Συνέβη 3 Ιουλίου στην Ελλάδα και τον κόσμο

3 Ιουλίου 2023

Είναι η 184η ημέρα του έτους κατά το Γρηγοριανό ημερολόγιο.
Υπολείπονται 181 ημέρες για τη λήξη του
🌅  Ανατολή ήλιου: 06:07 – Δύση ήλιου: 20:51
– Διάρκεια ημέρας: 14 ώρες 44 λεπτά
🌕  Σελήνη 14.6 ημερών
Χρόνια πολλά στους: Ανατόλιο, Ζουμπουλία, Υάκινθο, Υακίνθη, Υάνθη και Ιάνθη.

 

Γεγονότα

 

1884 – Εγκαινιάζεται ατύπως στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης ο δείκτης Dow Jones. Πήρε το όνομά του από δύο δημοσιογράφους που τον δημιούργησαν, τον Τσαρλς Ντόου και τον Έντουαρντ Τζόουνς. Οι δύο δημοσιογράφοι τον δημοσίευαν κάθε μέρα σ’ ένα εφημεριδάκι που εξέδιδαν υπό τον τίτλο «Customers Afternoon Letter».
Ο Dow Jones Industrial Average (DJIA), είναι δείκτης χρηματιστηριακής αγοράς που μετρά την απόδοση των μετοχών 30 μεγάλων εταιρειών εισηγμένων σε χρηματιστήρια στις Ηνωμένες Πολιτείες. Πολλοί θεωρούν ότι είναι μια ανεπαρκής αναπαράσταση της συνολικής χρηματιστηριακής αγοράς των ΗΠΑ σε σύγκριση με άλλους δείκτες, όπως τον S&P 500 ή τον Russell 3000, επειδή περιλαμβάνει μόνον 30 μεγάλες εταιρείες και δεν χρησιμοποιεί σταθμισμένο αριθμητικό μέσο.  Ο δείκτης πήρε το όνομά του από τον πρώτο συντάκτη της εφημερίδας Wall Street Journal, Charles Dow, και του συνεργάτη του, Edward Jones.
Εμφανίστηκε στις 16 Φεβρουαρίου 1885 και χρησιμοποιήθηκε ως δείκτης αποτίμησης των αποθεμάτων των βιομηχανικών εταιρειών των ΗΠΑ, εξελίχθηκε όμως μέχρι σήμερα 55 φορές. Πρόκειται για τον δεύτερο παλαιότερο δείκτη σε χρήση στην αμερικανική αγορά (πίσω από τον Dow Jones Transportation Average).
Η αξία του γενικού δείκτη υπολογίζεται βάσει του αθροίσματος της τιμής των ονομαστικών τιμών των μετοχών για κάθε συστατική εταιρεία, διαιρούμενο με έναν παράγοντα ο οποίος αλλάζει. Έστω ότι ο διαιρέτης είναι σήμερα γύρω στο 0,1474, η τιμή του δείκτη είναι 6,7843 φορές μεγαλύτερη από το άθροισμα των τιμών.

 

1908 – O ιταλός αρχαιολόγος Λουίτζι Περνιέρ ανακαλύπτει τον «Δίσκο της Φαιστού» στο υπόγειο του δωματίου XL-101 του Μινωικού παλατιού της Φαιστού, κοντά στην Αγία Τριάδα, στη νότια Κρήτη. Από τις 3 Ιουλίου του 1908 μέχρι και σήμερα ο Δίσκος της Φαιστού παραμένει ένα από τα μυστήρια της αρχαιολογίας, καθώς δεν έχει επιβεβαιωθεί με σιγουριά ούτε ο σκοπός της κατασκευής του ούτε και το νόημα των αναγραφομένων σε αυτόν. Ανακαλύφθηκε από τον Ιταλό αρχαιολόγο Λουΐτζι Περνιέ στο υπόγειο του δωματίου XL-101 του Μινωικού παλατιού της Φαιστού, κοντά στην Αγία Τριάδα, στη νότια Κρήτη και φυλάσσεται σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου. Είναι φτιαγμένος από πηλό, ενώ η μέση διάμετρός του είναι περίπου 16 εκατοστά και το μέσο πάχος του 1 εκατοστό.
Βρέθηκε στο κύριο κελί ενός υπόγειου «αποθετηρίου ναού». Αυτά τα βασικά κελιά, προσβάσιμα μόνο από πάνω, καλύπτονταν τακτοποιημένα με ένα στρώμα λεπτού σοβά. Το περιεχόμενό τους ήταν φτωχό σε πολύτιμα αντικείμενα, αλλά πλούσιο σε στάχτη, αναμεμειγμένα με καμένα οστά βοοειδών. Στο βόρειο τμήμα του κυρίου κελιού, στην ίδια μαύρη στρώση, λίγα εκατοστά νοτιοανατολικά του δίσκου και περίπου 20 εκατοστά (51 εκατοστά) πάνω από το δάπεδο, βρέθηκε επίσης ένα πλακίδιο σε Γραμμική Α’, το οποίο αριθμήθηκε ως PH 1. Ο χώρος προφανώς κατέρρευσε ως αποτέλεσμα σεισμού, ενδεχομένως συνδεόμενου με την έκρηξη του ηφαιστείου της Σαντορίνης που έπληξε μεγάλα τμήματα της περιοχής της Μεσογείου κατά τη διάρκεια της μέσης δεύτερης χιλιετίας π.Χ.
Στις δύο όψεις του βρίσκονται 45 διαφορετικά σύμβολα, πολλά από τα οποία αναπαριστούν εύκολα αναγνωρίσιμα αντικείμενα, όπως ανθρώπινες μορφές, ψάρια, πουλιά, έντομα, φυτά κ.ά. Συνολικά υπάρχουν 241 σύμβολα, 122 στην μία πλευρά και 119 στην άλλη, τοποθετημένα σπειροειδώς. Τα σύμβολα είναι χωρισμένα σε ομάδες με τη χρήση μικρών γραμμών που κατευθύνονται προς το κέντρο του Δίσκου. Ο δίσκος έχει κεντρίσει τη φαντασία πολλών αρχαιολόγων, επαγγελματιών και μη, και έχουν γίνει αρκετές προσπάθειες αποκρυπτογράφησής του. Έχουν προταθεί πάρα πολλές ερμηνείες του κειμένου του, όπως ότι πρόκειται για προσευχή, για τη διήγηση μίας ιστορίας, για ένα γεωμετρικό θεώρημα, για ημερολόγιο κ.ά..
Παρόλα αυτά η επιστημονική κοινότητα δεν έχει αποδεχθεί καμία από τις προτεινόμενες αποκρυπτογραφήσεις και ο δίσκος παραμένει ένα άλυτο μυστήριο. Αν και δεν είναι σαφές ότι πρόκειται για γραφή, οι περισσότερες απόπειρες αποκρυπτογράφησης υποθέτουν ότι είναι. Οι περισσότεροι υποθέτουν ότι πρόκειται για συλλαβάριο, άλλοι για ένα αλφάβητο ή λογογραφία. Οι προσπάθειες αποκρυπτογράφησης θεωρούνται γενικά απίθανο να πετύχουν εάν δεν βρεθούν περισσότερα παραδείγματα γλυφών, καθώς γενικά συμφωνείται ότι δεν υπάρχει αρκετό πλαίσιο για μια ουσιαστική ανάλυση.

 

1960 – Ο Μάνος Χατζιδάκις κερδίζει το πρώτο βραβείο του Φεστιβάλ Ελαφρού Τραγουδιού του ΕΙΡ με το τραγούδι «Κυπαρισσάκι», το οποίο ερμηνεύει η Νάνα Μούσχουρη. Μία από τις πρώτες εμφανίσεις και επιτυχίες της σπουδαίας ερμηνεύτριας.
Είχε προηγηθεί ένα χρόνο νωρίτερα η 1η της εμφάνιση στο Α’ Φεστιβάλ Ελληνικού Τραγουδιού με δύο τραγούδια, το «Κάπου υπάρχει η αγάπη μου» του Μάνου Χατζιδάκι και το «Ξέρω κάποιο αστέρι» του Μίμη Πλέσσα, τα οποία κέρδισαν το πρώτο και το δεύτερο βραβείο αντίστοιχα.

 

 

 

1964 – Ομάδα ακροδεξιών νεαρών εισβάλλει στη Βουλή σε ώρα συνεδρίασης. Το βράδυ της 3ης Ιουλίου η Βουλή βρισκόταν σε συνεδρίαση για το Κυπριακό. Την ίδια ώρα, ο υποψήφιος δήμαρχος της Δεξιάς, Γεώργιος Πλυτάς, πραγματοποιούσε την κεντρική προεκλογική του συγκέντρωση στην Πλατεία Κλαυθμώνος. Μετά το τέλος της ομιλίας του, μερικές εκατοντάδες νεαροί ξεχύνονται προς την οδό Πανεπιστημίου, φωνάζοντας συνθήματα κατά του κυβερνώντος κόμματος και του πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου και υπέρ του Κωνσταντίνου Καραμανλή, που βρίσκεται αυτοεξόριστος στο Παρίσι. Οι διαδηλωτές περνούν μπροστά από το εκλογικό κέντρο του υποψηφίου της Αριστεράς, Νίκου Κιτσίκη και μόλις που συγκρατούνται από την αστυνομία για να μην τα κάνουν γυαλιά-καρφιά.
Στη συνέχεια διακόπτουν την κυκλοφορία, ανατρέπουν ένα αυτοκίνητο στη Βουκουρεστίου και φτάνουν στη διασταύρωση της Βασιλίσσης Σοφίας, όπου διαλύονται προσωρινά από την αστυνομία. Ανασυγκροτούνται, όμως, σε λίγο και χωρίς να συναντήσουν ιδιαίτερη αντίσταση, εισβάλλουν στο προαύλιο της Βουλής και κατόπιν στο κτίριο, φωνάζοντας «Προδότη Παπανδρέου», «Καραμανλής», «Παπανδρέου, παπατζή». Το σύνθημα της εισβολής φαίνεται να έδωσε ο υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος του ψηφοδελτίου Πλυτά, συγγραφέας Ρένος Αποστολίδης.
Οι επιδρομείς, περίπου 50 τον αριθμό, συμπλέκονται με βουλευτές και υπαλλήλους της Βουλής, που προσπαθούν να τους εμποδίσουν να εισέλθουν στην αίθουσα συνεδριάσεων. Ο θόρυβος και η φασαρία φθάνουν μέσα στην αίθουσα και η συνεδρίαση διακόπτεται. Τελικά, οι εισβολείς απωθούνται από τη φρουρά της Βουλής και συλλαμβάνονται 32 από αυτούς. Στο μεταξύ, από τις άγριες συμπλοκές στους διαδρόμους της Βουλής, αρκετοί κυβερνητικοί βουλευτές έχουν τραυματιστεί (Ιωάννης Χαραλαμπόπουλος, Γεώργιος Μπακατσέλος, Ιωάννης Τσιριμώκος, Χρήστος Αποστολάκος, Ιάκωβος Διαμαντόπουλος κ.ά.), ενώ σοβαρότερα όλων είναι ο Μιχάλης Λεφάκης, διευθυντής του πολιτικού γραφείου του Υπουργού Οικονομικών, Κωνσταντίνου Μητσοτάκη.
Γύρω στις 11 το βράδυ η συνεδρίαση της Βουλής επαναλαμβάνεται, όταν η κατάσταση έχει εξομαλυνθεί. Ο πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου ανεβαίνει στο βήμα και στηλιτεύει «τους βέβηλους και βαρβάρους, καθώς και τους ηθικούς αυτουργούς». Σε δυσκολότερη θέση βρίσκεται ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, Παναγιώτης Κανελλόπουλος, καθώς οι εισβολείς ανήκαν στο κόμμα της ΕΡΕ. Καταγγέλλει το περιστατικό, αλλά επιρρίπτει ευθύνες στην κυβέρνηση, που «ενέπνευσε πνεύμα αναρχίας». Οι βουλευτές της ΕΚ αντιδρούν και απειλούνται σοβαρά επεισόδια, αυτή τη φορά μέσα στην αίθουσα του κοινοβουλίου. Τα πνεύματα ηρεμούν, όταν οι βουλευτές της ΕΡΕ αποχωρούν από την αίθουσα.
Οι 32 συλληφθέντες παραπέμφθηκαν στο αυτόφωρο, με βάση τον νόμο 4000 «περί τεντιμποϊσμού». Η δίκη ξεκίνησε στις 7 Ιουλίου, την επαύριο των δημοτικών εκλογών, στις οποίες η Αριστερά είχε σημειώσει αξιοσημείωτα κέρδη. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, ένας αξιωματικός της Γενικής Ασφάλειας κατέθεσε ότι η επίθεση κατά της Βουλής οργανώθηκε από παρακρατικές οργανώσεις, όπως ο φιλοναζιστικός «Όμιλος Εθνικής Αναγεννήσεως» και η φοιτητική ΕΚΟΦ. Μάρτυρες κατηγορίας, όπως οι υπουργοί Κωνσταντίνος Μητσοτάκης και Δημήτριος Παπασπύρου, υποστήριξαν ότι η επίθεση κατά της Βουλής εξυπηρετούσε τις εχθρικές προς την Κύπρο δυνάμεις και γι’ αυτό τη χαρακτήρισαν προδοτική.
Καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, η ατμόσφαιρα ήταν τεταμένη, με διαρκείς διαξιφισμούς μεταξύ των συνηγόρων υπερασπίσεως και πολιτικής αγωγής. Το δικαστήριο εξέδωσε την ετυμηγορία του στις 15 Ιουλίου 1964. Δύο από τους κατηγορουμένους, ο Ρένος Αποστολίδης και ο νομαρχιακός υπάλληλος Αχιλλέας Βήττας, καταδικάσθηκαν σε ποινή φυλάκισης 2,5 ετών και άλλοι 22 σε μικρότερες ποινές. Μεταξύ των αθωωθέντων φιγουράρει το όνομα του 18χρονου Παναγιώτη Μιχαλόλια ή Μιχαλολιάκου, που δεν είναι άλλος από τον γνωστό ποινικολόγο Τάκη Μιχαλόλια, αδελφό του ηγέτη της Χρυσής Αυγής, Νίκου Μιχαλολιάκου.
Η κυβέρνηση Παπανδρέου, επωφελούμενη από την ατμόσφαιρα που είχε δημιουργηθεί, θέλησε να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς της με τα «παρακρατικά όργανα της Δεξιάς». Ο Υπουργός Εσωτερικών Ιωάννης Τούμπας δήλωνε σχετικά: «Πληροφορώ τον ελληνικόν λαόν, ότι εις τους κόλπους του υπάρχουν και δρουν παρακρατικαί οργανώσεις, αι οποίαι οικειοποιούνται κρατικά καθήκοντα, οργανώνουν τα μέλη των στρατιωτικώς, τα εκγυμνάζουν και εμφυσούν εις αυτά το πνεύμα της δυναμικής ενεργείας και επιβολής».
Ο υπουργός κατήγγειλε τη ναζιστική και φασιστική ιδεολογία ορισμένων από τις οργανώσεις αυτές, τις οποίες χαρακτήρισε καρκίνωμα για τη Δημοκρατία και στηλίτευσε τη συνεργασία τους με παράγοντες της ΕΡΕ και της αστυνομίας. Το Υπουργείο Εσωτερικών έδωσε στη δημοσιότητα πίνακα με οκτώ οργανώσεις, που ήταν νόμιμες, αλλά «είχαν παρεκτραπεί του προορισμού τους». Οι οργανώσεις αυτές ήταν οι:
Πανελλήνια Εθνική Σταυροφορία, Οργάνωσις Εθνικής Νεολαίας, Σύνδεσμος Αγωνιστών και Θυμάτων Ελλάδος, Σύνδεσμος Εθνικοφρόνων Ελασιτών, Κυανή Φάλαγξ, Αντικομουνιστική Σταυροφορία, Εθνική Αντικομουνιστική Οργάνωσις, Εθνική Αντίστασις Ελλάδος
Ο κατάλογος περιείχε και τρεις μυστικές οργανώσεις: Καρφίτσα​, Εγγυηταί του Βασιλέως, Εθνική Κοινωνική Αλλαγή
Τον επόμενο χρόνο έντεκα από τις οργανώσεις αυτές διαλύθηκαν από τα κατά τόπους πρωτοδικεία. Το 1965 ο καταδικασθείς ως υποκινητής της επιδρομής Ρένος Αποστολίδης εξέδωσε το βιβλίο «Κατηγορώ», στο οποίο, μεταξύ άλλων, παρουσιάζει τη δική του εκδοχή για την εισβολή στο «Κυνοβούλιο». Εξηγεί ότι η πράξη του αυτή έγινε για να υπογραμμίσει στον κόσμο πως δεν ανέβασε στην εξουσία παρά τον «χασάπη Παπατζή του ’44, τον άνθρωπο των Αγγλοαμερικάνων, που εγκατέστησε τη Δεξιά στην Ελλάδα».

 

Γεννήσεις

 

1883 – Φραντς Κάφκα (Franz Kafka, 3 Ιουλίου 1883 – 3 Ιουνίου 1924) ήταν ένας από τους πιο σημαντικούς λογοτέχνες του 20ού αιώνα. Γερμανόφωνος και εβραϊκής καταγωγής, έζησε στη σημερινή Τσεχία και έγραψε όλα τα βιβλία του στη γερμανική γλώσσα. Τα χρόνια που ακολούθησαν το θάνατό του, εδραιώθηκε η θέση του στην παγκόσμια λογοτεχνία, χαρακτηρίστηκε ως ο σπουδαιότερος μοντερνιστής γερμανόφωνος πεζογράφος και το έργο του έχει αναλυθεί εκτενώς. Ανάμεσα στα σημαντικότερα έργα του περιλαμβάνονται η νουβέλα Η Μεταμόρφωση (1915) και τα μυθιστορήματα Η Δίκη (1925), Ο Πύργος (1926) και Αμερική (1927). Ο Κάφκα γεννήθηκε το 1883 στην Πράγα, που τότε αποτελούσε μία από τις σημαντικότερες πόλεις της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας και πρωτεύουσα της Βοημίας. Οι πρόγονοί του, υπήρξαν Εβραίοι της υπαίθρου (Dorfjuden), από την αγροτική ενδοχώρα της Βοημίας. Ο παππούς του, Γιάκομπ Κάφκα (1814-1889), ήταν κρεοπώλης και ο πατέρας του, Χέρμαν Κάφκα (1852-1931), τέταρτο παιδί του Γιάκομπ, εξελίχθηκε σε έναν αυτοδημιούργητο, εύπορο έμπορο υφασμάτων. Το οικογενειακό όνομα Κάφκα θα πρέπει να επιλέχθηκε από τους μακρινούς προγόνους τους, κατά τα τέλη του 18ου αιώνα, όταν αναγκάστηκαν από τη νομοθεσία να εγκαταλείψουν τα εβραϊκά πατρώνυμά τους. Στα τσέχικα, το όνομα Κάφκα (kavka) σημαίνει την κάργια, που αποτέλεσε και το έμβλημα που χρησιμοποιούσε ο Χέρμαν Κάφκα στις επαγγελματικές του επιστολές. Ο ίδιος ο Φραντς Κάφκα, συνέταξε σε ηλικία τριάντα έξι ετών, μία επιστολή προς τον πατέρα του, όπου τον περιγράφει ως «ένα πραγματικό Κάφκα σε δυναμικότητα, υγεία, όρεξη, ένταση της φωνής, ομιλητικότητα, αυτοϊκανοποίηση, υπεροχή έναντι του κόσμου, επιμονή, ευστροφία, ανθρωπογνωσία, σε μια κάποια συγκεκριμένη γενναιοδωρία, με όλα επίσης φυσικά τα συνοδευτικά τούτων των προτερημάτων σφάλματα και αδυναμίες». Στην ίδια επιστολή, αναφέρεται επίσης στην αδιαφορία του πατέρα του και την ευθύνη του για την διαμόρφωση του χαρακτήρα του.

 

1909 – Σταύρος Νιάρχος. Γεννήθηκε στην Αθήνα και ήταν γιος του Σπύρου Νιάρχου, εμπόρου λαδιών, και της Ευγενίας Κουμάνταρου, κόρης του αλευροβιομήχανου Σταύρου Κουμάνταρου και μέλους της ομώνυμης οικογένειας. Από την πλευρά του πατέρα του καταγόταν από το χωριό Βαμβακού Λακωνίας ενώ από την πλευρά της μητέρας του ήταν ανηψιός του Νικόλαου Κουμάνταρου, βιομήχανου, εφοπλιστή και βουλευτή, και πρώτος ξάδελφος της Ντόλλυ Γουλανδρή. Ο πατέρας του είχε ακολουθήσει το κύμα των Ελλήνων μεταναστών προς τις Ηνωμένες Πολιτείες στα τέλη του 19ου αιώνα και είχε γίνει αρκετά επιτυχημένος ως συνέταιρος σε ένα εστιατόριο και ζαχαροπλαστείο στο Μπάφαλο, στην πολιτεία της Νέας Υόρκης. Σπούδασε νομική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών αλλά ασχολήθηκε με την οικογενειακή επιχείρηση αλευρόμυλων. Την περίοδο εκείνη αγόρασε, μέσω της οικογενειακής εταιρείας, 6 φορτηγά πλοία.
Κατά τη διάρκεια του Β΄ παγκοσμίου πολέμου πήρε μέρος στις στρατιωτικές επιχειρήσεις που διεξήχθησαν στη Νορμανδία, γι’ αυτό και τιμήθηκε με τον «Μεγαλόσταυρο του Τάγματος του Φοίνικος», με τον «Ταξιάρχη του Τάγματος του Γεωργίου του Α΄» και με τον «Ταξιάρχη του Τάγματος των Αγίων Γεωργίου και Κωνσταντίνου».
Στη συνέχεια ασχολήθηκε επιτυχώς με τη ναυτιλία, κυρίως με τις μεταφορές πετρελαίου, αποκτώντας τεράστια περιουσία.Το 1958 ίδρυσε τα ναυπηγεία Σκαραμαγκά, τα οποία το 1985 περιήλθαν στο ελληνικό δημόσιο. Επίσης, το 1955 έκανε τη βασική επένδυση για τη δημιουργία των Διυλιστηρίων Ασπροπύργου, τα οποία κρατικοποιήθηκαν το 1976.
Το 1970, η τέως σύζυγός, του Ευγενία Λιβανού, βρέθηκε νεκρή στο ιδιόκτητο νησί του στην Σπετσοπούλα. Παρ’ ότι βρέθηκαν ίχνη ξυλοδαρμού, οι αρχές αποφάνθηκαν ότι ο θάνατός της προκλήθηκε απο υπερβολική κατανάλωση βαρβιτουρικών. Ένα χρόνο αργότερα, έκανε και πέμπτο γάμο, καθώς παντρεύτηκε την αδελφή της Ευγενίας Λιβανού, Τίνα Λιβανού (πρώην σύζυγο του Αριστοτέλη Ωνάση), η οποία πέθανε το 1974.
Η συλλογή έργων τέχνης του, ήταν μια από τις σπουδαιότερες διεθνώς. Ανάμεσα στα έργα της συλλογής του, ξεχωρίζει μια πολύ ακριβή αυτοπροσωπογραφία του Πάμπλο Πικάσο (Yo, Picasso), του 1901, που ανήκει στην μπλε περιόδο του καλλιτέχνη. Άλλοι σημαντικοί πίνακες είναι κάποιοι του Βίνσεντ βαν Γκογκ, καθώς και ο πίνακας του Πωλ Γκωγκέν, Cavaliers sur la plage, του 1902. Την συλλογή συμπλήρωσε αργότερα ο γιος του Φίλιππος, με έργα όπως το Red Marilyn και το Green Car Crash (Green Burning Car I) του Άντι Γουόρχολ.
Απεβίωσε το 1996 και με τη διαθήκη του άφησε μεγάλο μέρος της περιουσίας του στο ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος.

 

1962 – Τομ Κρουζ (,Thomas Cruise Mapother IV 3 Ιουλίου 1962) είναι Αμερικάνος ηθοποιός. Ξεκίνησε την καριέρα του το 1981 με τις ταινίες Ατελείωτη Αγάπη (Endless Love) και Ταπς, η Σάλπιγγα της Ανταρσίας (Taps). Υποδύθηκε τον πρώτο του πρωταγωνιστικό ρόλο στην ταινία Οι Πονηρές Δουλειές ενός Πρωτάρη (Risky Business) το 1983. Απέκτησε παγκοσμία αναγνωρισιμότητα με τον πρωταγωνιστικό ρόλο που είχε στην ταινία Τοπ Γκαν (Top Gun) το 1986 και ο πιο διάσημος ρόλος του είναι αυτός του Ίθαν Χαντ στην επιτυχημένη σειρά ταινιών Επικίνδυνη Αποστολή (Mission: Impossible). Έχει πρωταγωνιστήσει σε αρκετές επιτυχημένες ταινίες όπως: Το χρώμα του χρήματος (The Color of Money, 1986), Ο Άνθρωπος της Βροχής (Rain Man, 1988), Μέρες Κεραυνού (Days of Thunder, 1990), Ζήτημα Τιμής (A Few Good Men, 1992), Vanilla Sky (2001), Minority Report (2002), Ο Τελευταίος Σαμουράι (The Last Samurai, 2003), Η Διαδρομή (Collateral, 2004), Ο Πόλεμος των Κόσμων (War of the Worlds, 2005) και Επιχείρηση Βαλκυρία (Valkyrie, 2008)
Από το 2005, οι Κρουζ και Πόλα Γουάγκνερ είναι υπεύθυνοι του κινηματογραφικού στούντιο United Artists.[4] Ο Κρουζ είναι επίσης γνωστός για την υποστήριξή του στην Εκκλησία της Σαηεντολογίας.[5] Ο Κρουζ έχει λάβει συνολικά τρεις υποψηφιότητες για Όσκαρ και έχει βραβευτεί με τρεις Χρυσές Σφαίρες για τις ταινίες Γεννημένος την 4η Ιουλίου (Born on the Fourth of July, 1989), Τζέρι Μαγκουάιρ (Jerry Maguire, 1996) και Μανόλια (Magnolia, 1999).

 

Θάνατοι

 

1904 – Τέοντορ Χερτζλ. Ο Χερτσλ γεννήθηκε στην Πέστη, του Βασιλείου της Ουγγαρίας (σήμερα το ανατολικό ήμισυ της Βουδαπέστης, τότε ξεχωριστή πόλη) σε μια εβραϊκή οικογένεια από το Ζεμούν του Βασιλείου της Ουγγαρίας (σήμερα στη Σερβία). Όταν ήταν 18, η οικογένειά του μετακόμισε στη Βιέννη. Εκεί σπούδασε Δίκαιο, αλλά αφιερώθηκε σχεδόν αποκλειστικά στη δημοσιογραφία και τη λογοτεχνία. Εργάστηκε ως ανταποκριτής της Neue Freie Presse στο Παρίσι, κάνοντας ταξίδια στο Λονδίνο και στην Κωνσταντινούπολη. Αργότερα έγινε εκδότης της λογοτεχνικής Neue Freie Presse και έγραψε πολλά δράματα και κωμωδίες.
Ως νέος ο Χερτσλ είχε εμπλακεί σε μια ένωση με την επωνυμία Burschenschaft, η οποία αγωνίστηκε για την ενοποίηση της Γερμανίας υπό το σύνθημα «Ehre, Freiheit, Vaterland» (τιμή, ελευθερία, πατρίδα).
Ως ανταποκριτής της Neue Freie Presse στο Παρίσι ο Χερτσλ παρακολούθησε την Υπόθεση Ντρέιφους, ένα αντισημιτικό περιστατικό στη Γαλλία, στο οποίο ένας Γάλλος αξιωματικός καταδικάστηκε για κατασκοπεία υπέρ της Γερμανίας επειδή ήταν Εβραίος. Έγιναν μαζικές πορείες στο Παρίσι μετά τη δίκη, όπου οι διαδηλωτές φώναζαν «Θάνατος στους Εβραίους». Ο Χερτσλ πίστευε ότι οι Εβραίοι θα πρέπει να δημιουργήσουν το δικό τους κράτος. Τον Ιούνιο του 1895, έγραψε στο ημερολόγιό του: «Στο Παρίσι, όπως είπα, έχει επιτευχθεί η μεγαλύτερη στάση προς τον αντισημιτισμό …» Στο Der Judenstaat γράφει: «Το εβραϊκό ζήτημα εξακολουθεί να υφίσταται οπουδήποτε Εβραίοι ζουν σε αισθητούς αριθμούς». Από τον Απρίλιο του 1896, όταν η αγγλική μετάφραση του Der Judenstaat (Το κράτος των Εβραίων) εμφανίστηκε, ο Χερτσλ έγινε ο πρώτος εκπρόσωπος του Σιωνισμού.
Το 1897, με σημαντική προσωπική δαπάνη, ίδρυσε την Die Welt της Βιέννης και προγραμμάτισε το πρώτο σιωνιστικό συνέδριο στη Βασιλεία της Ελβετίας. Διετέλεσε πρόεδρος (μια θέση που κατείχε μέχρι το θάνατό του το 1904), και το 1898 ξεκίνησε μια σειρά από διπλωματικές πρωτοβουλίες που στόχευαν στην οικοδόμηση και υποστήριξη ενός εβραϊκού κράτους.

 

1935 – Αντρέ Γκουστάβ Σιτροέν. Γεννημένος στο Παρίσι, ο Αντρέ-Γκυστάβ ήταν το πέμπτο και τελευταίο παιδί του Εβραίου εμπόρου διαμαντιών Λεβί Σιτρέν από την Ολλανδία και της Πολωνοεβραίας Μάσρα (Mazra ή Macha) Κλάινμαν. Η οικογένεια είχε μεταναστεύσει στο Παρίσι από το Άμστερνταμ το 1873. Μετά την άφιξή τους προσέθεσαν τα διαλυτικά στη γραφή του ονόματός τους, αλλάζοντας το Citroen σε Citroën (ο παππούς ήταν μανάβης και είχε το προσωνύμιο Limoenman, «άνθρωπος των κίτρων», αλλά ο γιος του προτίμησε το Citroen, που στην ολλανδική γλώσσα σημαίνει «λεμόνι»).
Ο Λεβί Σιτροέν αυτοκτόνησε όταν ο Αντρέ ήταν 6 ετών (μάλλον μετά από μία αποτυχία σε ένα επιχειρηματικό άνοιγμα σε αδαμαντωρυχείο στη Νότια Αφρική). Λέγεται ότι ο νεαρός Αντρέ εμπνεύσθηκε από τα έργα του Ιουλίου Βερν και ότι η παρατήρηση της ανεγέρσεως του Πύργου του Άιφελ για την Παγκόσμια Έκθεση του γέννησε την επιθυμία να γίνει μηχανικός. Ο Αντρέ αποφοίτησε από την École Polytechnique το 1900. Το ίδιο έτος επισκέφθηκε την Πολωνία, τη γενέτειρα της μητέρας του, η οποία είχε αποβιώσει πρόσφατα. Εκεί παρατήρησε μια ημέρα έναν ξυλουργό να εργάζεται σε κάτι γρανάζια των οποίων τα δόντια έμοιαζαν με ραχοκοκκαλιά ψαριού. Τα γρανάζια αυτά δεν έκαναν θόρυβο και ήταν αποτελεσματικότερα. Ο Σιτροέν αγόρασε τη σχετική ευρεσιτεχνία για πολύ λίγα χρήματα και η εφεύρεση αυτή πιστώνεται συνήθως στον ίδιο Citroën: γρανάζια με διπλά chevrons.
Το 1906 ο Σιτροέν έγινε διευθυντής του εργοστασίου αυτοκινήτων Mors, θέση στην οποία υπήρξε πολύ επιτυχημένος, και το 1925 την αγόρασε και την έκλεισε. Το εργοστάσιό της πλέον κατασκεύαζε οχήματα για τη δική του εταιρεία, τη Citroën, την οποία είχε ιδρύσει το 1919. Κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Σιτροέν είχε την ευθύνη για τη μαζική παραγωγή όπλων. Σταδιακά η επιχείρησή του μεγάλωσε και το 1932 έγινε η τέταρτη μεγαλύτερη κατασκευάστρια αυτοκινήτων στον κόσμο. Εκτός από ικανός μηχανικός όμως, ο Σιτροέν ήταν και μανιώδης χαρτοπαίκτης, με αποτέλεσμα να χρεωκοπήσει την επιχείρηση, που εξαγοράσθηκε από τον μεγαλύτερο πιστωτή της, την προμηθεύτρια εταιρεία ελαστικών Michelin. Ο Αντρέ Σιτροέν πέθανε στο Παρίσι το 1935 σε ηλικία 57 ετών από καρκίνο του στομάχου και τάφηκε στο Κοιμητήριο του Μονπαρνάς. Στην εξόδιο ακολουθία πρωτοστάτησε ο αρχιρραβίνος των Παρισίων.

 

1971 – Τζιμ Μόρισον. Είχε σκωτσέζικη και ιρλανδική καταγωγή και ήταν γιος του ναυάρχου Τζορτζ Στίβεν Μόρισον και της Κλάρα Κλαρκ Μόρισον, που γνωρίστηκαν το 1941 στη Χαβάη. Ο Τζιμ Μόρισον γεννήθηκε 11 μήνες μετά, στη Μελβούρνη της Φλόριντα.
Έξι μήνες αργότερα, η Κλάρα Μόρισον μετακόμισε στο Κλιαργουότερ της Φλόριντα με το μικρό της γιο για να ζήσει με τα πεθερικά της (τους Πωλ και Καρολάιν Μόρισον), ενώ ο σύζυγός της επέστρεψε στο μέτωπο του Ειρηνικού για όλη τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Αργότερα, θα προαγόταν στον βαθμό του Ναυάρχου και θα διοικούσε τον τοπικό στόλο από την ναυαρχίδα του, USS Bon Homme Richard, κατά την διάρκεια του συμβάντος στον κόλπο Τόνκιν. Εκείνη έμεινε στην Φλόριντα με τον νέο γιο της. Ο σύζυγός της δεν θα επέστρεφε για να δει την οικογένειά του μέχρι το καλοκαίρι του 1946. Οι Μόρισον έπειτα απέκτησαν μια κόρη, την Άνν Ρόμπιν (γεννήθηκε το 1947 στην Αλμπουκέρκη του Νέου Μεξικού) και έναν γιο, τον Άντριου “Άντυ” Λι (γεννήθηκε το 1948 στο Λος Άλτος της Καλιφόρνιας).
Σύμφωνα με τον Μόρισον, ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα στην ζωή του συνέβη το 1949 κατά την διάρκεια μιας οικογενειακής εκδρομής στο Νέο Μεξικό. Περιγράφει το γεγονός όπως ακολουθεί: Είναι η πρώτη φορά που ανακάλυψα τον θάνατο … εγώ, η μητέρα μου, ο πατέρας μου, ο παππούς μου και η γιαγιά μου διασχίζαμε την έρημο την αυγή. Ένα φορτηγό γεμάτο Ινδιάνους είχε μάλλον χτυπήσει ένα άλλο αυτοκίνητο ή κάτι τέτοιο, υπήρχαν Ινδιάνοι σκορπισμένοι παντού στην εθνική οδό, αιμορραγώντας μέχρι θανάτου. Ήμουν μικρός τότε, οπότε έπρεπε να μείνω στο αυτοκίνητο όσο ο πατέρας μου και ο παππούς μου βγήκαν να δουν τι γινόταν. Δεν μπορούσα να δω τίποτα. Το μόνο που είδα ήταν παράξενη κόκκινη μπογιά και ανθρώπους πεσμένους ολόγυρα, αλλά ήξερα πως κάτι συνέβαινε, γιατί μπορούσα να νιώσω τις δονήσεις των ανθρώπων γύρω μου, και έτσι ξαφνικά συνειδητοποίησα πως ούτε εκείνοι μπορούσαν να καταλάβουν τι συνέβαινε. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που ένιωσα πραγματικό φόβο … και πιστεύω πως εκείνη τη στιγμή οι ψυχές εκείνων των νεκρών ινδιάνων – ίσως μια ή δύο απ’ αυτές – έτρεχαν έξαλλες εδώ και κει, και μπήκαν στην ψυχή μου, και εγώ ήμουν σαν σφουγγάρι, έτοιμος να κάτσω εκεί και να τις απορροφήσω.
Ο Μόρισον αργότερα θα ξαναθυμόταν αυτό το γεγονός στο πέρασμα του τραγουδιού “Peace Frog”: “Ινδιάνοι σκορπισμένοι στον αυτοκινητόδρομο της αυγής αιμορραγούν/Φαντάσματα βρίθουν το εύθραυστο σαν τσόφλι μυαλό του μικρού παιδιού.” Βέβαια, και οι δύο γονείς του Μόρισον ισχυρίζονται πως το γεγονός αυτό ποτέ δεν συνέβη. Στα πολλά σχόλια του γι’ αυτό το επεισόδιο, ο Μόρισον είπε πως είχε αναστατωθεί τόσο από αυτό το συμβάν, που οι γονείς του τελικά του είπαν ότι απλώς είχε δει έναν εφιάλτη, με σκοπό να τον ηρεμήσουν. Ασχέτως του αν το γεγονός ήταν αληθινό, το είχε φανταστεί ή σκαρφιστεί, ο Μόρισον έκανε επανειλημμένες αναφορές σε αυτό σε διανθίσματα των τραγουδιών του, σε ποιήματα και συνεντεύξεις του.
Ο Μόρισον αποφοίτησε από το George Washington High School (νυν George Washington Middle School) στην Αλεξάνδρεια, Βιρτζίνια τον Ιούνιο του 1961. Ο πατέρας του μετατέθηκε στην Νότια Καλιφόρνια τον Αύγουστο του ίδιου έτους. Ο Μόρισον πήγε να ζήσει με τους γονείς του πατέρα του στο Κλιαργουότερ στη Φλόριντα, όπου παρακολούθησε μαθήματα στο St. Petersburg Junior College. Μπήκε στο Πανεπιστήμιο της Φλόριντα (1962-1963), το οποίο διέθετε φθηνά δίδακτρα, αλλά πάλι δεν τον ικανοποίησε αρκετά. Έτσι, ο Μόρισον μετακόμισε κοντά στο κολέγιο FSU, όπου συγκατοίκησε με τον Τζορτζ Γκριρ και εμφανίστηκε σε ένα φιλμ για τη στρατολογία στο σχολείο.
Τον Ιανουάριο του 1964, χάρη στη συμβουλή ενός καθηγητή του FSU, ο Μόρισον μετακόμισε στο Λος Άντζελες της Καλιφόρνιας, όπου ολοκλήρωσε τις προπτυχιακές σπουδές του στη σχολή UCLA, με διάκριση στον κινηματογράφο. Ο Τζιμ γύρισε δύο ταινίες κατά τη φοίτησή του στο UCLA. Η πρώτη, ονόματι First Love, κυκλοφόρησε για πρώτη φορά χωρίς περικοπές στο τέλος του ντοκιμαντέρ για την ταινία Obscura.

 

 

Πηγές: Σαν σήμερα, el.wikipedia


AgrinioStories