11 Αυγούστου 2022

Συνέβη 6 Ιουνίου στην Ελλάδα και τον κόσμο

6 Ιουνίου 2022

Είναι η 157η ημέρα του έτους κατά το Γρηγοριανό ημερολόγιο και υπολείπονται 208 ημέρες για τη λήξη του.
Ανατολή ήλιου: 06:02 – Δύση ήλιου: 20:44 – Διάρκεια ημέρας: 14 ώρες 42 λεπτά
Σελήνη 6.2 ημερών
Ημέρα της Ρωσικής Γλώσσας
Παγκόσμια Ημέρα κατά των Παρασίτων
Χρόνια πολλά στους: Ιλαρίωνα, Ιλαρία, Ιλαριάδα και Λαριάδα.

 

Γεγονότα

 

552 – Ιουστινιανός. Ο Στρατός του Βυζαντίου, υπό τον Στρατηγό Ναρσή, ανακαταλαμβάνει τη Ρώμη, την οποία κατείχαν οι Γότθοι. Ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός πραγματοποιεί έτσι το όραμα της αποκαταστάσεως της Αυτοκρατορίας στην παλαιά της έκταση και αίγλη.
Ο Ναρσής (478 – 574) ήταν Βυζαντινός στρατηγός στην υπηρεσία του Ιουστινιανού του Α’ . Πέρασε το περισσότερο κομμάτι της ζωής του ως ευνούχος στο παλάτι των αυτοκρατόρων της Κωνσταντινούπολης. Αν και λίγα είναι γνωστά για την καταγωγή του, θεωρείται γόνος της περιώνυμης αριστοκρατικής οικογένειας Καμσαρακάν της περσικής Αρμενίας.
Αρχικά συνέτριψε το 552 τους Οστρογότθους υπό τον Τωτίλα ο οποίος σκοτώθηκε στην μάχη των Βουσταγαλλώρων. Λίγο μετά συντρίβει την τελευταία προσπάθεια αντίστασης των Γότθων στη μάχη του Βεζουβίου, όπου φονεύεται ο διάδοχος του Τωτίλα – βασιλέας Τέϊα, ο οποίος έμελλε να είναι ο τελευταίος βασιλιάς των Οστρογότθων. Κατόπιν το 554, σημείωσε ακόμα πιο λαμπρή νίκη στην Ιταλία κατά των Φράγκων στη μάχη του ποταμού Βολτούρνου. Σε αυτές τις μάχες, ο Ναρσής ήταν ήδη 70 ετών, αλλά σε αντίθεση με όλες τις προβλέψεις εκπλήρωσε όλους τους στόχους της εκστρατείας και έζησε για πολλά ακόμη χρόνια. Μετά την απώθηση των Φράγκων, ο Γοτθικός πόλεμος σχεδόν τελείωσε (οι στρατιώτες του Ναρσή εξάλειψαν την τελευταία αντίσταση στα δυσπρόσιτα βουνά της Βόρειας Ιταλίας το 563).
Παρέμεινε στην Ιταλία για το υπόλοιπο της ζωής του, όπου ενεργούσε ως αντιβασιλέας στο όνομα του αυτοκράτορα και κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια για την ανοικοδόμηση της πυκνοκατοικημένης και κατεστραμμένης χερσονήσου. Ο Ναρσής είχε πολλά προτερήματα αλλά και αρκετά ελαττώματα. Ήταν ζηλόφθων, πεισματάρης και ιδιαίτερα ενοχλητικός όταν προσπαθούσε να συγκεντρώσει χρήματα, χωρίς να λαμβάνει υπόψιν τα καθημερινά προβλήματα, αφού στην μεταπολεμική Ιταλία, οι πολύ φτωχοί άνθρωποι ήταν αυτοί που δυσκολεύονταν να δώσουν χρήματα. Ωστόσο, αυτό μπορεί να δικαιολογηθεί εν μέρει και από την επιθυμία του αυτοκράτορα να αναπληρώσει τους πόρους που χάθηκαν για την ανάκτηση της Ιταλίας. Ωστόσο, η θέση της Κωνσταντινούπολης στην Ιταλία απεδείχθη εύθραυστη μετά τον θάνατο του Ναρσή (παρά το γεγονός ότι διατήρησε ερείσματα μέχρι τον 11ο αιώνα).

 

1850 – Λιβάι Στράους. Ο Λιβάι Στράους παρουσιάζει το πρώτο παντελόνι τζιν. Η ιστορία του τζιν -ενός κατεξοχήν αμερικάνικου ενδύματος- είναι περίπου τόσο παλιά, όσο κι αυτή της ίδιας της Αμερικής. Από μία εκδοχή του συγκεκριμένου υφάσματος ήταν κατασκευασμένα τα πανιά στις καραβέλες Νίνα, Πίντα και Σάντα Μαρία, με τις οποίες έφτασε το 1492 στον Νέο Κόσμο ο Χριστόφορος Κολόμβος.
Περίπου τρεισήμισι αιώνες αργότερα, το 1850, ένας 20χρονος βαυαρός μετανάστης, ο Λιβάι Στρος, ξεκίνησε από τη Νέα Υόρκη για την Καλιφόρνια, ακολουθώντας το ρεύμα των χρυσοθήρων. Πωλούσε το ανθεκτικό καραβόπανο, που είχε χρησιμοποιήσει ο Κολόμβος, για την κατασκευή σκηνών και σκεπάστρων για τα βαγονέτα. Αυτό που χρειάζονταν, όμως, περισσότερο οι χρυσοθήρες ήταν ρούχα που να αντέχουν στις δοκιμασίες της Άγριας Δύσης. Έτσι, ο Στρος σκέφτηκε να χρησιμοποιήσει το ύφασμά του για να φτιάξει ανθεκτικά παντελόνια. Τα παρουσίασε στις 6 Ιουνίου 1850 κι έγιναν ανάρπαστα. Λόγο της γενοβέζικης καταγωγής τους -τζένοαν για τους αμερικανούς- ονομάστηκαν τζινς.
Σύντομα, όμως, οι χρυσοθήρες άρχισαν να διαμαρτύρονται ότι το σκληρό καραβόπανο τους προκαλούσε διάφορους ερεθισμούς. Για το λόγο αυτό, ο Στρος αποφάσισε να αντικαταστήσει το ύφασμα με ένα γαλλικό βαμβακερό, διαγώνιας ύφανσης, το οποίο ονομαζόταν Serge de Nimes κι έγινε γνωστό ως ντένιμ – δίμιτο στα ελληνικά.

 

1933 – Το αυτοκίνητο του Ελ. Βενιζέλου. Νέα δολοφονική απόπειρα σημειώνεται κατά του Ελευθέριου Βενιζέλου. Το βράδυ της 6ης Ιουνίου 1933, ο Ελευθέριος Βενιζέλος μαζί με τη σύζυγό του Έλενα γευμάτιζαν στο σπίτι της Πηνελόπης Δέλτα στην Κηφισιά. Παρέμειναν εκεί ως τις 11 το βράδυ, οπότε πήραν το δρόμο της επιστροφής για την Αθήνα.
Το ζεύγος Βενιζέλου επέβαινε σε ένα αυτοκίνητο τύπου «Πακάρ», ενώ ακολουθούσε ένα «Φορντ» με τους άνδρες ασφαλείας. Τα δύο οχήματα κινούνταν με μέση ταχύτητα 50 χιλιομέτρων στη Λεωφόρο Κηφισίας. Όταν έφθασαν στο ύψος του κέντρου «Παράδεισος» στο νότιο Μαρούσι ένα αυτοκίνητο με σβησμένα τα φώτα έκλεισε το δρόμο του αυτοκινήτου ασφαλείας του Βενιζέλου. Ταυτόχρονα, ακούσθηκαν οι πρώτοι πυροβολισμοί και ο σωματοφύλακας Μαρκάκης, που επέβαινε στο συνοδευτικό αυτοκίνητο, κτυπήθηκε στο κεφάλι και πέθανε λίγο αργότερα.
Οι επιδρομείς στράφηκαν αμέσως κατά του αυτοκίνητου του Ελευθερίου Βενιζέλου, που εκείνη την περίοδο ήταν αρχηγός της αξιωματικής αντιπολιτεύσεως, έχοντας μόλις χάσει τις εκλογές. Άρχισαν πυρ ομαδόν. Ο Βενιζέλος διατήρησε την ψυχραιμία του και συμπαρέσυρε τη γυναίκα του στο δάπεδο της «Πακάρ», δίνοντας παράλληλα εντολή στον οδηγό του Ιωάννη Νικολάου να αναπτύξει ταχύτητα για να ξεφύγουν από τους διώκτες τους.
Μετ’ ολίγο και παρά την αντίδραση του Βενιζέλου, ο συνοδηγός μοίραρχος Κουφογιαννάκης αποβιβάστηλε, προκειμένου να καθυστερήσει το αυτοκίνητο των δολοφόνων. Το συνοδευτικό αυτοκίνητο, λόγω της παλαιότητάς του, τέθηκε εκτός μάχης και δεν μπόρεσε να παράσχει προστασία στον Εθνάρχη και τη σύζυγό του. Η κούρσα θανάτου με καταιγισμό πυροβολισμών διήρκεσε περίπου μισή ώρα, ώσπου το «Πακάρ» του Βενιζέλου κατόρθωσε να ξεφύγει από τους διώκτες του στο ύψος του Γηροκομείου. Κατευθύνθηκε προς το νοσοκομείο «Ευαγγελισμός» για να προσφερθούν οι πρώτες βοήθειες στην Έλενα Βενιζέλου, που είχε τραυματισθεί ελαφρά.

 

1944 – «D-Day».Η μάχη της Νορμανδίας, με την κωδική ονομασία Operation Overlord (ελληνικά: Επιχείρηση Επικυρίαρχος), ήταν μια από τις μεγάλες επιχειρήσεις του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στο ευρωπαϊκό στρατιωτικό μέτωπο. Διεξήχθη από τον Ιούνιο έως τον Αύγουστο του 1944 στη Νορμανδία και επέτρεψε στους Συμμάχους να ανοίξουν ένα νέο μέτωπο στη Δυτική Ευρώπη απέναντι στα στρατεύματα του Τρίτου Ράιχ. Άρχισε την Τρίτη, 6 Ιουνίου, 1944 – που ονομάστηκε ημέρα D (D-Day) – με την πτώση των πρώτων αλεξιπτωτιστών στη Γαλλία και την απόβαση στη Νορμανδία (Επιχείρηση Ποσειδώνας) σημαντικών δυνάμεων πεζικού στις δυτικές παραλίες του νομού Καλβαντός και στα ανατολικά της χερσονήσου Κοταντέν. Ο επίλογος γράφτηκε στις 19-21 Αυγούστου 1944 με την αιματηρή μάχη στο θύλακα της Φαλαίζ (τέλος των στρατιωτικών επιχειρήσεων στις 29 Αυγούστου με υποχώρηση των υπολοίπων του ηττημένου γερμανικού στρατού και διέλευση του Σηκουάνα), σχεδόν συγχρόνως με την απελευθέρωση του Παρισιού, στις 25 Αυγούστου. Τα αποτελέσματα της μάχης της Νορμανδίας ενισχύθηκαν από την επιχείρηση Μπαγκρατιόν της 22ας Ιουνίου στο Ανατολικό Μέτωπο και από τη συμμαχική απόβαση στην Προβηγκία στις 15 Αυγούστου και επέσπευσαν το τέλος του πολέμου στην Ευρώπη.
Κατά την πρώτη φάση της μάχης, την απόβαση στη Νορμανδία, οι Σύμμαχοι δεν κατάφεραν να επιτύχουν τους στόχους τους για την πρώτη μέρα, αλλά απέκτησαν ένα προγεφύρωμα που επεκτάθηκε σταδιακά όταν κατέλαβαν το λιμάνι του Χερβούργου στις 26 Ιουνίου και την πόλη Καν στις 21 Ιουλίου. Μετά από μία αποτυχημένη αντεπίθεση των γερμανικών δυνάμεων στις 8 Αυγούστου, παγιδεύτηκαν, στον θύλακα της Φαλαίζ, 50.000 στρατιώτες της 7ης Στρατιάς. Οι γερμανικές δυνάμεις που κατάφεραν να διαφύγουν υποχώρησαν ανατολικά κατά μήκος του Σηκουάνα στις 29 Αυγούστου 1944, σημειώνοντας το τέλος της μάχης της Νορμανδίας.

 

1965 – Οι Rolling Stones κυκλοφορούν το «(I Can’t Get No) Satisfaction». Είναι ένα τραγούδι που ηχογραφήθηκε από το αγγλικό ροκ συγκρότημα Rolling Stones . Ένα προϊόν της συνεργασίας του Μικ Τζάγκερ και του Κιθ Ρίτσαρντς στη σύνθεση τραγουδιών , περιλαμβάνει ένα κιθαριστικό riff του Richards που ανοίγει και οδηγεί το τραγούδι. Το riff του Richards θεωρείται ευρέως ένα από τα καλύτερα hook όλων των εποχών. Οι στίχοι του τραγουδιού αναφέρονται σε σεξουαλική απογοήτευση.
Το τραγούδι κυκλοφόρησε για πρώτη φορά ως σινγκλ στις Ηνωμένες Πολιτείες τον Ιούνιο του 1965 και συμπεριλήφθηκε επίσης στην αμερικανική έκδοση του τέταρτου στούντιο άλμπουμ των Rolling Stones, Out of Our Heads , που κυκλοφόρησε τον Ιούλιο. Το “Satisfaction” ήταν μεγάλη επιτυχία, δίνοντας στους Stones το πρώτο τους νούμερο ένα στις ΗΠΑ. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, το τραγούδι αρχικά παιζόταν μόνο σε πειρατικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς , επειδή οι στίχοι του θεωρήθηκαν ανήθικοι. Αργότερα έγινε το τέταρτο νούμερο ένα των Rolling Stones στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Είναι ένα από τα πιο δημοφιλή τραγούδια στον κόσμο και ήταν το Νο. 31 στη λίστα με τα 500 καλύτερα τραγούδια όλων των εποχών του περιοδικού Rolling Stone το 2021. Εισήχθη στο Grammy Hall of Fame το 1998 και είναι το 10ο τραγούδι στην κατάταξη των κριτικών όλων των εποχών σύμφωνα με το Acclaimed Music . Το τραγούδι προστέθηκε στο Εθνικό Μητρώο Ηχογράφησης της Βιβλιοθήκης του Κογκρέσου το 2006.

 

1984 – O ρώσος μαθηματικός Αλεξέι Παζίτνοφ παρουσιάζει το δημοφιλές βιντεοπαιχνίδι – παζλ «Tetris». Η ονομασία του προέρχεται από το ελληνικό αριθμητικό πρόθημα «τέτρα-» και τη λέξη «τένις». Το Τέτρις έγινε το πρώτο βιντεοπαιχνίδι της ΕΣΣΔ που κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ, όπου διανεμήθηκε από την Spectrum HoloByte για το Commodore 64 και τους υπολογιστές IBM. Το παιχνίδι χρησιμοποιεί κλασικά σχήματα παζλ, τα οποία χρησιμοποιούνται από το 1907, τα οποία τα ονόμασε Πολυόμινα ο γνωστός μαθηματικός Σόλομον Γ. Γκόλομπ. Σκοπός του παιχνιδιού είναι το ορθό και συμμετρικό κτίσιμο αυτών των σχημάτων. Σε περίπτωση σωστών τοποθετήσεων εξαφανίζεται όγκος αυτών και δημιουργείται περαιτέρω χώρος για κτίσιμο, ενώ σε αντίθετη περίπτωση ο τοίχος ξεπερνά τα όρια και τελειώνει το παιχνίδι.
Το παιχνίδι (και οι πολυάριθμες εκδόσεις του) είναι διαθέσιμο σχεδόν σε οιαδήποτε κονσόλα και λειτουργικό σύστημα υπολογιστή, καθώς και σε κινητά, σε γραφηματικές αριθμομηχανές, σε φορητές συσκευές αναπαραγωγής πολυμέσων, σε προσωπικούς ψηφιακούς οδηγούς και σε συσκευή αναπαραγωγής μουσικής δικτύου. Έχει χρησιμοποιηθεί ως έμπνευση μέχρι και για πιάτα,[8] ενώ έχει παιχτεί κι επάνω σε διάφορα πραγματικά κτήρια.
Ήδη από τις πρώτες εκδόσεις του παιχνιδιού, τόσο η έκδοση μηχανών τύπου στοών (arcade) όσο και οι οικιακές εκδόσεις είχαν μεγάλες εισπρακτικές επιτυχίες, ωστόσο η έκδοση που το έκανε ένα από τα δημοφιλέστερα και κλασικότερα παιχνίδια όλων των εποχών ήταν αυτή του Game Boy, η οποία έγινε το 1989. Στο εκατοστό τεύχος του, το Electronic Gaming Monthly τοποθέτησε το Τέτρις πρώτο στη λίστα με τα Σπουδαιότερα Παιχνίδια όλων των εποχών. Το 2007, σε αντίστοιχη λίστα της IGN, το παιχνίδι κατέληξε στην δεύτερη θέση. Το 2010, ανακοινώθηκε ότι όλη η σειρά Τέτρις είχε πουλήσει 170 εκατομμύρια αντίτυπα, εκ των οποίων τα 70 εκ. ήταν υλικά και τα 100 εκ. ψηφιακά σε κινητές συσκευές, πράγμα που το έκανε το παιχνίδι με τις περισσότερες πωλήσεις μέσω λήψεως όλων των εποχών. Στις 14 Μαρτίου του 2014, η The Tetris Company ανακοίνωσε ότι, για την 30ή επέτειο του παιχνιδιού, το παιχνίδι θα ήταν διαθέσιμο στις κονσόλες PlayStation 4 και Xbox One, με τη συνεργασία της Ubisoft (διανομή) και της SoMa Play (ανάπτυξη).

 

Γεννήσεις

 

1875 – Τόμας Μαν. Γεννήθηκε στο Λίμπεκ (Lübeck, εξελλ. Λυβέκκη) της Γερμανίας στις 6 Ιουνίου 1875. Υπήρξε δευτερότοκος γιος τού —Χανσεατικής καταγωγής— γερουσιαστή και εμπόρου σιτηρών Τόμας Γιόχαν Χάινριχ Μαν και της γεννημένης στο Ρίο ντε Τζανέιρο συγγραφέως Χούλια ντα Σίλβα Μπρουνς[. Ο Μαν προοριζόταν αρχικώς να αναλάβει ενεργό ρόλο στη φυτεία σιτηρών του πατέρα του, σχέδιο που ανατράπηκε από τον αιφνίδιο θάνατο του τελευταίου. Έπειτα από τη ρευστοποίηση της επιχείρησης —η οποία αριθμούσε περί τα εκατό χρόνια ζωής— ο έφηβος τότε Μαν παρέμεινε στο Λίμπεκ για να τελειώσει το σχολείο, και κατόπιν ακολούθησε τη μητέρα και τα μικρότερα αδέλφια του στο Μόναχο. Εκεί εργάστηκε ως υπάλληλος ασφαλιστικής εταιρείας, θέση που σύντομα εγκατέλειψε προκειμένου να παρακολουθήσει διαλέξεις ιστορίας, οικονομικών και λογοτεχνίας στο πανεπιστήμιο του Μονάχου[15]. Ήταν τότε που έγραψε την πρώτη του συλλογή διηγημάτων με τίτλο Ο μικρός κύριος Φρίντεμαν (1898). Έκτοτε αφιερώθηκε στο γράψιμο, ενώ το 1905 νυμφεύθηκε την Κάτια Πρίνγκσχαϊμ με την οποία απέκτησε έξι παιδιά, τρία κορίτσια και τρία αγόρια.
Κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου (1914-1918) ο Μαν, παρόλο που ο ίδιος δεν συμμετείχε, έπαυσε κάθε του καλλιτεχνική δραστηριότητα, καθώς υποχρεώθηκε να αναθεωρήσει θεμελιώδεις ιδέες και παραδοχές που είχαν καλλιεργηθεί εντός του με την πάροδο των ετών. Αυτή η εσωτερική διανοητική αναζήτηση εκδηλώθηκε γραπτώς για πρώτη φορά στους Στοχασμούς ενός απολιτικού (1918). Ακολουθούν η έκδοση του Μαγικού Βουνού το 1924 και η βράβευσή του με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1929.
Κατά την άνοδο των Ναζί στην εξουσία το 1933, ο Τόμας Μαν βρισκόταν στη Ζυρίχη με τη σύζυγό του. Ύστερα από προτροπή του γιου του, Κλάους, δεν επέστρεψε στη Γερμανία, λόγω της έντονης κριτικής που είχε ασκήσει στον Ναζισμό κατά τα προηγούμενα χρόνια. Το 1936 τού αφαιρέθηκε η γερμανική υπηκοότητα και έναν χρόνο μετά τού αφαιρέθηκε και ο τίτλος του επίτιμου διδάκτορα του Πανεπιστημίου της Βόννης. Το 1939 ταξίδεψε για τις Η.Π.Α., όπου δίδαξε στο πανεπιστήμιο Πρίνστον. Από το 1941 έως το 1952 έζησε στη Σάντα Μόνικα της Καλιφόρνια, ενώ μετά την πτώση του Τρίτου Ράιχ επισκεπτόταν την Ευρώπη τακτικά. Το 1947 εκδόθηκε το μυθιστόρημά του Δόκτωρ Φάουστους.
Στην Ευρώπη επέστρεψε το 1952 και εγκαταστάθηκε στο Κίλχμπεργκ της Ζυρίχης, όπου και πέθανε το 1955. Τα άπαντα του Τόμας Μαν εκδόθηκαν σε δώδεκα τόμους στο Βερολίνο το 1956 και στη Φρανκφούρτη το 1960.

1931 – Κική Δημουλά. Το πατρικό της όνομα ήταν Βασιλική Ράδου. Γεννήθηκε στην Αθήνα και είχε καταγωγή από την Μεσσήνη. Το 1952 παντρεύτηκε τον ποιητή και πολιτικό μηχανικό Άθω Δημουλά, με τον οποίο απέκτησε δύο παιδιά, τον Δημήτρη (1955) και την Έλση (1957). Εργάστηκε ως υπάλληλος στην Τράπεζα της Ελλάδος από το 1949 έως και το 1973. Υπήρξε πρόεδρος του ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη (κοινωφελές Ν.Π.Ι.Δ. υπό την αιγίδα της Ακαδημίας Αθηνών). Έκανε την εμφάνιση της στα γράμματα το 1952, σε ηλικία 19 χρονών, με τη ποιητική συλλογή «Ποιήματα», όμως μετά από λίγο αποκήρυξε εκείνη την πρώτη συλλογή της. Η επίσημη είσοδός της στην ποίηση έγινε το 1956, με τη συλλογή «Έρεβος». Αργότερα ήρθαν οι «Ερήμην», «Επί τα ίχνη» και η συλλογή «Το λίγο του κόσμου» για την οποία τιμήθηκε με το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποιήσεως. Το Κρατικό Βραβείο Ποίησης απέσπασε η συλλογή της «Χαίρε ποτέ», ενώ το Βραβείο του Ιδρύματος Ουράνη της απονεμήθηκε για την «Εφηβεία της λήθης», στην οποία περιλαμβάνεται το ποίημα «Σαν να διάλεξες», όπου η ποιήτρια συνδέει μια βόλτα στη λαϊκή αγορά με το μοιραίο του θανάτου: «Σπάνια να ψωνίσω. Γιατί εκεί σου λένε διάλεξε./ Είναι ευκολία αυτή ή πρόβλημα; Διαλέγεις και μετά/ πώς το σηκώνεις το βάρος το ασήκωτο/ που έχει η εκλογή σου. […] Το πολύ ν’ αγοράσω λίγο χώμα. Όχι για λουλούδια./ Για εξοικείωση./ Εκεί δεν έχει διάλεξε. Εκεί με κλειστά τα μάτια».
Ακολούθησαν οι συλλογές «Ενός λεπτού μαζί», «Ήχος απομακρύνσεων», «Εκτός σχεδίου», «Χλόη θερμοκηπίου», «Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως», «Τα Εύρετρα », «Δημόσιος Καιρός» και «Ανω τελεία». Σε μία ομιλία της για την ποίηση η Δημουλά όρισε ως εξής το ποίημα: «Βαδίζεις σε μιαν έρημο. Ακούς ένα πουλί να κελαηδάει. Όσο κι αν είναι απίθανο να εκκρεμεί ένα πουλί μέσα στην έρημο, ωστόσο εσύ είσαι υποχρεωμένος να του φτιάξεις ένα δέντρο. Αυτό είναι το ποίημα».

1960 – Στιβ Βάι: Γεννήθηκε στις 6 Ιουνίου 1960 και είναι Αμερικανός κιθαρίστας, συνθέτης, τραγουδοποιός και παραγωγός. Τρεις φορές νικητής του βραβείου Grammy και δεκαπέντε φορές υποψήφιος, Ο Βάι ξεκίνησε τη μουσική του καριέρα το 1978 σε ηλικία δεκαοκτώ ετών ως μεταγραφέας του Frank Zappa, και έπαιξε στο συγκρότημα του Zappa από το 1980 έως το 1983. Ξεκίνησε μια σόλο καριέρα το 1983 και έχει κυκλοφορήσει οκτώ σόλο άλμπουμ μέχρι σήμερα. Έχει ηχογραφήσει και έχει περιοδεύσει με τους Alcatrazz , David Lee Roth και Whitesnake, καθώς και ηχογράφηση με καλλιτέχνες όπως οι Public Image Ltd , Mary J. Blige , Spinal Tap και Alice Cooper .
Ο Βάι έχει περιγραφεί ως ένας «highly individualistic player» και είναι κιθαρίστας μιας γενιάς «βιρτουόζων του heavy rock και του metal που ήρθαν στο προσκήνιο τη δεκαετία του 1980». Κυκλοφόρησε το πρώτο του σόλο άλμπουμ Flex-Able το 1984, ενώ η πιο επιτυχημένη κυκλοφορία του, Passion and Warfare (1990), περιγράφηκε ως «το πλουσιότερο και καλύτερο άλμπουμ σκληρής ροκ κιθάρας-βιρτουόζο της δεκαετίας του ’80». Ψηφίστηκε ως ο «10ος καλύτερος κιθαρίστας» από το περιοδικό Guitar World , και έχει πουλήσει πάνω από 15 εκατομμύρια δίσκους.

 

Θάνατοι

 

1916 – Μιχαήλ Μητσάκης: Ως ημερομηνία γέννησης του Μιχαήλ Μητσάκη δίνεται το έτος 1868. Σύμφωνα με μελετητές του έργου του όμως, ασφαλέστερα έτη γεννήσεων θα ήταν το 1863 ή το 1865, καθώς αυτά συνάδουν καλύτερα με ορισμένα γεγονότα της ζωής του πεζογράφου. Γεννήθηκε στα Μέγαρα, γιος του Αριστείδη Μητσάκη, καθηγητή και ανωτέρου υπαλλήλου, και της Μαριγώς Μητσάκη (1830-1910), κόρης του Παναγιώτη Γιατράκου. Παρά την αρχοντική καταγωγή της μητέρας του, δεν ήταν εύπορος και αναγκάστηκε να ζήσει μέσω της συγγραφικής του δραστηριότητας. Έλαβε τις γυμνασιακές του σπουδές στη Σπάρτη, απ´όπου έλκυε την καταγωγή του. Ως μαθητής εξέδωσε την χειρόγραφη βραχύβια εφημερίδα “Ταΰγετος”.
Το 1880 γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, την οποία όμως εγκατέλειψε μετά από δύο χρόνια για να αφοσιωθεί στην δημοσιογραφία. Στην Αθήνα συμμετέχει αρχικά στη σύνταξη της σατιρικού περιεχομένου εφημερίδας “Ασμοδαίος”. Στη συνέχεια δημοσιεύει άρθρα σε όλες σχεδόν τις εφημερίδες της Αθήνας της εποχής του, καθώς και σε πολλά περιοδικά. Ενώ εκδίδει μόνος του δύο σατιρικές ευθυμογραφικές εφημερίδες, τις “Θόρυβος” και “Πρωτεύουσα”. Υπογράφει άλλοτε με το όνομά του, άλλοτε, χρησιμοποιώντας ψευδώνυμα (μεταξύ των οποίων τα: Καιροσκόπος, Κόθορνος, Πλανόδιος, Ιξίων, Κρακ), ενώ υπάρχουν πληροφορίες πως έγραψε και ανώνυμα άρθρα. Υπήρξε επίσης διευθυντής του Ελληνικού Ημερολογίου του Π.Δ.Σακελλαρίου, ενώ συνίδρυσε το σατιρικό “Άστυ” μαζί με το Θέμο και Μπάμπη Άννινο. Ανέλαβε επίσης αρκετές δημοσιογραφικές αποστολές, ταξιδεύοντας έτσι σε πολλές περιοχές της Ελλάδας και αποτυπώνοντας τις ταξιδιωτικές του εμπειρίες.
Παράλληλα με τη δημοσιογραφική του ενασχόληση, ο Μητσάκης παράγει και λογοτεχνικό έργο. Κινούμενος ανάμεσα στο διήγημα και το χρονογράφημα, δημοσιεύει αφηγήματα, κριτικά δοκίμια, επιγράμματα και ποιήματα και καθίσταται ένας από τους πρωτοπόρους του νατουραλισμού και θεμελιωτές της αστικής πεζογραφίας στην Ελληνική λογοτεχνική παραγωγή. Επηρεάζεται από τα ρεύματα του ρεαλισμού και του αισθητισμού, με τα οποία είχε έρθει σε επαφή από τη γνωριμία του με τη σύγχρονή του γαλλική λογοτεχνία. Η δομή του έργου του υποχωρεί στην προσπάθεια του συγγραφέα του να απεικονίσει την αποξένωση και την αλλοτρίωση της ζωής στην πόλη, ο μύθος και η πλοκή δεν τον ενδιαφέρουν ιδιαίτερα, ενώ επιμένει στην λεπτομέρεια.
Η γλώσσα των έργων του είναι μεικτή. Χρησιμοποιεί ένα προσωπικό ιδίωμα διανθισμένο κυρίως με στοιχεία της καθαρεύουσας. Η ιδιαιτερότητά του αυτή οφείλεται στο παραδοξότητα πως παρόλο που υπήρξε υπέρμαχος της Δημοτικής στο γλωσσικό ζήτημα που ταλάνιζε την εποχή του, γεγονός που μαρτυρείται από διάφορες πηγές (το κριτικό άρθρο του για τον Γεράσιμο Μαρκορά (1890),την επιστολή του “Η δήθεν δημώδης γλώσσα” (1888), το άρθρο του “Το γλωσσικόν ζήτημα εν Ελλάδι· Μια φιλολογική σελίς εις δυο γλώσσας” (1892), γραμμένο δυο φορές, μια στην καθαρεύουσα (“Η θλίψις του μαρμάρου”) και μια στη δημοτική (“Το παράπονο του μαρμάρου”)), ο ίδιος υποχρεώθηκε στην δημοσιογραφική του ζωή να γράψει στην καθαρεύουσα η οποία ήταν ο επιβεβλημένος τρόπος γραφής στις εφημερίδες της εποχής του. Η γλωσσική αυτή ιδιαιτερότητα του λογοτεχνικού του έργου οδήγησε τον Κωστή Παλαμά να δώσει στον Μητσάκη τον χαρακτηρισμό “Κάλβος του πεζού λόγου”.

 

1961 – Καρλ Γιουνγκ: Γεννήθηκε στις 26 Ιουλίου 1875 στο Κέσβιλ αμ Μπόντενζεε (Kesswil am Bodensee), κοντά στη λίμνη Κόνσταντς του καντονίου Τουργκάου (Thurgau) της Ελβετίας. Καταγόταν από σχετικά φτωχή και δίχως ιδιαίτερη μόρφωση οικογένεια, αλλά για τον ίδιο φρόντισαν το καλύτερο. Γιος ιερέα, βίωσε αρκετές ταραχές, εσωτερικές και εξωτερικές, κατά την παιδική του ηλικία, με αποτέλεσμα κατά την ηλικία των 12 ετών περίπου να υποφέρει από νεύρωση και κρίσεις λιποθυμίας. Ξεπερνώντας το πρόβλημα με δικές του προσπάθειες, συνειδητοποίησε για πρώτη φορά -όπως εξομολογείται ο ίδιος στο Αναμνήσεις, Όνειρα, Σκέψεις- το τι σημαίνει νεύρωση. Αν και τελικά τούτη η εμπειρία υπήρξε καθοριστική για τις αναζητήσεις του στο χώρο της Ιατρικής, δεν του έλειψε η επαφή με τις κλασικές σπουδές, εξαιτίας του πατέρα του. Από τα χρόνια του δημοτικού άρχισε μαθήματα λατινικών και πολύ γρήγορα επέδειξε ιδιαίτερη έφεση στην εκμάθηση γλωσσών, φτάνοντας να γίνει γνώστης πολλών σύγχρονων ευρωπαϊκών όσο και αρχαίων, συμπεριλαμβανομένης και της σανσκριτικής. Ήταν μοναχικό και εσωστρεφές παιδί, κάτι που τα χρόνια της εφηβείας του επιτάθηκε, σε βαθμό να μη δείχνει κανένα ενδιαφέρον για το σχολείο και να μη θέλει να πηγαίνει, προσποιούμενος πολύ συχνά τον άρρωστο. Τελικά τελείωσε το Ανθρωπιστικό Γυμνάσιο της Βασιλείας κάτω από μεγάλη πίεση.
Αν και αρχικά σκεφτόταν να γίνει αρχαιολόγος, σε ηλικία 20 ετών άρχισε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο της Βασιλείας κάτω από εξαιρετικά αντίξοες οικονομικές συνθήκες. Περιθωριακή φυσιογνωμία από πεποίθηση στα φοιτητικά του χρόνια, διέθετε εντούτοις σημαντική διανοητική δύναμη, που τον έκανε πόλο έλξης της φοιτητικής αδελφότητας της Ζοφίνγκια, στην οποία από νωρίς άρχισε να δίνει διαλέξεις για θεολογικά και ψυχολογικά θέματα. Σε αυτή την εποχή συνδέθηκε με βαθιά φιλία με τον Άλμπερτ Έρι.
Την περίοδο 1895-1899 ο Γιουνγκ έκανε πειράματα πνευματισμού με την εξαδέλφη του Έλεν Πράσβερκ – διόλου ασυνήθιστο για την εποχή του. Ακολουθώντας τη συμβουλή του καθηγητή Όιγκεν Μπλέλερ έκανε τα πειράματα και τις παρατηρήσεις του θέμα της διδακτορικής του διατριβής με τίτλο Ψυχολογία και Παθολογία των Αποκαλούμενων Απόκρυφων Φαινομένων (1902). Επηρεασμένος από τον διάσημο νευρολόγο Κραφτ-Έμπινγκ επέλεξε ως ειδικότητα την Ψυχιατρική.
Τον Ιούλιο του 1900 και έχοντας αποφασίσει να γίνει ψυχίατρος, ξεκίνησε ως βοηθός γιατρού με την εποπτεία του Όιγκεν Μπλέλερ, καθηγητή της Ψυχιατρικής στο πανεπιστήμιο της Ζυρίχης και διευθυντή του Νοσοκομείου Ψυχικών Νοσημάτων του Μπουργκχόλτσλι. Κλειδώθηκε από μόνος του για μισό χρόνο περίπου πίσω από τους τοίχους του ασύλου ψυχασθενών, προκειμένου να “συνηθίσει την ατμόσφαιρα”. Τον απορρόφησε ιδιαίτερα η έρευνα της ψυχωσικής συμπεριφοράς και του λόγου και εξερεύνησε τα πρωτόγονα λεκτικά σχήματα και τις στερεότυπες χειρονομίες των ασθενών. Τα αποτελέσματα αυτών των ερευνών αργότερα του έδωσαν το έναυσμα για τη διαμόρφωση της μεθόδου λεκτικού συνειρμού, σύμφωνα με την οποία μετρούσε με τη βοήθεια γαλβανόμετρου. Καθώς η μέθοδος λεκτικού συνειρμού χρησιμοποιήθηκε για τον νομικό καθορισμό γεγονότων, το πανεπιστήμιο Κλαρκ της Μασαχουσέτης του απένειμε το 1909 τιμητικό διδακτορικό Νομικής.
Παρόλο που το ενδιαφέρον του για τα παραψυχολογικά φαινόμενα -όπως αποκαλούνται σήμερα- έμεινε αμείωτο ως το τέλος της ζωής του, τη συγκεκριμένη περίοδο η προσοχή του μετατοπίστηκε στα συγχρονιστικά φαινόμενα. Αποτέλεσμα της έρευνάς του υπήρξε το Συγχρονικότητα: Μια μη αιτιατή συνεκτική αρχή, (1952), που εκδόθηκε μαζί με ένα δοκίμιο του Βόλφγκανγκ Πάουλι (Wolfgang Pauli), μια θεωρία που εφάρμοσε για την ερμηνεία των αποκαλούμενων μαντικών μεθόδων. Στην ίδια περίοδο συνδέθηκε με τον σινολόγο Ρίχαρντ Βίλχελμ (Richard Wilhelm), με τον οποίο συζητούσε τους πειραματισμούς του πάνω στο Ι Τσινγκ.

 

1968 – Ρόμπερτ Κένεντι: Γόνος αριστοκρατικής οικογένειας της Βοστώνης, ήταν το έβδομο από τα εννέα παιδιά του πολυεκατομμυριούχου πρώην πρεσβευτή των Η.Π.Α. στη Μεγάλη Βρετανία Τζόζεφ Πάτρικ Κένεντι και της Ρόουζ Φιτζέραλντ. Με άριστες νομικές σπουδές στα φημισμένα πανεπιστήμια του Χάρβαρντ και της Βιρτζίνια, ασχολήθηκε με την πολιτική βοηθώντας τον αδελφό του, Τζον Φιτζέραλντ Κέννεντυ, στον προεκλογικό του αγώνα ως γερουσιαστή. Το 1961 έγινε υπουργός Δικαιοσύνης ενώ παράλληλα ήταν σύμβουλος του προέδρου αδελφού του. Η θητεία του στο υπουργείο Δικαιοσύνης και η διαμάχη του με τον ρατσιστή κυβερνήτη της Αλαμπάμα, Τζορτζ Ουάλας, τον ανέδειξαν σε μαχητικό υπέρμαχο των δικαιωμάτων των μαύρων και των φτωχών, ενώ η αντιπολεμική στάση του στο θέμα του Βιετνάμ τον έκανε ιδιαίτερα αγαπητό στους κόλπους των φοιτητών και της φιλελεύθερης διανόησης. Το 1964 εξελέγη γερουσιαστής Νέας Υόρκης και στη συνέχεια εκδήλωσε την πρόθεσή του να διεκδικήσει το προεδρικό αξίωμα.

 

Πηγές: Σαν σήμερα, el.wikipedia


AgrinioStories | Επιμέλεια Λ.Τ