησιμοποιούσε τους κινητήρες RD-20, οι οποίοι αποδείχθηκαν αναξιόπιστοι και υπήρχαν προβλήματα ελέγχου.
Το γραφείο MiG σχεδίασε το πρώτο αξιόπιστο σοβιετικό σχέδιο αεροσκάφους με φτερά με κλίση προς τα πίσω το 1945, το πειραματικό MiG-8 Utka, την έρευνα με βάση αυτό και τα ερευνητικά σχέδια των Γερμανών, επέτρεψαν στους Σοβιετικούς να αναπτύξουν ένα πρωτότυπο μαχητικό με ένα κινητήρα αεριώθησης, το I-310. Με την εκδοχή Klimov VK-1 του βρετανικού κινητήρα Nene, το σχέδιο αυτό παρήχθη μαζικά με την ονομασία MiG-15. Με την πρώτη πτήση να λαμβάνει χώρα τις 31 Δεκεμβρίου 1948, περίπου 15 μήνες μετά την πρώτη πτήση του πρώτου πρωτότυπου αμερικανικού αεροσκάφους με φτερά με κλίση προς τα πίσω, το XP-86 Sabre.[12] Το αεροσκάφος είχε εξαιρετική απόδοση και αποτέλεσε τη βάση αρκετών μελλοντικών μαχητικών. Το MiG-15 σχεδιαζόταν αρχικά να αναχαιτίζει αμερικανικά βομβαρδιστικά, όπως το B-29 Superfortress. Κατασκευάστηκαν πολλές εκδοχές του MiG-15, με την πιο κοινή να είναι η MiG-15UTI, ένα διθέσιο εκπαιδευτικό. Τελικά κατασκευάστηκαν περισσότερα από 18.000 MiG-15 και ακολούθησαν τα MiG-17 και MiG-19. Τα MiG-15 χρησιμοποιήθηκαν στον πόλεμο της Κορέας από τις Κομμουνιστικές δυνάμεις. Πολλές αερομαχίες δόθηκαν πάνω από τον ποταμό Γιαλού, όπου δόθηκαν αερομαχίες ανάμεσα στις MiG-15 και F-86 Sabre, οι πρώτες μεγάλης κλίμακας ανάμεσα σε αεριωθούμενα.
Από το 1952, ο Μικογιάν σχεδίασε πυραυλικά συστήματα ειδικά για τα αεροσκάφη του, όπως το διάσημο MiG-21. Σχεδίασε και άλλα υψηλής απόδοσης μαχητικά τις δεκαετίες του 1950 και 1960. Του απονεμήθηκε δύο φορές η ανώτερη διάκριση για πολίτη, Ήρωας της Σοσιαλιστικής Εργασίας, και ήταν αντιπρόσωπος σε έξι ανώτερα Σοβιέτ. Μετά τον θάνατο του Μικογιάν το 1970, το όνομα του σχεδιαστικού γραφείου άλλαξε από Mikoyan-Gurevich σε Mikoyan.

 

1971 – Άλκης Θρύλος. Γεννήθηκε το 1896 στην Αθήνα και ήταν γόνος πλούσιας οικογένειας. Πατέρας της ήταν ο Μιλτιάδης Νεγρεπόντης, οικονομολόγος, πρωτοπόρος του προσκοπισμού στην Ελλάδα και υπουργός Οικονομικών στην κυβέρνηση του Ελευθέριου Βενιζέλου, και μητέρα της η Μαρία Νεγροπόντη, δημιουργός του σώματος της Σχολής Αδελφών και Εθελοντριών Αδελφών Νοσοκόμων. Ήρθε σε πρώτο γάμο με τον Πολύβιο Κορύλλο, καθηγητή Χειρουργικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και περί το 1930 σε δεύτερο γάμο με τον ποιητή και λογοτέχνη Κώστα Ουράνη. Από νεαρή ηλικία ασχολήθηκε με τη λογοτεχνία και την κριτική καλλιεργώντας έτσι την κλίση της στα γράμματα και στην κριτική σκέψη. Εμφανίστηκε το 1915 στο Νουμά, «Βωμός» και Πυρσός» και στην εφημερίδα «Ακρόπολις», δείχνοντας άμεσα τις κατοπινές τάσεις της στην κριτική, την ποίηση και το θεατρικό λόγο. Παράλληλα δημοσιεύει δύο μονόπρακτα, «Ο χορός του βοριά» και «Η ομορφιά που σκοτώνει», ποιήματα, καθώς και τα πρώτα κριτικά κείμενα. Το 1920 γίνεται μέλος του Συνδέσμου Ελληνίδων υπέρ των Δικαιωμάτων της Γυναικός, ενώ παράλληλα επιδίδεται στην αρθρογραφία με θέμα το φεμινισμό. Το 1924 δημοσιεύει δύο κριτικές προσεγγίσεις για τον Διονύσιο Σολωμό και τον Κωστή Παλαμά. Από το 1927 και μετά, συνεργάστηκε με πολλά περιοδικά και εφημερίδες, ανάμεσα σε αυτά την Νέα Εστία όπου είχε τη στήλη της θεατρικής κριτικής, το Νουμά και την Ακρόπολη, στα οποία δημοσίευε κριτικές μελέτες για Έλληνες λογοτέχνες και θεατρικές παραστάσεις. Έγραψε επίσης πολλά κείμενα ταξιδιωτικών εντυπώσεων με έντονα λυρικά χαρακτηριστικά. Ήταν υποστηρίκτρια του δημοτικισμού και του φεμινισμού. Έγραψε άρθρα για φεμινιστικά ζητήματα και διετέλεσε μέλος του Συνδέσμου Ελληνίδων υπέρ των δικαιωμάτων των γυναικών στα τέλη της δεκαετίας του 1910 και στις αρχές της δεκαετίας του 1920. Τα έργα της διακρίνονται για την πρωτοτυπία και το ρεαλισμό των απόψεών της. Ως κριτικός θεάτρου διακρίθηκε για την ειλικρίνεια και την πνευματική της καλλιέργεια στην οποία είναι έντονη ή επίδραση της γαλλικής κουλτούρας, αλλά και για έναν έντονο υποκειμενισμό, υποκινούμενο από τις στιγμιαίες συγκινήσεις και τις συναισθηματικές της καταστάσεις. Το 1950 συμμετέχει ως ιδρυτικό μέλος της Ομάδας των Δώδεκα (1950-1967), η οποία αποσκοπούσε στη θέσπιση έγκριτων λογοτεχνικών βραβείων, κατ’ αρχάς για την πεζογραφία και ακολούθως για άλλα λογοτεχνικά είδη, καθώς και της Ένωσης Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών και μέλος της Καλλιτεχνικής Επιτροπής του Εθνικού Θεάτρου και των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας. Το 1963 θεσμοθετεί, στο πλαίσιο της «Ομάδας των Δώδεκα», το Βραβείο «Μαρία Νεγρεπόντη» εις μνήμην της μητέρας της. Το 1963, όταν με το Βασιλικό Διάταγμα 105/1963 συστάθηκε το ίδρυμα Ταινιοθήκη της Ελλάδος, ήταν από τα ιδρυτικά μέλη, μαζί με τους Αγλαΐα Μητροπούλου, Μόνα Μητροπούλου, Άγγελο Προκοπίου, Στράτη Μυριβήλη, Ηλία Βενέζη, Ειρήνη Καλκάνη, Μιχάλη Κακογιάννη, Ελένη Βλάχου, Νίκο Κούνδουρο, Σπύρο Σκούρα, Γρηγόρη Γρηγορίου, Γιώργο Ζερβό, Βίκτωρα Μιχαηλίδη και άλλους. Το 1968 της απονεμήθηκε το κρατικό βραβείο ταξιδιωτικών εντυπώσεων. Το 1969 αναγορεύεται μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και το 1971 έγινε η πρώτη Ελληνίδα που εκλέχτηκε ακαδημαϊκός. Η Ελένη Ουράνη, προς τιμήν της ίδιας, αλλά και του συζύγου της, κληροδότησε τη μεγάλη περιουσία της στο ίδρυμα, με στόχο την ευρύτερη καλλιέργεια της πνευματικής ζωής του Ελληνισμού. Το 1970 η Ακαδημία Αθηνών με το κληροδότημα της Ελένης Ουράνη, ίδρυσε το Ινστιτούτο ή Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη αλλά και το ομώνυμο βραβείο, με απώτερο σκοπό τη χρηματική ενίσχυση της λογοτεχνίας μέσω αυτού. Το Ίδρυμα Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών αναλαμβάνει χορηγίες στο χώρο του πολιτισμού, βραβεύσεις συγγραφέων, υποτροφίες σπουδαστών αλλά και έδρες νεοελληνικών σπουδών στο εξωτερικό. Η Ελένη Ουράνη πέθανε στις 8 Δεκεμβρίου 1971.

 

 

Πηγές: Σαν σήμερα, el.wikipedia

AgrinioStories