2 Οκτωβρίου 2022

Συνέβη 31 Αυγούστου στην Ελλάδα και τον κόσμο

31 Αυγούστου 2022

Είναι η 243η ημέρα του έτους κατά το Γρηγοριανό ημερολόγιο.
Υπολείπονται 122 ημέρες για τη λήξη του
🌅  Ανατολή ήλιου: 06:54 – Δύση ήλιου: 19:56 – Διάρκεια ημέρας: 13 ώρες 3 λεπτά
🌒  Σελήνη 3.9 ημερών

 

Γεγονότα

 

 

1922 – Η ελληνική και η αρμενική συνοικία της Σμύρνης καταστρέφονται από πυρκαγιά που σκόπιμα έβαλαν οι τουρκικές Αρχές της πόλης. Η 11η Μεραρχία, υπό τον Υποστράτηγο Νικόλαο Κλαδά, αφού κυκλώνεται στην περιοχή των Μουδανιών, παραδίδεται στους Τούρκους.
Η φωτιά εκδηλώθηκε αρχικά στην αρμενική συνοικία και συγκεκριμένα από την ανατίναξη της Αρμενικής Εκκλησίας του Αγίου Νικολάου, όπου είχαν καταφύγει τα γυναικόπαιδα και πολιορκούντο από τους Τούρκους. Την πολιορκία την έσπασε με το ασκέρι του ο Έλληνας καπετάνιος Σιδερής (Ισίδωρος) Πανταζόπουλος, που επί πολλά έτη πολεμούσε τους άτακτους Τσέτες ληστές στα γύρω βουνά. Οι Έλληνες μπήκαν μέσα στην εκκλησία και έδωσαν νερό και τρόφιμα στους πολιορκημένους, όμως, οι πολυπληθέστεροι Τούρκοι γρήγορα ανασυντάχθηκαν και παίρνοντας πυρίτιδα από γειτονική πυριταδαποθήκη, περικύκλωσαν και πάλι την εκκλησία και την ανατίναξαν. Με τη βοήθεια του ευνοϊκού για τους Τούρκους ανέμου (που έπνεε αντίθετα από την τουρκική συνοικία) και της βενζίνης με την οποία οι Τούρκοι ράντιζαν τα σπίτια, η φωτιά κατέκαψε όλη την πόλη, εκτός από τη μουσουλμανική και την εβραϊκή συνοικία, και διήρκεσε από τις 31 Αυγούστου έως τις 4 Σεπτεμβρίου (με το παλαιό ημερολόγιο). Σήμερα η επέτειος αυτή στην πραγματικότητα είναι η 13η Σεπτεμβρίου, καθώς την επόμενη χρονιά εισήχθη στην Ελλάδα το νέο ημερολόγιο.

1923 – Στο λιμάνι της Κέρκυρας εμφανίζεται και αγκυροβολεί ισχυρή μοίρα του ιταλικού στόλου, συνοδευόμενη από υδροπλάνα. Με ναυαρχίδα το  «Κόντε ντι Καβούρ», τρία θωρηκτά, τα «Ντουίλια», «Τζούλιο Τσεζάρε» και «Τζουζέπε Βέρντι», δυο βαρέα και δυο ελαφρά καταδρομικά, τρία μεταγωγικά, έξι αντιτορπιλικά, ένα υποβρύχιο και μερικά τορπιλοβόλα. Γύρω στις 3.00 το μεσημέρι αποβιβάζεται στο λιμάνι ο Ιταλός πλοίαρχος Φοσκίνι και επιδίδει εκ μέρους του αντιναύαρχου Σολάρι, τελεσίγραφο στον νομάρχη Πέτρο Ευριπαίο με το οποίο ζητούσε να του παραδοθεί το νησί, εντός 30 λεπτών, χωρίς ένοπλη αντίσταση. Μετά από σύντομη σύσκεψη του νομάρχη με τους εκπροσώπους των διοικητικών αρχών του νησιού ο Ευριπαίος δηλώνει ότι δεν έχει την εξουσιοδότηση να παραδώσει το νησί, αλλά επειδή δεν διέθετε και στρατιωτικές δυνάμεις (ούτε 100 στρατιώτες δεν υπήρχαν στο νησί) δεν θα επιχειρούσε να αντισταθεί. Ζήτησε από τον Φοσκίνι ολιγόωρη προθεσμία, την υποβολή των όρων παράδοσης του νησιού, την διασαφήνιση του είδους της κατάληψης.
Ο Φοσκίνι αναφέρει  τους όρους παράδοσης του νησιού και φεύγοντας, στις 16:30 από την Νομαρχία, δηλώνει πως αν μέχρι τις 17:00 δεν έχει υψωθεί στον ιστό του Παλαιού Φρουρίου η λευκή σημαία θα ξεκινούσε η απόβαση των ιταλικών στρατευμάτων. Οι όροι παράδοσης ανέφεραν ότι μέχρι τις 4 το απόγευμα θα έχει υποσταλεί η Ελληνική σημαία και θα έχει αναρτηθεί η Ιταλική, η οποία θα χαιρετηθεί με 21 κανονιοβολισμούς. Την διοίκηση του νησιού θα αναλάμβανε ο υποναύαρχος Μπελλίνι, στον οποίο θα παραδίδονταν όλοι οι στρατώνες των στρατιωτικών δυνάμεων και της Χωροφυλακής και όλα τα όπλα των στρατευμάτων και των αποθηκών υλικού πολέμου. Οι Έλληνες στρατιώτες μετά τον αφοπλισμό τους, θα έπρεπε να συγκεντρωθούν σε ένα μικρό στρατώνα και θα απαγορεύονταν η κυκλοφορία των Ελλήνων αξιωματικών και στρατιωτών. Παράλληλα έπρεπε να ετοιμαστούν στρατώνες για τα στρατεύματα κατοχής.
Προβλεπόταν η διακοπή των τηλεγραφικών, τηλεφωνικών και ταχυδρομικών επικοινωνιών  και οι συγκοινωνίες ξηράς και θαλάσσιες μεταφορές περνούσαν κάτω από τον έλεγχο των Ιταλών. Στις 5.00 μ.μ. από την ιταλική ναυαρχίδα «Κόντε ντι Καβούρ» ρίχτηκαν τρεις άσφαιροι κανονιοβολισμοί. Αμέσως μετά άρχισε να βομβαρδίζει το Παλαιό Φρούριο. Ακολούθησε βομβαρδισμός από το «Σαν Τζιόρτζιο» και άλλα δυο θωρηκτά. Το καταδρομικό «Πρεμούντα» χτύπησε το Νέο Φρούριο. Στο Παλαιό Φρούριο είχαν βρει καταφύγιο, από το Γενάρη του 1923, 5.000 πρόσφυγες της Μικρασιάτικης Καταστροφής, ανάμεσά τους γυναίκες και παιδιά, αλλά και στο Νέο φρούριο υπήρχε πλήθος προσφύγων. Οβίδες έπεσαν και στον Αγιο Ρόκκο. Ο βομβαρδισμός κράτησε λιγότερο από μισή ώρα και στοίχισε 15 νεκρούς και 35 τραυματίες, οι περισσότεροι πρόσφυγες από το Παλαιό Φρούριο, αλλά και κάτοικοι του Αγίου Ρόκκου. Αργότερα οι Ιταλοί άνοιξαν ένα λάκκο έξω από το Φρούριο και έριξαν μέσα τα 15 πτώματα.
Ο βομβαρδισμός σταμάτησε μόλις ο νομάρχης έδωσε διαταγή, στις 5.27 μ.μ., και υψώθηκε λευκή σημαία στο Φρούριο. Αμέσως  άκατοι γεμάτες στρατιώτες βγήκαν στο λιμάνι. 5.000 με 7.000 πάνοπλοι στρατιώτες αποβιβάστηκαν στην προκυμαία και κινήθηκαν προς το Παλαιό φρούριο. Εστησαν πυροβολεία, παράταξαν κανόνια στην πλατεία, οργάνωσαν περιπόλους. Οι Ιταλοί είχαν καταλάβει την άοπλη Κέρκυρα. Σε λίγο ακολούθησε η κατάληψη και των Παξών.

1933 – Εγκαινιάζεται το Λαϊκό Νοσοκομείο στο Γουδή, δύναμης 300 κλινών, για την εξυπηρέτηση κυρίως των απόρων. Το «Λαϊκόν Νοσοκομείο Αθηνών» όπως ήταν το αρχικό όνομά του, είναι ένα νοσοκομείο που αποτελεί μια ξεχωριστή παρουσία στον αγώνα για την αντιμετώπιση των προβλημάτων υγείας στην Ελλάδα. Όλα ξεκίνησαν το 1930. Τότε, μέσα στα σχέδια των πολιτικών αυτής της δεκαετίας, ήταν η ανάγκη της ύπαρξης ενός νοσοκομείου με σκοπό τη νοσηλεία αρρώστων κυρίως των κατοίκων της πόλης των Αθηνών χωρίς οικονομικές διακρίσεις.
Μετά από αλλεπάλληλες συσκέψεις των Καθηγητών της Ιατρικής Σχολής και της Συγκλήτου αποφασίστηκε το πανεπιστημιακό περίπτερο στο Γουδί που προοριζόταν για εργαστήρια Μικροβιολογίας και Υγιεινής, να μετατραπεί σε νοσοκομείο. Η τοποθεσία αυτή θεωρήθηκε καταλληλότερη μια και ήταν εκτός πόλεως, σε καλύτερο περιβάλλον, ήσυχο, υγιεινό και μακριά από το θόρυβο της πόλης.
Το 1933 ο Πρωθυπουργός Παναγής Τσαλδάρης συμφώνησε με την πρόταση των Καθηγητών της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών να ιδρυθεί ένα νοσοκομείο για άπορους πολίτες πασχόντων από κοινά νοσήματα, και συγχρόνως να γίνεται η εκπαίδευση των ιατρών, των φοιτητών της Ιατρικής Σχολής και των νοσοκόμων.
Όπερ και εγένετο με το Υπουργείο Υγιεινής και Αντιλήψεως να αναλαμβάνει την κάλυψη των δαπανών για τις οποιαδήποτε μεταβολές, οικοδομικές μετατροπές και εγκαταστάσεις, καθώς και τα έξοδα νοσηλείας μέχρι 300 ασθενών, και τη μισθοδοσία όλου του προσωπικού εκτός του ιατρικού.
Η λειτουργία της Α΄ Χειρουργικής Κλινικής άρχισε τον Ιούνιο του 1934 με διευθυντή τον Καθηγητή Μ. Γερουλάνο. Τα δε χειρουργεία του Νοσοκομείου και η αποστείρωση, ήταν ευρύχωρα και θεωρούνταν τα πλέον σύγχρονα για την εποχή εκείνη αφού από την αρχή είχαν σχεδιαστεί γι’ αυτό το σκοπό.

 

1980 – Ιδρύεται στο Γκντανσκ της Πολωνίας το πρώτο ανεξάρτητο εργατικό συνδικάτο σε κομμουνιστική χώρα με την ονομασία «Αλληλεγγύη», το οποίο υπό την ηγεσία του ηλεκτρολόγου Λεχ Βαλέσα θα συμβάλει καθοριστικά στην πτώση του κομμουνισμού στη χώρα. Η Αλληλεγγύη (πολωνικά: Solidarność‎, προφέρεται [sɔliˈdarnɔɕt͡ɕ]; πλήρες όνομα: Ανεξάρτητο Αυτοδιοικούμενο Συνδικάτο “Αλληλεγγύη” — Niezależny Samorządny Związek Zawodowy “Solidarność” [ɲezaˈlɛʐnɨ samɔːˈʐɔndnɨ ˈzvjɔ̃zɛk zavɔːˈdɔvɨ sɔliˈdarnɔɕt͡ɕ]) είναι μια Πολωνική ομοσπονδία εργατικών σωματείων που δημιουργήθηκε στις 31 Αυγούστου, 1980 στα Ναυπηγεία του Γκντανσκ υπό την καθοδήγηση του Λεχ Βαλέσα. Ήταν το πρώτο συνδικάτο που δεν ελέγχονταν από κομμουνιστικό κόμμα στις χώρες του συμφώνου της Βαρσοβίας. Η Αλληλεγγύη άγγιξε τα 9,5 εκατομμύρια μέλη πριν το συνέδριο του Σεπτεμβρίου του 1981 που αποτελούσε το 1/3 του συνόλου των εργαζομένων της Πολωνίας.
Στη δεκαετία του 1980, η Αλληλεγγύη ήταν ένα ευρύ αντι-γραφειοκρατικό κοινωνικό κίνημα, που χρησιμοποίησε μεθόδους πολιτικής αντίστασης για να προωθήσει τα δικαιώματα των εργατών και την κοινωνική αλλαγή. Η κυβέρνηση προσπάθησε να διαλύσει την οργάνωση επιβάλλοντας στρατιωτικό νόμο στην Πολωνία, ο οποίος διήρκεσε από τον Δεκέμβριου του 1981 έως τον Ιούλιο του 1983. Ακολούθησαν αρκετά χρόνια πολιτικής καταπίεσης, αλλά τελικά η κυβέρνηση αναγκάστηκε να διαπραγματευτεί με την Αλληλεγγύη. Κατά την εποχή της παρανομίας της οργάνωσης, οι ΗΠΑ παρείχαν σημαντική οικονομική υποστήριξη η οποία εκτιμάται ότι έφτασε τα 50 εκατομμύρια δολάρια.

 

1990 – Η Δυτική και Ανατολική Γερμανία υπογράφουν τη συνθήκη ενοποίησής τους. Η Γερμανική επανένωση (γερμ. Deutsche Wiedervereinigung) ήταν η διαδικασία, κατά την οποία το 1990 η Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας (γερμ.: Deutsche Demokratische Republik / DDR) προσεχώρησε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (γερμ.: Bundesrepublik Deutschland / BRD) σχηματίζοντας έτσι την ενωμένη Γερμανία μετά από 41 χρόνια. Αποτέλεσε δε την κορύφωση μιας σειράς γεγονότων στο Ανατολικό Μπλοκ που σήμαναν την κατάρρευση του Υπαρκτού Σοσιαλισμού και το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Το τέλος της διαδικασίας ενοποίησης αναφέρεται επισήμως ως γερμανική ενότητα (γερμ.: Deutsche Einheit) και γιορτάζεται έκτοτε στις 3 Οκτωβρίου (Ημέρα της Γερμανικής Ενότητας, γερμ.: Tag der deutschen Einheit). Με την γερμανική επανένωση, το Βερολίνο έγινε και πάλι πρωτεύουσα της Ενιαίας Γερμανίας.

 

1997 – Σε τραγικό δυστύχημα, μέσα στο Παρίσι, σκοτώνεται η πριγκίπισσα Νταϊάνα, μαζί με τον σύντροφό της Ντόντι αλ Φαγιέντ και τον οδηγό της μοιραίας Μερσεντές, ενώ τραυματίζεται ο σωματοφύλακάς της.
Στις 31 Αυγούστου του 1997 λίγο μετά τα μεσάνυχτα, το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε η πριγκίπισσα Νταϊάνα και ο σύντροφός της Ντόντι Αλ Φαγέντ, προσέκρουσε στην 13η τσιμεντένια κολόνα στήριξης της οροφής του τούνελ Ποντ ντ’ Αλμά στο Παρίσι. Αποτέλεσμα της σφοδρής σύγκρουσης ήταν να βρει ακαριαίο θάνατο ο οδηγός του οχήματος Ανρί Πολ, αλλά και ο Ντόντι Αλ Φαγέντ. Στο νοσοκομείο όπου μεταφέρθηκε οι γιατροί προσπάθησαν να τη σώσουν αλλά οι προσπάθειες δεν είχαν αποτέλεσμα και η πριγκίπισσα έφυγε τελικά από τη ζωή στις 4 τα ξημερώματα.

Γεννήσεις

 

 

1870 Μαρία Μοντεσόρι (Ιταλικά: Maria Tecla Artemisia Montessori, 31 Αυγούστου 1870 – 6 Μαΐου 1952) ήταν Ιταλίδα παιδαγωγός, φιλόσοφος και γιατρός, γνωστή για τα γραπτά της στην επιστημονική παιδαγωγική και για την φιλοσοφία της εκπαίδευσης που φέρει το όνομά της, το μοντεσσοριανό παιδαγωγικό σύστημα, ή «μοντεσσοριανή μέθοδος», το οποίο αποτέλεσε πρωτοπορία για την εποχή του και εξακολουθεί να εφαρμόζεται ακόμα και σήμερα σε αρκετά σχολεία, τα επονομαζόμενα «μοντεσσοριανά σχολεία» ή «μοντεσσοριανές σχολές».
Σε νεαρή ηλικία, η Μοντεσσόρι κατέρριψε τις φυλετικές προσδοκίες όταν εγγράφηκε σε μια τεχνική σχολή μόνο για αγόρια για να γίνει μηχανικός. Σύντομα άλλαξε γνώμη και ξεκίνησε σπουδές στην ιατρική σχολή στο Πανεπιστήμιο της Ρώμης, από όπου αποφοίτησε με τιμητικές διακρίσεις το 1896. Ήταν ανύπαντρη μητέρα. Η εκπαιδευτική της μέθοδος χρησιμοποιείται ακόμα και σήμερα σε πολλά δημόσια και ιδιωτικά σχολεία σε όλο τον κόσμο.

1945 – Βαν Μόρισον ο βορειοϊρλανδός τραγουδοποιός Βαν Μόρισον (Van Morrison) αναδείχθηκε στα μέσα της δεκαετίας του ‘60 μέσα από το μπλουζ-ροκ συγκρότημα των Them (πιο γνωστό τραγούδι τους το «Gloria»), για ν’ ακολουθήσει έκτοτε μία επιτυχημένη σόλο καριέρα, που τον κατέστησε έναν από τους πιο σημαντικούς και ξεχωριστούς τραγουδοποιούς στο χώρο της ροκ μουσικής. Ο «Van the Man», όπως έχει αποκληθεί, είναι ένας από τους πραγματικούς καινοτόμους της δημοφιλούς μουσικής, ένας ανήσυχος αναζητητής του οποίου τα συναρπαστικά φωνητικά και η αλχημική σύντηξη ριθμ εντ μπλουζ, τζαζ, μπλουζ και κέλτικης μουσικής δημιούργησαν αυτό που θεωρείται ίσως το πιο πνευματικά υπερβατικό έργο στον κανόνα του ροκ εντ ρολ.
Ο Τζορτζ Άιβαν Μόρισον γεννήθηκε στις 31 Αυγούστου 1945 στο Μπέλφαστ της Βορείου Ιρλανδίας, στους κόλπους μια εργατικής προτεσταντικής οικογένειας. Ο πατέρας του δούλευε ως ηλεκτρολόγος σε τοπικό ναυπηγείο και η μητέρα του ήταν πρώην τραγουδίστρια και χορεύτρια. Έχοντας εντρυφήσει από τα παιδικά του χρόνια στο μπλουζ και την τζαζ μέσα από την πλούσια δισκοθήκη του πατέρα του κι έχοντας μάθει σαξόφωνο, κιθάρα και φυσαρμόνικα, άρχισε να παίζει σε συγκροτήματα από τα εφηβικά του χρόνια.
Όταν εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη βρετανική τηλεόραση το 1965 με τους Them, ερμηνεύοντας το κομμάτι του Μπιγκ Τζο Γουίλιαμς «Baby, Please Don’t Go», ήταν σαφές ότι ήταν ένας διαφορετικός καλλιτέχνης. Σε αντίθεση με τον Μικ Τζάγκερ ή τον Έρικ Μπάρτον, φάνηκε απρόθυμος να φλερτάρει με το κοινό. Το πάθος του πίσω από τη σκληρή, τραυλιστική ερμηνεία του ήταν εμφανές ότι θα τον οδηγήσει σε άλλα μονοπάτια. Περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον, ο Μόρισον σηματοδότησε τη μετάβαση του ροκ τραγουδιστή από απλό διασκεδαστή σε κάτι πιο σκοτεινό, πιο σύνθετο και λιγότερο χειραγωγίσιμο από τους μηχανισμούς της μουσικής βιομηχανίας. Θαύμαζε την ακεραιότητα των παλιών μπλούζμεν και το πείσμα των ποιητών, ενώ η απέχθειά του για την ευνοιοκρατία παρείχε ένα χρήσιμο πρότυπο για μεταγενέστερες μουσικούς όπως ο Έλβις Κοστέλο και ο Τζον Μέλενκαμπ, που κινούνται σε παρόμοια μουσικά μονοπάτια.
Κέρδισε επίσης ένα μικρό, αλλά αφοσιωμένο κοινό, όταν έγινε φανερό ότι παρά την επιτυχία του τραγουδιού «Brown Eyed Girl» – ένα γρήγορο κομμάτι ριθμ εντ μπλουζ που ήταν το πρώτο του σόλο μετά την αποχώρησή του από τους Them το 1967 και τη μετακόμισή του στις ΗΠΑ – τα συνήθη κριτήρια για μια λαμπερή καριέρα δεν θα εφαρμόζονταν στην περίπτωσή του. Πράγματι, στην επιτυχία του αυτή δεν έδωσε συνέχεια.
Αντ’ αυτής ένα χρόνο αργότερα κυκλοφόρησε το «Astral Weeks», ένα άλμπουμ εκπληκτικής πρωτοτυπίας που διεύρυνε τα όρια της ροκ μουσικής. Ήταν ένα κύκλος εκτεταμένων ημι-αυτοσχέδιων τραγουδιών, τα οποία υποστήριζε μία ακουστική μπάντα, που περιλάμβανε βιμπράφωνο, φλάουτο, κιθάρα, μπάσο, ντραμς κι ένα μικρό τμήμα εγχόρδων. Ο δίσκος δεν ήταν ούτε ροκ, ούτε φολκ, ούτε τζαζ, και όμως ήταν κάτι και από τα τρία. Σχεδόν αγνοημένο εκείνη την εποχή, το «Astral Weeks» έχει αναγνωριστεί ως ένα από τα πιο συναρπαστικά ποιητικά έργα στην ιστορία του ροκ, ειδικά για το κλασικό κομμάτι του δίσκου, το εννιάλεπτο «Madame George», στο οποίο ο Μόρισον επιτυγχάνει ένα είδος ποιητικής έκστασης εντελώς πρωτόγνωρης για τη ροκ μουσική.
Η τεχνοτροπία του αυτή, επηρεασμένη σε μεγάλο βαθμό από την ποίηση των Τζον Νταν, Γουίλιαμ Μπλέικ και Γουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς, την ανακαλύπτουμε και σε επόμενα τραγούδια του, όπως τα «Listen to the Lion» (από τον δίσκο του 1972 «Saint Dominic’s Preview») και «Vanlose Stairway (από τον δίσκο του 1982 «Beautiful Vision»). H μελλοντική του μουσική κατεύθυνση υποδηλώθηκε με μεγαλύτερη σαφήνεια από το «Moondance» (1970), το άλμπουμ που διαδέχθηκε το αποτυχημένο εμπορικά «Astral Weeks», στο οποίο πρωταγωνιστούσε μια ζωηρή μικρή μπάντα ριθμ εντ μπλουζ πίσω από τα σφιχτά δομημένα τραγούδια του δίσκου.
Ο Μόρισον εγκατέλειψε την αφηρημένη φολκ/τζαζ του «Astral Weeks» και ενσωμάτωσε στοιχεία της σόουλ, της τζαζ, της ποπ και της ιρλανδέζικης λαϊκής μουσικής. Το τραγούδι του τίτλου ήταν το πιο προφανές παράδειγμα, αλλά και τα κομμάτια «Wild Night» (από το άλμπουμ του 1971 «Tupelo Honey») και «Jackie Wilson Said» (από το άλμπουμ του 1972 «Saint Dominic’s Preview»), με τα οποία αναζήτησε ένα στιλ που επηρέασε το έργο των Τιμ Μπάκλεϊ και Μπρους Σπρίνγκστιν, μεταξύ άλλων.
Κινούμενος μεταξύ Καλιφόρνιας, Ιρλανδίας και Λονδίνου, ο Μόρισον φάνηκε να αγνοεί το κοινό γούστο. Το ενδιαφέρον του για την κέλτικη μουσική εκδηλώθηκε μέσα από τη συνεργασία του με το εμβληματικό συγκρότημα των The Chieftains, όπως και η αγάπη του για την τζαζ με εμφανίσεις στο ονομαστό Ronnie Scott’s Club του Λονδίνου. Συνέχισε να γράφει τραγούδια στο δικό του όλο και πιο σύνθετο ύφος, που αναδείκνυαν μία βαθιά και ανεκπλήρωτη πνευματική λαχτάρα, κυκλοφορώντας άλμπουμ σε σχεδόν κάθε χρόνο και απολαμβάνοντας την αγάπη και εκτίμηση των πιστών οπαδών του και των μουσικών του.

1949 – Ρίτσαρντ Γκιρ (Richard Tiffany Gere, 31 Αυγούστου 1949) είναι Αμερικανός ηθοποιός. Ξεκίνησε την υποκριτική τη δεκαετία του ’70, παίζοντας ένα β’ ρόλο στην ταινία Αναζητώντας τον Kύριο Γκούντμπαρ (Looking for Mr. Goodbar, 1977) και τον πρωταγωνιστικό ρόλο στο Μέρες Ευτυχίας (Days of Heaven, 1978). Ήρθε στο προσκήνιο το 1980 με το ρόλο του στην ταινία Επάγγελμα: Ζιγκολό (American Gigolo) που τον καθίερωσε ως πρωταγωνιστή και σύμβολο του σεξ. Συνέχισε την καριέρα του πρωταγωνιστώντας σε πολλές επιτυχημένες ταινίες όπως Ιπτάμενος και Τζέντλεμαν (An Officer and a Gentleman, 1982), Pretty Woman (1990) και Σικάγο (Chicago, 2002) για την οποία κέρδισε Χρυσή Σφαίρα α’ ανδρικού ρόλου καθώς και Screen Actors Guild Award συνολικής ερμηνείας από καστ.

Θάνατοι

 

 

1847 – Ιωάννης Κωλέττης (Δήμας) (1773 ή 1774 – 31 Αυγούστου 1847) ήταν Έλληνας πολιτικός στα πρώτα χρόνια του νεοελληνικού κράτους, ιδρυτής του Γαλλικού Κόμματος και πρωθυπουργός της χώρας κατά τις περιόδους 1834 – 1835 και 1844 – 1847. Αποτελεί έναν από τους περισσότερο αμφιλεγόμενους πολιτικούς της περιόδου, καθώς συνδέθηκε – ανάμεσα σε άλλα – με διαφθορά, δωροδοκίες και συναλλαγές, νοθεία στις εκλογές, την απόκτηση μεγάλης περιουσίας από την πολιτική, τη δίωξη και την εξορία της Μαντώς Μαυρογένους και τη συκοφάντηση και τη δολοφονία του Οδυσσέα Ανδρούτσου. Σύμφωνα με τη μεταγενέστερη λογική αποτέλεσε ένα άτομο άκρως επικίνδυνο και εχθρικό για την πατρίδα, που καταχράστηκε δημόσια περιουσία και υπήρξε ηθικός αυτουργός για πολλών ειδών εγκλήματα.

1867 – Σαρλ Μποντλέρ (γαλλικά: Charles Pierre Baudelaire‎, Παρίσι, 9 Απριλίου 1821 – 31 Αυγούστου 1867) ήταν Γάλλος ποιητής, ένας από τους σημαντικότερους της γαλλικής λογοτεχνίας.
Κατά τη διάρκεια της ζωής του ο Μπωντλαίρ υπέστη δριμεία κριτική για τις συγγραφές του και τη θεματική του. Ελάχιστοι από τους σύγχρονούς του τον κατανόησαν. Στις 5 Ιουλίου 1857, η γαλλική εφημερίδα Le Figaro έγραφε σχετικά με την πρόσφατη εμφάνιση των Ανθέων του Κακού: «Σε ορισμένα σημεία αμφιβάλλουμε για την πνευματική υγεία του κ. Μπωντλαίρ. Όμως ορισμένα άλλα, δεν μας επιτρέπουν περαιτέρω αμφιβολίες. Κυριαρχεί, ως επί το πλείστον, η μονότονη και επιτηδευμένη επανάληψη των ίδιων πραγμάτων, των ίδιων σκέψεων. Η αηδία πνίγει την αχρειότητα — για να την καταπολεμήσει σμίγει με το μόλυσμα».
Ο Μπωντλαίρ σήμερα αναγνωρίζεται ως σημαντικός ποιητής της γαλλικής και της παγκόσμιας λογοτεχνίας, και συγκαταλέγεται μεταξύ των κλασικών. Χαρακτηριστικά, ο Μπαρμπέ ντ’ Ωρεβιγύ τον αποκάλεσε «Δάντη μιας παρηκμασμένης εποχής».
Σε ολόκληρο το έργο του ο Μπωντλαίρ προσπάθησε να ενυφάνει την ομορφιά με την κακία, τη βία με την ηδονή (Une martyre), καθώς και να καταδείξει τη μεταξύ τους σχέση. Παράλληλα με τη συγγραφή ποιημάτων σοβαρών (Semper Eadem) και σκανδαλιστικών για την εποχή (Delphine et Hippolyte), κατόρθωσε επίσης να εκφράσει τη μελαγχολία (Mœsta et errabunda) και τη νοσταλγία (L’ Invitation au voyage).

1969 – Ρόκι Μαρτσιάνο (Rocky Marciano, 1 Σεπτεμβρίου 1923 – 31 Αυγούστου 1969), του οποίου το κανονικό όνομα ήταν Rocco Francis Marchegiano, γεννήθηκε στην πολιτεία της Μασαχουσέτης και ήταν ο πρωταθλητής Βαρέων Βαρών στην πυγμαχία από το 9/23/1952 μέχρι το 11/30/1956. Ο Μαρτσιάνο, με τα 43 νοκ άουτ στην καριέρα του (αξίας περίπου 87,76%), ήταν ο μόνος πρωταθλητής των βαρέων βαρών στην ιστορία της πυγμαχίας που αποσύρθηκε έχοντας νικήσει σε κάθε αγώνα στην επαγγελματική του καριέρα. Για αυτό και αποκαλούνταν συχνά ως “Ο Βράχος απο το Μπρόκτον” κατα την διάρκεια της καριέρας του.
Μετά από αρκετά χρόνια στη πυγμαχία, ο Ρόκι πάλεψε με διάφορους καλούς και γνωστούς της εποχής πυγμάχους όπως ο Τζόε Γουόλκοτ (Joe Walcott) κ.ά. Το 1969, περίπου στα 45ά γενέθλιά του, επιβαίνοντας στο ιδιωτικό του μονοκινητήριο αεροπλάνο πήγαινε προς το Ντε Μόιν της Αϊόβα. Ήταν βράδυ και ο καιρός δεν ήταν πάρα πολύ καλός. Ο πιλότος λεγόταν Γκλεν Μπελτζ, ο οποίος είχε σύνολο 231 ωρών πτήσης, μόνο 35 από αυτές νυκτερινές και δεν είχε την απαιτούμενη εμπειρία για να πετάξει σε τέτοιες συνθήκες. Ο Μπελτζ προσπάθησε να κάνει προσγείωση σε ένα μικρό αεροδρόμιο έξω από το Νιούτον της Αϊόβα, αλλά χτύπησε σε ένα δέντρο 2 μίλια μακριά από τον αεροδιάδρομο. Επιπλέον, το αεροπλάνο δεν είχε πολλά καύσιμα. Ο Ρόκι, ο Μπελτζ και ο εικοσιδυάχρονος Φράνκι Φάρελ, γιος του Ιταλού Λούις Φράττο, πέθαναν στη σύγκρουση. Εχει ταφεί στο κοιμητήριο του Φόρτ Λαουντερντέιλ στην πολιτεία της Φλόριντας μαζί με την γυναίκα του που πέθανε πέντε χρόνια αργότερα, στην ηλικία των 46.

 

 

Πηγές: Σαν σήμερα, el.wikipedia


AgrinioStories | Επιμέλεια Λ.Τ