20 Αυγούστου 2022

Συνέβη 7 Μαΐου στην Ελλάδα και τον κόσμο

Σαββάτο 7 Μαΐου 2022

Είναι η 127η ημέρα του έτους κατά το Γρηγοριανό ημερολόγιο και υπολείπονται 238 ημέρες για τη λήξη του.
Ανατολή ήλιου: 06:22 – Δύση ήλιου: 20:21 – Διάρκεια ημέρας: 13 ώρες 59 λεπτά.
Σελήνη 5.9 ημερών.
Ημέρα Μνήμης και Τιμής για τους Πεσόντες της Αεροπορίας Στρατού.
Παγκόσμια Ημέρα για τη Νομιμοποίηση της Κάνναβης.
Χρόνια πολλά στο Νείλο.

 

Γεγονότα

 

1824 – Η περίφημη 9η Συμφωνία του Μπετόβεν κάνει πρεμιέρα στη Βιέννη. Στην πρεμιέρα της Ενάτης Συμφωνίας συμμετείχε η Μουσική Κοινότητα της Βιέννης, μαζί με ικανότατους μουσικούς. Όμως, χωρίς να υπάρχει κάποιο έγγραφο για τους συμμετέχοντες, δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι, παρά μόνο ότι μερικοί από τους σπουδαιότερους μουσικούς στη Βιέννη συμμετείχαν. Τις θέσεις σοπράνο και άλτο, πήραν δύο διάσημες νεαρές τραγουδίστριες: η Ενριέτε Σόνταγκ και η Κάρολιν Ούνγκερ. Η Σόνταγκ, που ήταν Γερμναίδα, και μόλις 18 ετών, ήταν προσωπική επιλογή του Μπετόβεν, για να ερμηνεύσει την Ενάτη του. Η Ούνγκερ, που ήταν 20 ετών τότε, αποτέλεσε κι αυτή προσωπική επιλογή του Μπετόβεν, η οποία ήταν γεννημένη στη Βιέννη. Μετά από αυτήν ερμηνεία, η Ούνγκερ έκανε καριέρα σε Ιταλία και Παρίσι. Μάλιστα, οι Ιταλοί συνθέτες Γκαετάνο Ντονιτσέττι και Βιντσέντζο Μπελίνι έγραψαν ρόλους συγκεκριμένα για τη φωνή της.
Παρόλα αυτά, η ορχήστρα καθοδηγήθηκε πρακτικά από τον Κάπελμαϊστερ, Μίχαελ Ούμλαουφ, με τον οποίον ο Μπετόβεν μοιράστηκε τη σκηνή. Πριν δύο χρόνια, ο Ούμλαουφ είχε παρακολουθήσει τις προσπάθειες του συνθέτη να διευθύνει την όπερα Φιντέλιο, όπως το αποτέλεσμα ήταν καταστροφικό. Έτσι, αυτή τη φορά, επισήμανε στους μουσικούς και στους τραγουδιστές να αγνοούν πλήρως τον κουφό πλέον Μπετόβεν. Σε κάθε εναρκτήριο μέτρο κάθε μέρους, ο Μπετόβεν, που καθόταν στη σκηνή, έδινε το tempo. Γύριζε τις σελίδες της σύνθεσης και έδινε τον ρυθμό σε μία ορχήστρα που δεν μπορούσε να ακούσει καθόλου.
Υπάρχουν πολλά ανέκδοτα για την πρεμιέρα της Ενάτης. Ένας συμμετέχων βιολιστής είπε: Ο Μπετόβεν διεύθυνε μόνος το έργο του, δηλαδή στεκόταν μπροστά στο αναλόγιο και ξεκίνησε να διευθύνει θυελλωδώς. Άλλες φορές σηκωνόταν ψηλά, άλλες φορές χαμήλωνε. Συμπεριφερόταν λες και ήθελε να παίξει μόνος του το κάθε όργανο». Αν και η παράσταση ήταν άκρως επιτυχημένη προηγήθηκαν μόνο δύο πλήρεις πρόβες. Όταν το κοινό χειροκροτούσε, αναφορές λένε ότι και μετά το τέλος του έργου ο Μπετόβεν συνέχισε να διευθύνει. Έτσι, η Καρολίν Ούνγκερ, πήγε προς το μέρος του, και τον έστρεψε προς το κοινό, ώστε να δεχτεί τον ενθουσιασμό που είχε καταβάλλει το κοινό. Σύμφωνα με έναν μάρτυρα: «το κοινό αντιμετώπισε αυτόν τον μουσικό ήρωα με όλες τις τιμές, ακούγοντας αυτό το εκπληκτικό έργο, ενώ πολλές φορές κατά τη διάρκεια αυτού, το κοινό ξεκινούσε να χειροκροτά από θαυμασμό. Το κοινό, του έδωσε 5 λεπτά συνεχόμενων χειροκροτημάτων, ενώ στον αέρα πετούσαν, καπέλα, μαντήλια και σηκωμένα χέρια, ώστε ο Μπετόβεν, που δεν μπορούσε να ακούσει, να δει τουλάχιστον τον πολύ ενθουσιασμό του κοινού.

1915 – To γερμανικό υποβρύχιο U-20 τορπιλίζει και βυθίζει το βρετανικό κρουαζιερόπλοιο «Λουζιτάνια», στις ακτές της Ιρλανδίας, κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. 1198 από τους 1962 επιβαίνοντες χάνουν τη ζωή τους. Το βρετανικό υπερωκεάνιο «Λουζιτάνια» ήταν το καμάρι της ναυπηγικής βιομηχανίας στις αρχές του 20ου αιώνα. Ανήκε στην εταιρία Cunard και ήταν το πιο γρήγορο πλοίο της κλάσης του. H βύθισή του από γερμανικό υποβρύχιο στις 7 Μαΐου 1915 συνετέλεσε στην είσοδο των Ηνωμένων Πολιτειών στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Το πλοίο άρχισε να χτίζεται το 1903 κι έκανε το παρθενικό του ταξίδι από το Λίβερπουλ στη Νέα Υόρκη στις 7 Σεπτεμβρίου 1907. Ήταν εκτοπίσματος 32.000 τόννων και ανέπτυσσε ταχύτητα 26 κόμβων. Τις παραμονές του Μεγάλου Πολέμου, το πλοίο είχε υποστεί μετατροπές σε ναυπηγείο του Λίβερπουλ για τις ανάγκες του Βρετανικού Πολεμικού Ναυτικού.
Την Πρωτομαγιά του 1915 κι ενώ ο Μεγάλος Πόλεμος βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη σε όλα τα μέτωπα, χερσαία και θαλάσσια, το «Λουζιτάνια» απέπλευσε από τη Νέα Υόρκη για το προγραμματισμένο δρομολόγιό του προς το Λίβερπουλ με 1.959 επιβάτες και πλήρωμα.
Στις 7 Μαΐου κι ενώ βρισκόταν κοντά στις ιρλανδικές ακτές, το «Λουζιτάνια» δέχθηκε επίθεση από γερμανικό υποβρύχιο τύπου U-20. Μία τορπίλη το βρήκε στα πλευρά και την πρώτη έκρηξη ακολούθησε μία δεύτερη, που το έσχισε στα δύο. Το πλοίο βυθίσθηκε μέσα σε 20 λεπτά και 1.198 άνθρωποι πνίγηκαν. Η απώλεια τού υπερωκεανίου και τόσων επιβατών, μεταξύ των οποίων ήταν 114 αμερικανοί πολίτες, προκάλεσε κύμα αγανάκτησης στις Ηνωμένες Πολιτείες.

1953 – Ιδρύεται η Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών (ΚΥΠ), η οποία τη δεκαετία του 1980 θα μετονομαστεί σε Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών (ΕΥΠ). Αρχικά η Υπηρεσία αυτή φέρεται να ιδρύθηκε το 1953 με την ονομασία Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών Ελλάδος (ΚΥΠΕ), πιθανώς κατά το πρότυπο της CIA. Λίγο αργότερα, ο τίτλος περιορίστηκε στο ΚΥΠ. Πρώτος διοικητής της τότε ΚΥΠΕ ανέλαβε ο Συνταγματάρχης Πυροβολικού (αργότερα Αντιστράτηγος) Αλέξανδρος Νάτσινας (19??-Μάρτιος 1995). Καθ’ όλη τη διάρκεια των κυβερνήσεων Παπάγου και Καραμανλή, η ελληνική ΚΥΠ ήταν υπό τον απόλυτο έλεγχο της αμερικανικής CIA. Τόσο μεγάλος ήταν ο βαθμός υποτέλειας, ώστε οι μισθοί των πρακτόρων πληρώνονταν απευθείας από τους Αμερικανούς, χωρίς καμία ανάμειξη του ελληνικού κράτους, έως ότου την πρακτική αυτή σταμάτησε ο Γεώργιος Παπανδρέου το 1964.
Οι ηγέτες της Χούντας των Συνταγματαρχών αναδείχθηκαν μέσω της ΚΥΠ. Ο Συνταγματάρχης Πυροβολικού Γεώργιος Παπαδόπουλος υπηρέτησε εκεί για πέντε χρόνια (1959-1964), αναμείχθηκε στην προετοιμασία του σχεδίου ΠΕΡΙΚΛΗΣ και διατέλεσε προσωπικός γραμματέας του Νάτσινα, επικεφαλής του Β’ Κλάδου, που είχε να κάνει με την εσωτερική ασφάλεια της χώρας και σύνδεσμος ΚΥΠ-CIA. Ο επίσης Συνταγματάρχης Πυροβολικού Νικόλαος Μακαρέζος διορίστηκε το 1966 επί κυβερνήσεων των αποστατών, επικεφαλής του επίλεκτου Α’ Κλάδου της ΚΥΠ, που ήταν υπεύθυνος για τους Έλληνες κατασκόπους σε ξένες χώρες. Επί Χούντας Παπαδόπουλου, την ΚΥΠ διοίκησαν διαδοχικά ο Ταξίαρχος Πυροβολικού Αλέξανδρος Χατζηπέτρος, γόνος αρχοντικής στρατιωτικής οικογένειας, της οποίας γενάρχης ήταν ο Χριστόδουλος Χατζηπέτρος, και ο Αντισυνταγματάρχης Πυροβολικού (αργότερα Υποστράτηγος) Μιχάλης Ρουφογάλης. Ο Ρουφογάλης ήταν γνωστός περισσότερο για την κοσμική ζωή του και την αδυναμία του στο ωραίο φύλο και λιγότερο για τις κατασκοπευτικές του ικανότητες. Έτσι, το βάρος της καταστολής του αντιδικτατορικού κινήματος ανέλαβε η ΕΣΑ του Δημήτρη Ιωαννίδη, και όχι τόσο η ΚΥΠ. Επειδή όμως υπήρχε μεγάλη αντιζηλία μεταξύ της ΚΥΠ και της ΕΑΤ-ΕΣΑ, το 1973 ο Ιωαννίδης αντικατέστησε τον Ρουφογάλη με τον Λάμπρο Σταθόπουλο. Όλα αυτά τα χρόνια, στην ιεραρχία της ΚΥΠ δέσποζαν οι αξιωματικοί του Πυροβολικού. Οι λόγοι ήταν κυρίως δύο: ο ιδρυτής Νάτσινας προερχόταν από αυτό, ενώ σε γενικές γραμμές οι αξιωματικοί του Πυροβολικού είχαν την καλύτερη εκπαίδευση στον Στρατό.
Ο επόμενος μεγάλος σταθμός στην ιστορία της Υπηρεσίας είναι το 1981 και η νίκη του ΠΑΣΟΚ. Ο Ανδρέας Παπανδρέου είναι αποφασισμένος να ελέγξει απόλυτα τις υπηρεσίες πληροφοριών και ασφάλειας. Στην ηγεσία της ΚΥΠ τοποθετείται ο απόστρατος Αντιστράτηγος Πεζικού Γεώργιος Πολίτης, στενός φίλος του Στρατηγού και Υπουργού του ΠΑΣΟΚ, Αντώνη Δροσογιάννη. Υπαρχηγός αναλαμβάνει ο Ταξίαρχος Βασίλης Τσαγρής, που στη διάρκεια της Χούντας είχε δραπετεύσει στην Ιταλία και είχε αναλάβει το παραστρατιωτικό τμήμα του ΠΑΚ. Το 1986, με τον νόμο 1645, που δημοσιεύτηκε στις 26 Αυγούστου του 1986 στο τεύχος 132Α΄ ΦΕΚ, η υπηρεσία που έως τότε συνέχισε να ονομάζεται “Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών” (Κ.Υ.Π.) μετονομάσθηκε σε “Ε.Υ.Π.” και αποτελεί αυτοτελή πολιτική δημόσια υπηρεσία με έργο τη συλλογή, επεξεργασία και διανομή πληροφοριών που αφορούν στην ασφάλεια της χώρας. Το καθεστώς λειτουργίας της Ε.Υ.Π. ρυθμίζεται από προεδρικά διατάγματα που εκδίδονται κατ’ εφαρμογή του παραπάνω ιδρυτικού της νόμου (Ν. 1645/86). Πρώτος Διοικητής της νέας ΕΥΠ διορίζεται με απόφαση του Ανδρέα Παπανδρέου, ο Κώστας Τσίμας. Ο πολιτικός προϊστάμενος της Ε.Υ.Π. ήταν, έως ένα διάστημα, ο εκάστοτε υπουργός Προστασίας του Πολίτη.

 

Γεννήσεις

1833 – Γιοχάνες Μπραμς. Γεννήθηκε στο Αμβούργο το 1833 από φτωχή οικογένεια. Ο πατέρας του, κοντραμπασίστας στο επάγγελμα, διέκρινε από πολύ νωρίς το ταλέντο του και φρόντισε εγκαίρως να λάβει την κατάλληλη μουσική παιδεία. Όταν ο Μπραμς ήταν 20 χρονών, ο Σούμαν, που ήταν 23 χρόνια μεγαλύτερός του, μελέτησε ορισμένες από τις συνθέσεις του και εξήγγειλε τη γέννηση μιας μεγαλοφυΐας. Υπάρχει η γενική πεποίθηση ότι ο Μπραμς και η σύζυγος του Ρόμπερτ Σούμαν, η πιανίστρια και συνθέτρια Κλάρα Βικ-Σούμαν, ήταν ερωτευμένοι, αλλά ότι η σχέση τους δεν ολοκληρώθηκε ίσως ποτέ, ούτε μετά το θάνατο του Σούμαν το 1856. Στη ζωή του Μπραμς έμελλε να υπάρξουν και άλλες αισθηματικές περιπέτειες, οι περισσότερες όμως από αυτές ήταν μονομερείς. Ο συνθέτης δεν παντρεύτηκε ποτέ.
Το 1855, άρχισε τις εμφανίσεις του ως πιανίστας. Κατέλαβε τη θέση του διευθυντή ορχήστρας στην πριγκηπική αυλή του Ντέτμολντ και το 1859 ίδρυσε και ανέλαβε τη διεύθυνση μιας γυναικείας χορωδίας στο Αμβούργο. Απογοητευμένος από την αδυναμία του να διοριστεί διευθυντής της Φιλαρμονικής του Αμβούργου, ο Μπραμς εγκαταστάθηκε το 1863 στη Βιέννη όπου πέρασε την υπόλοιπή του ζωή. Δεν έγραψε ποτέ όπερα, αλλά συνέθεσε αριστουργήματα σε όλα σχεδόν τα υπόλοιπα μουσικά είδη: τέσσερις συμφωνίες, τέσσερα κοντσέρτα, δύο σερενάτες για ορχήστρα και δύο εισαγωγές. Συνέθεσε επίσης το «Γερμανικό Ρέκβιεμ» (έντονα προσωπικού ύφους)[12] και άλλα χορωδιακά έργα με συνοδεία και a capella, τραγούδια, μεγάλο όγκο έργων για μουσική δωματίου, τις παραλλαγές Χάυντν για ορχήστρα, τις παραλλαγές Χέντελ και Παγκανίνι για πιάνο, δεκάδες έργα για πιάνο (ήταν το αγαπημένο του όργανο), αλλά και έργα για εκκλησιαστικό όργανο. Πρέπει επίσης να μνημονεύσουμε τους ιδιαίτερα δημοφιλείς «Ουγγρικούς Χορούς» για τέσσερα χέρια, που γνώρισαν μετά τον Μπραμς πολλές ενορχηστρώσεις.
Ο Μπραμς αντιτάχθηκε στον ριζοσπαστισμό των πρωτοπόρων συνθετών Λιστ και Βάγκνερ και δέχτηκε επιθέσεις από τους οπαδούς τους. Προτού φτάσει στο τέλος της ζωής του, μεγάλο μέρος αυτής της πολεμικής είχε καταλαγιάσει. Μουσικοί και ακροατές είχαν αρχίσει να καταλαβαίνουν ότι μπορεί κανείς να αγαπά τη μουσική που γεννήθηκε και στα δύο αντιμαχόμενα ιδεολογικά στρατόπεδα.
Ο Μπραμς πέθανε από καρκίνο του ήπατος στη Βιέννη, στις 3 Απριλίου 1897. Στην κηδεία του παρέστησαν χιλιάδες θαυμαστές του απ’ όλη την Ευρώπη και οι σημαίες κυμάτισαν μεσίστιες σε όλα τα πλεούμενα στο λιμάνι του Αμβούργου.

1861 – Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ. Γεννήθηκε στην Καλκούτα, στη δυτική Βεγγάλη. Ήταν το δέκατο τέταρτο παιδί του Ντεμπεντρανάθ Ταγκόρ, ενός εκ των ιδρυτών του κινήματος Μπράχμο Σαμαζ (Brahmo Samaj), και εγγονός του Ντβαρκανάθ Ταγκόρ. Ο πατέρας του ήταν συγγραφέας, θρησκευτικός ηγέτης. Μεγάλωσε σε οικογένεια καλλιτεχνών και κοινωνικών και θρησκευτικών μεταρρυθμιστών, που αντιτίθεντo στο σύστημα των καστών και προωθούσαν βελτιώσεις στη θέση της γυναίκας Ινδής. Ο Ραμπιντρανάθ ήταν επίσης χορτοφάγος.
Ο Ταγκόρ σπούδασε στην Καλκούτα και την Αγγλία. Είναι γνωστός τόσο ως ποιητής όσο και ως φιλόσοφος, αν και οι δύο αυτές τέχνες είναι συχνά συνεκτικά δεμένες στον ινδικό πολιτισμό, και ενυπάρχει μία υπονοούμενη φιλοσοφία εντός της ποίησης του Ταγκόρ. Επίσης ενδιαφέρθηκε για την εκπαίδευση και την παιδαγωγική και, το 1921, αποκατέστησε το πανεπιστήμιο Vishbabharati στη Σαντινικετάν, όπου παραδίδεται εκπαίδευση πάνω στον ινδικό πολιτισμό τόσο σε Ινδούς όσο και σε ξένους. Ο Ταγκόρ υπήρξε ο πρώτος συγγραφέας από την Ασία στον οποίο απονεμήθηκε το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1913 “για τον βαθιά ευαίσθητο, φρέσκο και όμορφο στίχο του, με τον οποίο, με μεγάλη ικανότητα, έχει καταστήσει την ποιητική του σκέψη, εκφρασμένη στις δικές του Αγγλικές λέξεις, μέρος της λογοτεχνίας της Δύσης”.
Μετά το 1912 ταξίδεψε στην Ευρώπη, Αμερική και την Ασία και έδινε διαλέξεις και διάβαζε τα έργα του. Ήταν ένθερμος υποστηρικτής της ανεξαρτησίας της Ινδίας. Το 1915 του απονεμήθηκε ο τίτλος του ιππότη, αλλά αποκήρυξε τον τίτλο το 1919 μετά τη σφαγή στο Άμριτσαρ. Είχε επηρεαστεί από τις Ουπανισάντ, τις οποίες θεωρούσε ως πηγή της αληθινής σοφίας. Στο έργο του εκδηλώνει σεβασμό και αγάπη προς τη φύση και τον συνάνθρωπο. Στη δεκαετία του 1920 άρχισε να ζωγραφίζει. Επίσης, έγραψε περίπου 2230 τραγούδια. Πολλά από τα ποιήματά του μελοποιήθηκαν.

 

1919 – Εβίτα Περόν (María Eva Duarte de Perón, 7 Μαΐου 1919 – 26 Ιουλίου 1952) ήταν η δεύτερη σύζυγος του προέδρου της Αργεντινής Χουάν Ντομίνγκο Περόν (1895-1974) και Πρώτη Κυρία της Αργεντινής από το 1946 μέχρι τον θάνατό της το 1952. Συχνά την αναφέρουν απλά ως Εύα Περόν ή με το υποκοριστικό Εβίτα.
Γεννήθηκε στο αγροτικό χωριό Λος Τόλδος, στην Πάμπα, η νεότερη από 5 παιδιά. Το 1934 και σε ηλικία δεκαπέντε χρονών μετακόμισε στην πρωτεύουσα της χώρας, το Μπουένος Άιρες, όπου επεδίωξε σταδιοδρομία ηθοποιού στο θέατρο, το ραδιόφωνο και το σινεμά. Γνώρισε τον συνταγματάρχη Χουάν Περόν το 1944, σε μια φιλανθρωπική εκδήλωση στο Μπουένος Άιρες για τα θύματα του σεισμού του Σαν Χουάν, και παντρεύτηκαν τον επόμενο χρόνο. Το 1946 ο Χουάν Περόν εξελέγη πρόεδρος της Αργεντινής. Κατά τη διάρκεια των επόμενων έξι χρόνων η Εύα Περόν απέκτησε δύναμη στα φιλο-Περονικά εργατικά σωματεία, μιλώντας για τα εργατικά δικαιώματα. Επίσης, διηύθυνε τα υπουργεία Εργασίας και Υγείας, ίδρυσε και διηύθυνε το φιλανθρωπικό Ίδρυμα Εύα Περόν, πάλεψε για τα δικαιώματα των γυναικών στην Αργεντινή και ίδρυσε και διηύθυνε το πρώτο γυναικείο πολιτικό κόμμα μεγάλης κλίμακας της χώρας,το Γυναικείο Περονικό Κόμμα.
Το 1951, η Εύα Περόν αποδέχτηκε το χρίσμα των Περονικών για τη θέση του Αντιπροέδρου της Αργεντινής. Στον αγώνα αυτό έλαβε μεγάλη υποστήριξη από την πολιτική βάση των Περονικών, χαμηλόμισθους Αργεντινούς και μέλη της εργατικής τάξης γνωστών ως ντεσκαμισάντος, «χωρίς πουκάμισο». Εντούτοις, η αντιπολίτευση των στρατιωτικών και της υψηλής κοινωνίας σε συνδυασμό με την φθίνουσα υγεία της τελικά την ανάγκασαν να αποσύρει την υποψηφιότητά της. Το 1952, λίγο πριν το θάνατό της από καρκίνο στην ηλικία των τριαντατριών ετών, η Εύα Περόν έλαβε από το Κογκρέσο της Αργεντινής τον επίσημο τίτλο του Πνευματικού Ηγέτη του Έθνους. Απευθυνόμενη προς τον κόσμο, από το μπαλκόνι της Προεδρικής κατοικίας, για τελευταία φορά, ανακοίνωσε ότι θα επιστρέψει όλους τους τίτλους τιμής που της έχουν αποδοθεί έως τώρα και θα κρατήσει μόνο τον τελευταίο τίτλο, του “Πνευματικού Ηγέτη του Έθνους”.
Η ταφή της Πρώτης Κυρίας, έγινε με τιμές Αρχηγού κράτους και δημοσία δαπάνη. Τεράστιο και βαρύτατο ήταν το πένθος, από τον Λαό της Αργεντινής, που τόσο αγάπησε. Η ιστορία της έγινε κομμάτι της μαζικής κουλτούρας ως το αντικείμενο του μιούζικαλ Εβίτα στη θεατρική σκηνή, και έπειτα σε ταινία, με πρωταγωνίστρια την τραγουδίστρια Μαντόνα.

 

Θάνατοι

1941 – Τζέιμς Φρέιζερ (James George Frazer, 1 Ιανουαρίου 1854 – 7 Μαΐου 1941). Μέλος της Βασιλικής Εταιρείας, Μέλος της Βασιλικής Εταιρείας του Εδιμβούργου, Μέλος της Βασιλικής Ακαδημίας, Μέλος του Τάγματος της Αξίας ήταν σκωτσέζος ανθρωπολόγος και συγγραφέας πολλών έργων, που έγινε γνωστός κυρίως για το δωδεκάτομο έργο του The Golden Bough (Ο χρυσός κλώνος, 1890-1915), στον οποίο ανάμεσα σε άλλα οφείλονται και οι όροι «συμπαθητική μαγεία» και «τοτεμισμός».
Παρακολούθησε το πανεπιστήμιο της Γλασκώβης και το πανεπιστήμιο του Καίμπριτζ. Εκλέχθηκε καθηγητής του κολεγίου Τρίνιτυ το 1879 και παρέμεινε σε αυτή τη θέση μέχρι τον άτυχο θάνατό του το 1941. Έγινε καθηγητής της Κοινωνικής Ανθρωπολογίας στο πανεπιστήμιο του Λίβερπουλ, το 1907, όπου συνέχισε να διδάσκει μέχρι το 1922.
Το έργο του Φρέιζερ κάλυψε ένα ευρύ πεδίο ανθρωπολογικής έρευνας, αν και αφιερώθηκε στη μελέτη του μύθου και της θρησκείας. Ήταν ο πρώτος που υπέθεσε ότι υπάρχει σχέση μεταξύ των μύθων και των τελετουργιών, γεγονός που στοιχειοθέτησε τη θέση του μύθου στην κοινωνική τάξη. Η θεωρία του επεκτάθηκε, προκειμένου να ερμηνεύσει το νόημα των μύθων στις εγγράμματες κοινωνίες. Το έργο του άσκησε σημαντική επίδραση στις νεότερες γενιές ανθρωπολόγων του Καίμπριτζ και κυρίως στην Τζέιν Έλεν Χάρισον (Jane Ellen Harrison) και εν γένει στη σκέψη του 20ου αιώνα για τις πρωτόγονες κοινωνίες.
Το μεγαλύτερο έργο του υπήρξε Ο Χρυσός Κλώνος (1890), (ελληνικός τίτλος εκδ. Εκάτη) μια μελέτη των αρχαίων λατρειών, τελετουργιών και μύθων και των παραλληλισμών τους στον πρώιμο Χριστιανισμό. Για τα επόμενα 25 χρόνια το επέκτεινε διαρκώς και η πλήρης έκδοση έφθασε τους 12 τόμους καταγραμμένης έρευνας λατρειών, μύθων και τελετουργιών και η επίδρασή τους στην ανάπτυξη της θρησκείας. Το συγκεκριμένο βιβλίο καθιέρωσε τον Φρέιζερ ως επιφανή ακαδημαϊκό.

1998 – Άλαν Μακλίοντ Κόρμακ. Ο Κόρμακ γεννήθηκε στο Γιοχάνεσμπουργκ της Νότιας Αφρικής. Φοίτησε στο γυμνάσιο αγοριών Rondebosch στο Κέιπ Τάουν , όπου δραστηριοποιήθηκε στις ομάδες συζητήσεων και τένις. [3] Έλαβε το B.Sc. στη φυσική το 1944 από το Πανεπιστήμιο του Κέιπ Τάουν και το M.Sc. στην κρυσταλλογραφία το 1945 από το ίδιο ίδρυμα. Ήταν διδακτορικός φοιτητής στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ από το 1947–49 και ενώ ήταν στο Κέιμπριτζ γνώρισε τη μέλλουσα σύζυγό του, Μπάρμπαρα Σίβεϊ, Αμερικανίδα φοιτήτρια φυσικής.
Αφού παντρεύτηκε τη Μπάρμπαρα, επέστρεψε στο Πανεπιστήμιο του Κέιπ Τάουν στις αρχές του 1950 για να δώσει διαλέξεις. Μετά από ένα σάββατο στο Χάρβαρντ το 1956-57, το ζευγάρι συμφώνησε να μετακομίσει στις Ηνωμένες Πολιτείες και ο Κόρμακ έγινε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Tufts το φθινόπωρο του 1957. Ο Κόρμακ έγινε πολιτογραφημένος πολίτης των Ηνωμένων Πολιτειών το 1966. Αν και ήταν κυρίως δουλεύοντας στη σωματιδιακή φυσική, το πλευρικό ενδιαφέρον του Cormack για την τεχνολογία ακτίνων Χ τον οδήγησε να αναπτύξει τα θεωρητικά θεμέλια της αξονικής σάρωσης. Αυτή η εργασία ξεκίνησε στο Πανεπιστήμιο του Κέιπ Τάουν και στο νοσοκομείο Groote Schuurστις αρχές του 1956 και συνέχισε για λίγο στα μέσα του 1957 μετά την επιστροφή του από το σάββατό του. Τα αποτελέσματά του δημοσιεύτηκαν στη συνέχεια σε δύο δημοσιεύσεις στο Journal of Applied Physics το 1963 και το 1964. Αυτές οι εργασίες προκάλεσαν ελάχιστο ενδιαφέρον έως ότου ο Hounsfield και οι συνεργάτες του κατασκεύασαν τον πρώτο αξονικό τομογράφο το 1971, μεταφέροντας τους θεωρητικούς υπολογισμούς του Cormack σε μια πραγματική εφαρμογή. Για τις ανεξάρτητες προσπάθειές τους, ο Cormack και ο Hounsfield μοιράστηκαν το 1979 το Νόμπελ Φυσιολογίας ή Ιατρικής. Είναι αξιοσημείωτο ότι οι δυο τους κατασκεύασαν έναν πολύ παρόμοιο τύπο συσκευής χωρίς συνεργασία σε διαφορετικά μέρη του κόσμου. Ήταν μέλος της Διεθνούς Ακαδημίας Επιστημών του Μονάχου. Το 1990, του απονεμήθηκε το Εθνικό Μετάλλιο της Επιστήμης.

 

Πηγές: Σαν σήμερα, el.wikipedia


AgrinioStories | Επιμέλεια Λ.Τ