11 Αυγούστου 2022

Συνέβη 29 Απριλίου στην Ελλάδα και τον κόσμο

Παρασκευή 29 Απριλίου 2022

Είναι η 119η ημέρα του έτους κατά το Γρηγοριανό ημερολόγιο και υπολείπονται 246 ημέρες για τη λήξη του.
Ανατολή ήλιου: 06:31 – Δύση ήλιου: 20:13 – Διάρκεια ημέρας: 13 ώρες 42 λεπτά
Σελήνη 28.1 ημερών
Παγκόσμια Ημέρα Χορού
Παγκόσμια Ημέρα Ανοσολογίας
Παγκόσμια Ημέρα Εθελοντικής Υπηρεσίας Νέων
Παγκόσμια Ημέρα Ευχής
Χρόνια πολλά στους: Ιάσονα, Σωσίπατρο, Σώπατρο, Σωπάτρα, Σωπατρία, Πάτρα, Πατρούλα, Κέρκυρα, Κερκύρα, Ζώη, Ζήση, Ζήσιμο, Ζωή, Ζησούλα, Ζωΐτσα, Ζωζώ, Πηγή, Κρήνη, Κρηνιώ.

 

Γεγονότα

 

1091 – Λίγο έξω από την Κωνσταντινούπολη διεξάγεται η μάχη στο Λεβούνιο. Ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Αλέξιος Α’ ο Κομνηνός νικά του Πετσενέγκους και τους εξαφανίζει από την ιστορία. Με το δέλεαρ της προσφοράς χρυσού εκ μέρους των Βυζαντινών ως αντάλλαγμα για τη βοήθειά τους ενάντια στους Πετσενέγκους, oι Κουμάνοι έσπευσαν να ενωθούν με τον Αλέξιο και τον στρατό του. Στα τέλη της άνοιξης του 1091, οι δυνάμεις των Κουμάνων πέρασαν στη βυζαντινή επικράτεια, και ο στρατός στο σύνολό του ετοιμάστηκε να προσχωρήσει κατά των Πετσενέγκων. Τη Δευτέρα, 28 Απριλίου 1091, ο Αλέξιος και οι σύμμαχοί του πλησίασαν το στρατόπεδο των Πετσενέγκων στο Λεβούνιο κοντά στον ποταμό Έβρο.
Οι Πετσενέγκοι φαίνεται πως αιφνιδιάστηκαν και η μάχη που έλαβε χώρα το επόμενο πρωινό στο Λεβούνιον ήταν πρακτικά σφαγή. Οι Πετσενέγκοι είχαν φέρει μαζί τους τις γυναίκες και τα παιδιά τους, και ήταν απροετοίμαστοι για την επίθεση που εξαπολύθηκε εναντίον τους. Οι Κουμάνοι και οι Βυζαντινοί επιτέθηκαν με σφοδρότητα και σφαγίασαν τους πάντες στο διάβα τους. Οι Πετσενέγκοι κατέρρευσαν γρήγορα, και σχεδόν εξολοθρεύτηκαν. Στη συνέχεια οι εναπομείναντες ζωντανοί εξανδραποδίστηκαν.
Η μάχη του Λεβουνίου ήταν η αποφασιστικότερη νίκη του βυζαντινού στρατού για μια περίοδο μισού αιώνα και σημειώνει ένα σημείο καμπής στη βυζαντινή ιστορία. Η αυτοκρατορία βρισκόταν στο ναδίρ τα τελευταία είκοσι χρόνια και το Λεβούνιον έδειξε ότι βρισκόταν στον δρόμο της ανάκαμψης. Οι Πετσενέγκοι είχαν πλήρως καταστραφεί και οι ευρωπαϊκές κτήσεις της αυτοκρατορίας ήταν ασφαλείς. Ο Αλέξιος ανέδειξε τον εαυτό του σε σωτήρα του Βυζαντίου τη στιγμή της ανάγκης του και έδωσε ένα νέο πνεύμα αναγέννησης στους αδύναμους, εξαιτίας των συχνών πολέμων, Βυζαντινούς.
Στα επόμενα της μάχης χρόνια, η αυτοκρατορία γνώρισε μια πραγματική αναγέννηση υπό τον Αλέξιο και τους απογόνους του, την αποκαλούμενη δυναστεία των Κομνηνών. Ο βυζαντινός στρατός επέστρεψε στη Μικρά Ασία, ανακτώντας τις χαμένες περιοχές, ανάμεσά τους τα γόνιμα παράλια και πολλές σημαντικές πόλεις. Με την αποκατάσταση της σταθερότητας στην κεντρική κυβέρνηση η αυτοκρατορία έγινε και πάλι πλούσια για έναν αιώνα ακόμη, ενώ η Κωνσταντινούπολη έγινε για άλλη μια φορά μητρόπολη του χριστιανικού κόσμου.

 

1707 – Τα κοινοβούλια Αγγλίας και Σκωτίας συνεδριάζουν και αποφασίζουν την ένωση των περιοχών τους, σχηματίζοντας έτσι τη Μεγάλη Βρετανία. Πριν από αυτές τις πράξεις, η Ιρλανδία είχε στενές σχέσεις με την Αγγλία ήδη από το 1541, όταν το ιρλανδικό κοινοβούλιο πέρασε τον Νόμο 1542 του Βασιλείου της Ιρλανδίας, ορίζοντας τον βασιλιά Ερρίκο VIII της Αγγλίας ως βασιλιά της Ιρλανδίας. Από τον 12ο αιώνα, ο βασιλιάς της Αγγλίας ήταν ο τεχνικός υπεύθυνος του Βασιλείου της Ιρλανδίας, μιας περιοχής υπό την κατοχή του πάπα. Τόσο το Βασίλειο της Ιρλανδίας όσο και το Βασίλειο της Αγγλίας ενώθηκαν με εκείνο της Σκωτίας με την Πράξη Ένωσης των Βασιλείων 1603. Το 1707 το Βασίλειο της Αγγλίας και το Βασίλειο της Σκωτίας ενώθηκαν σε ένα και μοναδικό βασίλειο: το Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας. Μετά την ένωση, κάθε Βουλή του Κοινοβουλίου της Ιρλανδίας απέστειλε ένα συγχαρητήριο μήνυμα στην Βασίλισσα Άννα, στα οποία δηλωνόταν ότι “Ο Θεός ας θέσει στην βασιλική καρδιά σας να έχετε πιο πολύ δύναμη και λάμψη στο στέμμα σας, από μια ακόμα πιο μεγαλύτερη Ένωση”. Το τότε Κοινοβούλιο της Ιρλανδίας υποβλήθηκε σε ορισμένους περιορισμούς, οι οποίοι το έθεσαν σε μειονεκτική θέση απέναντι στο Κοινοβούλιο της Αγγλίας (και στο Κοινοβούλιο της Μεγάλης Βρετανίας, μετά την ένωση της Αγγλίας με την Σκωτία). Ωστόσο η Ιρλανδία απέκτησε νομοθετική ανεξαρτησία από την Μεγάλη Βρετανία με το Σύνταγμα του 1782.
Μέχρι τότε, η πρόσβαση στην θεσμική εξουσία της Ιρλανδίας περιοριζόταν σε μια μειοψηφία του πληθυσμού ενώ η απογοήτευση για την έλλειψη μεταρρυθμίσεων οδήγησε το 1798 σε εξέγερση, συμπεριλαμβανομένης της γαλλικής εισβολής στην Ιρλανδία και της επιδίωξης πλήρους ανεξαρτησίας από την Μεγάλη Βρετανία. Αυτή η εξέγερση τελείωσε με αιματοχυσία ενώ η μετέπειτα προσπάθεια για την ένωση της Μεγάλης Βρετανίας και της Ιρλανδίας που εγκρίθηκε το 1800 υποκινήθηκε, τουλάχιστον εν μέρει, από την πεποίθηση ότι η εξέγερση προκλήθηκε από την αντιδραστική βιαιότητα των δυο βασιλείων.
Επιπλέον, συζητήθηκε στην Μεγάλη Βρετανία η χειραφέτηση των καθολικών. Οι φόβοι ότι μια νεοφιλελεύθερη καθολική πλειοψηφία θα άλλαζε δραστικά τον χαρακτήρα της ιρλανδικής κυβέρνησης και του κοινοβουλίου συνέβαλαν στην επιθυμία του Λονδίνου να συγχωνεύσει τα κοινοβούλια των δυο χωρώ
Στη διάρκεια του 17ου και 18ου αιώνα, η Αγγλία κατέκτησε τεράστια εδάφη στις Ινδίες και την Αμερική, αφού συνέτριψε τον γαλλικό στόλο και εξασφάλισε την κυριαρχία των θαλασσών. Στο διάστημα από τα τέλη του 18ου αιώνα και τις αρχές του 19ου πρωτοστάτησε στη δημιουργία αντιγαλλικού συνασπισμού, που τελικά οδήγησε στη συντριβή του Ναπολέοντα, με αποτέλεσμα να βγει κερδισμένη, αφού απέκτησε και τις γαλλικές αποικίες στην Αφρική και την Ασία.

 

1913 – Ο σουηδός μηχανικός Γκίντιον Σούντμπακ κατασκευάζει και πατεντάρει το φερμουάρ. Αρχικά, ο Σούντμπακ δούλεψε στην εταιρεία Westinghouse και από το 1906 στην Universal Fastener Company , η οποία κατασκεύαζε βίδες, καρφιά και συνδετήρες. Το 1909 παντρεύτηκε την κόρη του αφεντικού του Ελβίρα Άρονσον και ανέλαβε αρχισχεδιαστής της εταιρείας. Από το 1906 έως το 1914 ασχολήθηκε με την εξέλιξη του φερμουάρ, στην οποία αφιερώθηκε ψυχή τε και σώματι μετά τον θάνατο της γυναίκας του, το 1911. Ο Σούντμπακ στηρίχθηκε στην ανακαλύψεις παλιότερων μηχανικών, όπως των Ιλάιας Χάου, Μαξ Γουλφ και Γουίτκομπ Τζαντσον.
Το 1914 παρουσιάζει ένα μηχανισμό με την ονομασία «Hookless No.2», που αποτελείται από δύο σειρές δοντιών και μια λαβή – οδηγό, η οποία, όταν σύρεται προς τη μια πλευρά, κουμπώνει αναγκάζοντας το κάθε δόντι να μπει ανάμεσα στα δύο απέναντί του. Όταν η λαβή- οδηγός σύρεται προς την αντίθετη πλευρά, τα δόντια απελευθερώνονται και ο μηχανισμός ανοίγει. Είναι το φερμουάρ, όπως το γνωρίζουμε σήμερα. Αρχικά, χρησιμοποιήθηκε στις μπότες αντί του άγκιστρου και από τη δεκαετία του ‘30 στα παντελόνια, τα φορέματα και αργότερα στις βαλίτσες.

 

1941 – Οι αρχές κατοχής στην Ελλάδα θέτουν σε κυκλοφορία παράλληλα με τη δραχμή, το μάρκο κατοχής (Reichs Kredit Kassenscheine), τη λιρέτα κατοχής, τη μεσογειακή δραχμή, το βουλγαρικό λέβα και το αλβανικό φράγκο, νομίσματα χωρίς αντίκρυσμα.
Το κατοχικό μάρκο ήταν νόμισμα το οποίο εξέδωσαν οι Γερμανικές στρατιωτικές αρχές στην Ελλάδα κατά στους πρώτους μήνες της περιόδου της Κατοχής, μέχρι τον Αύγουστο του 1941.
Η ισοτιμία του κατοχικού μάρκου είχε αρχικά οριστεί σε 50 δραχμές και από 23 Ιουνίου 1941 σε 60 δραχμές. Η ένδειξη στο κατοχικό μάρκο ήταν Reichs Kredit Kassenscheine και μπορούσε να το εκδώσει κάθε στρατιωτική μονάδα που είχε το ειδικό εκτυπωτικό μηχάνημα.
Το κατοχικό μάρκο ήταν το ένα από τα δυο νομίσματα που εισήγαγαν οι κατοχικές δυνάμεις στα ελληνικά εδάφη. Το άλλο νόμισμα ήταν η ιονική δραχμή του ιταλικού στρατού κατοχής. Η εισαγωγή των νομισμάτων αυτών είχε ως συνέπεια την αλματώδη αύξηση του πληθωρισμού στην κατεχόμενη Ελλάδα, καθώς η εγχώρια δραχμή έχασε το αντίκρισμά της και υπέστη διαδοχικές υποτιμήσεις.
Οι γερμανικές στρατιωτικές δυνάμεις εξέδωσαν στρατιωτικά μάρκα και σε άλλες κατακτημένες χώρες, στην Πολωνία το 1939, στη Δανία, στη Νορβηγία, στην Ολλανδία, στο Βέλγιο και στη Γαλλία το 1940, στα Βαλκάνια και τη Ρωσία το 1941, είχαν υποχρεωτική χρήση και ήταν το νόμισμα με το οποίο πληρώνονταν οι Γερμανοί στρατιώτες.

 

1992 – Ο δήμαρχος του Λος Άντζελες κηρύσσει την πόλη σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, εξαιτίας του κύματος βίας που ξέσπασε μετά την αθώωση τεσσάρων αστυνομικών, οι οποίοι κατηγορούνταν με αδιάσειστα στοιχεία ότι ξυλοκόπησαν μέχρι θανάτου τον μαύρο Ρόντνεϊ Κιγκ. Οι ταραχές του 1992 στο Λος Άντζελες ήταν μια σειρά ταραχών και αστικών διαταραχών που σημειώθηκαν στην κομητεία του Λος Άντζελες τον Απρίλιο και το Μάιο του 1992. Οι αναταραχές ξεκίνησαν στο Νότιο Κεντρικό Λος Άντζελες στις 29 Απριλίου, μετά από δίκη που αθώωσε τέσσερις αξιωματικούς της αστυνομικής υπηρεσίας του Λος Άντζελες για τη χρήση υπερβολικής βίας στη σύλληψη και τον ξυλοδαρμό του Ρόντνεϊ Κινγκ στις 3 Μαρτίου 1991. Ο ξυλοδαρμός είχε βιντεοσκοπηθεί και παιζόταν ευρέως σε τηλεοπτικές εκπομπές.
Οι ταραχές εξαπλώθηκαν σε ολόκληρη τη μητροπολιτική περιοχή του Λος Άντζελες, καθώς χιλιάδες άτομα διαδήλωσαν σε διάστημα έξι ημερών μετά την ανακοίνωση της ετυμηγορίας. Πολλές λεηλασίες, επιθέσεις, εμπρησμοί και δολοφονίες σημειώθηκαν κατά τη διάρκεια των ταραχών, ενώ οι εκτιμήσεις για τις υλικές ζημιές υπερβαίνουν τα 1 δισεκατομμύριο δολάρια.
Κατά συνέπεια, η τάξη και ειρήνη αποκαταστάθηκαν σε όλη την κομητεία του Λος Άντζελες, αλλά σκοτώθηκαν 63 άτομα, 2.383 άτομα τραυματίστηκαν και υπήρξαν περισσότερες από 12.000 συλλήψεις. Ο Αρχηγός της Αστυνομίας του Λος Άντζελες Ντέιριλ Γκέιτς, ο οποίος είχε ήδη ανακοινώσει την παραίτησή του τη στιγμή των ταραχών, θεωρείται σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνος για τις ταραχές.

 

Γεννήσεις

 

1899 – Ντιουκ Έλινγκτον. Ο Έλινγκτον γεννήθηκε το 1899 στην Ουάσινγκτον, γιος του Τζέημς Έντουαρντ Έλινγκτον και της Ντέηζι Κένεντι Έλινγκτον. Ο πατέρας του εργαζόταν ως σερβιτόρος στον Λευκό Οίκο. Οι γονείς του, αν και δεν ήταν επαγγελματίες μουσικοί, είχαν κατάρτιση στο πιάνο και από την ηλικία των επτά ετών, άρχισε μαθήματα και ο ίδιος, παρά το γεγονός πως δεν πίστευε ότι διέθετε ιδιαίτερη κλίση. Αργότερα, όταν σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών άρχισε να παρακολουθεί κρυφά συναυλίες, απέκτησε μεγαλύτερο σεβασμό στη μουσική και αντιμετώπισε τα μαθήματα πιάνου με μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Εγκατέλειψε το σχολείο τρεις μήνες πριν την αποφοίτησή του, το 1917, με στόχο να ακολουθήσει επαγγελματική σταδιοδρομία στη μουσική και ενώ είχε ήδη ξεκινήσει να εργάζεται ως πιανίστας σε μαγαζιά της Ουάσινγκτον.
Στα τέλη του 1917, σχημάτισε το πρώτο του μουσικό συγκρότημα, The Duke’s Serenaders, με το οποίο πραγματοποίησε εμφανίσεις σε μουσικά κέντρα και ως μουσική συνοδεία σε κοινωνικές εκδηλώσεις. Το Σεπτέμβριο του 1923, εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Νέα Υόρκη, μαζί με το πενταμελές συγκρότημα The Washingtonians που είχε νωρίτερα σχηματίσει. Το συγκρότημα πραγματοποίησε εμφανίσεις σε διάφορα μουσικά κέντρα, πριν αποτελέσει την μόνιμη ορχήστρα του γνωστού Cotton Club, γεγονός που ενίσχυσε σημαντικά τη φήμη του Έλινγκτον. Παρέμεινε εκεί για ένα διάστημα περίπου τριών ετών, περίοδο κατά την οποία η μεγάλη ορχήστρα του, εξελίχθηκε σε μία από τις δημοφιλέστερες της εποχής, με συμμετοχή σε αυτή αρκετών σημαντικών μουσικών, ενώ ο ίδιος ο Έλινγκτον διακρίθηκε για την ικανότητά του στη σύνθεση.
Το καλοκαίρι του 1933, περιόδευσε με την ορχήστρα του, για πρώτη φορά στην Ευρώπη. Πραγματοποίησε συναυλίες, αρχικά στη Βρετανία και αργότερα στην Ολλανδία και τη Γαλλία. Η υποδοχή του στην Αγγλία υπήρξε ιδιαίτερα θερμή, λαμβάνοντας επίσης σημαντική κάλυψη από τον τύπο της εποχής. Μετά την επιστροφή του στις Ηνωμένες Πολιτείες, συνέχισε να πραγματοποιεί ζωντανές εμφανίσεις και ηχογραφήσεις, στη Νέα Υόρκη, το Σικάγο και το Λος Άντζελες. Το 1935, πέθανε η μητέρα του ενώ δύο χρόνια αργότερα σημειώθηκε και ο θάνατος του πατέρα του.
Οι αρχές της δεκαετίας του 1940, θεωρούνται ως η περίοδος της δημιουργικής ακμής του Έλινγκτον, κυρίως διότι συνοδεύτηκαν από ορισμένες εκ των καλύτερων μουσικών συνθέσεών του. Σε αυτό συνέβαλαν και σημαντικοί νέοι μουσικοί που πλαισίωσαν την ορχήστρα του, όπως ο Τζίμι Μπλάντον (κοντραμπάσο), ο Μπεν Γουέμπστερ (τενόρο σαξόφωνο) ή ο Ρεξ Στιούαρτ (κόρνο), καθώς και η συνεργασία του με τον συνθέτη, πιανίστα και ενορχηστρωτή Μπίλυ Στρέιχορν. Μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, η εμπορική απήχηση του Έλινγκτον γνώρισε κάμψη, γεγονός που συνδυάστηκε με το τέλος της εποχής του σουίνγκ και τη γενικότερη στροφή σε άλλα είδη, όπως το μπίμποπ. Παρ’ όλα αυτά, ο Έλινγκτον κατάφερε να συντηρήσει την ορχήστρα του, με την οποία συνέχισε να περιοδεύει.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1950, το συγκρότημά του υπέστη αρκετές ανακατατάξεις, καθώς αρκετά μέλη του αποχώρησαν, γεγονός που επέδρασε τόσο στο ύφος του όσο και στη δημοτικότητά του, η οποία υποχώρησε. Η εμφάνιση του Έλινγκτον στο τζαζ φεστιβάλ του Νιούπορτ, στις 7 Ιουλίου του 1956, συνέβαλε καθοριστικά στην “αναγέννηση” του, ενώ το περιοδικό Time την αποκάλεσε ως “σημείο καμπής” της καριέρας του.
Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960, ο Έλινγκτον παρέμεινε μουσικά ενεργός. Το 1962, ξεχώρισαν οι συνεργασίες του με τον Τζον Κολτρέιν, τον Τσαρλς Μίνγκους καθώς και με τον Κόλμαν Χόκινς, με τους οποίους συμμετείχε σε ηχογραφήσεις. Το 1963 περιόδευσε στην Μέση Ανατολή, τον επόμενο χρόνο στην Ιαπωνία, ενώ το 1968 και το 1971 έδωσε συναυλίες στη Λατινική Αμερική και τη Σοβιετική Ένωση αντίστοιχα. Στα τελευταία χρόνια της καριέρας του, σημαντική εξέλιξη στο μουσικό του ύφος, αποτέλεσε η προσπάθειά του να ενσωματώσει στοιχεία της θρησκευτικής λειτουργίας στη τζαζ. Στα πλαίσια αυτού του εγχειρήματος, πραγματοποίησε τρεις συναυλίες (Sacred Concerts), που έλαβαν χώρα σε διαφορετικές εκκλησίες και καθεδρικούς ναούς, με συνοδεία χορωδίας και χορευτών. Αν και το ύστερο έργο του Έλινγκτον επισκιάζεται συχνά από τη μουσική που παρήγαγε σε παλαιότερες περιόδους, και κυρίως κατά τη δεκαετία του 1940, ορισμένοι κριτικοί έχουν τονίσει την αξία του.
Το 1969, του απονεμήθηκε το Προεδρικό Μετάλλιο της Ελευθερίας, μία από τις ανώτερες τιμές προς πολίτες των Ηνωμένων Πολιτειών, για τη συνολική συνεισφορά του στη μουσική. Το 1973, τιμήθηκε επιπλέον με τη Λεγεώνα της Τιμής, από τη Γαλλική Δημοκρατία. Τον ίδιο χρόνο εκδόθηκε η αυτοβιογραφία του. Πέθανε από καρκίνο, στις 24 Μαΐου του 1974.

 

1957 – Ντάνιελ Ντέι Λιούις. Ο Σερ Ντάνιελ Μάικλ Μπλέηκ Ντέι Λούις (Sir Daniel Michael Blake Day-Lewis, 29 Απριλίου 1957) είναι πολυβραβευμένος Βρετανός ηθοποιός με διπλή υπηκοότητα (βρετανική και ιρλανδική). Μετά τις σπουδές του στη θεατρική σχολή Bristol Old Vic, ο Ντέι Λιούις έπαιξε σε πολλά θεατρικά έργα και ταινίες, κερδίζοντας τρία Όσκαρ Α’ Ανδρικού Ρόλου, τέσσερα Βραβεία BAFTA και δύο Χρυσές Σφαίρες. Είναι γνωστός ως ένας από τους πιο επιλεκτικούς ηθοποιούς της κινηματογραφικής βιομηχανίας, καθώς έχει πρωταγωνιστήσει μόνο σε τέσσερις ταινίες την τελευταία δεκαετία. Θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους και πιο ταλαντούχους ηθοποιούς όλων των εποχών.

 

 

1970 – Ούμαν Θέρμαν. Η Ούμα Θέρμαν γεννήθηκε στη Βοστόνη. Η μητέρα της ήταν μοντέλο από τη Σουηδία και ο πατέρας της Αμερικανός καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Κολούμπια με ειδίκευση στο Βουδισμό, γι’ αυτό η Ούμα συναναστρεφόταν συχνά το Δαλάι Λάμα, ο οποίος ήταν καλός φίλος του πατέρα της. Ο πρώτος μεγάλος ρόλος της ήρθε στα δεκαοκτώ της χρόνια στην ταινία Επικίνδυνες Σχέσεις με τον Τζον Μάλκοβιτς και την Γκλεν Κλόουζ. Ο ρόλος όμως που την έκανε παγκοσμίως γνωστή ήταν αυτός της Μία Γουάλας στο Pulp Fiction του Κουέντιν Ταραντίνο, για τον οποίο προτάθηκε για Όσκαρ β’ γυναικείου ρόλου. Έκτοτε έχει πρωταγωνιστήσει σε πολλές επιτυχημένες ταινίες. Ο Κουέντιν Ταραντίνο τη θεωρεί μούσα του, γι’ αυτό της εμπιστεύθηκε επίσης το ρόλο της Νύφης στις ταινίες Kill Bill Vol.1 και Kill Bill Vol.2. Το 1990 η Ούμα παντρεύτηκε τον ηθοποιό Γκάρυ Όλντμαν και έζησαν μαζί για δύο χρόνια. Αρκετά χρόνια αργότερα, στα γυρίσματα της ταινίας Gattaca γνώρισε τον ηθοποιό Ίθαν Χοκ με τον οποίο παντρεύτηκε το 1998. Οι δύο τους απέκτησαν μία κόρη, τη Μάγια Ρέι και ένα γιο, τον Λέβον Ρόαν. Το ζευγάρι πήρε διαζύγιο το 2004.

 

Θάνατοι

 

1930 – Μαρία Πολυδούρη. Ήταν κόρη του εξαίρετου φιλολόγου Ευγένιου Πολυδούρη, από τη Μικρομάνη, και της Κυριακής Μαρκάτου, μιας γυναίκας με πρώιμες φεμινιστικές αντιλήψεις. Ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές της σπουδές στην Καλαμάτα, ενώ είχε φοιτήσει σε σχολεία του Γυθείου και των Φιλιατρών, αλλά και στο Αρσάκειο της Αθήνας για δύο χρόνια.
Στα γράμματα εμφανίστηκε σε ηλικία 14 ετών με το πεζοτράγουδο Ο πόνος της μάνας, το οποίο αναφέρεται στον θάνατο ενός ναυτικού που ξέβρασαν τα κύματα στις ακτές των Φιλιατρών και είναι επηρεασμένο από τα μοιρολόγια που άκουγε στη Μάνη. Στα δεκαέξι της διορίστηκε στη Νομαρχία Μεσσηνίας και παράλληλα εξέφρασε ζωηρό ενδιαφέρον για το γυναικείο ζήτημα. Το 1920 έχασε και τους δύο γονείς της μέσα σε διάστημα σαράντα ημερών.
Το 1921 μετατέθηκε στη Νομαρχία Αθηνών και παράλληλα εγγράφηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στην υπηρεσία της εργαζόταν και ο ομότεχνός της Κώστας Καρυωτάκης. Μεταξύ τους αναπτύχθηκε ένας σφοδρός έρωτας, που μπορεί να κράτησε λίγο, αλλά επηρέασε καθοριστικά τη ζωή και το έργο της.
Συναντήθηκαν για πρώτη φορά τον Ιανουάριο του 1922. Η Μαρία ήταν τότε 20 ετών, ενώ ο Καρυωτάκης 26. Εκείνη είχε δημοσιεύσει κάποια πρωτόλεια ποιήματα, ενώ εκείνος είχε εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές —τον Πόνο των ανθρώπων και των πραμάτων (1919) και τα Νηπενθή (1921)— και είχε ήδη κερδίσει την εκτίμηση κάποιων κριτικών και ομότεχνών του.
Το καλοκαίρι του 1922 ο Καρυωτάκης ανακάλυψε ότι έπασχε από σύφιλη, νόσο που τότε ήταν ανίατη και αποτελούσε κοινωνικό στίγμα. Ενημέρωσε αμέσως την αγαπημένη του Μαρία και της ζήτησε να χωρίσουν. Εκείνη του πρότεινε να παντρευτούν χωρίς να κάνουν παιδιά, όμως εκείνος ήταν πολύ περήφανος για να δεχτεί τη θυσία της. Η Μαρία αμφέβαλε για την ειλικρίνειά του και θεώρησε ότι η ασθένειά του ήταν πρόσχημα του Καρυωτάκη για να την εγκαταλείψει.
Το 1924 μπήκε στη ζωή της ο δικηγόρος Αριστοτέλης Γεωργίου, που μόλις είχε επιστρέψει από το Παρίσι. Ήταν νέος, ωραίος και πλούσιος και η Πολυδούρη τον αρραβωνιάστηκε στις αρχές του 1925. Όμως, αγαπούσε πάντα τον Καρυωτάκη.
Παρά την αφοσίωση του αρραβωνιαστικού της, η Πολυδούρη δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί σοβαρά σε καμία δραστηριότητα. Έχασε τη δουλειά της στο Δημόσιο μετά από αλλεπάλληλες απουσίες και εγκατέλειψε τη Νομική. Φοίτησε στη Δραματική Σχολή Κουναλλάκη και την Επαγγελματική Σχολή Θεάτρου (σήμερα Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου) και μάλιστα πρόλαβε να εμφανιστεί ως ηθοποιός σε μία παράσταση, Το κουρελάκι, όπου είχε τον πρωταγωνιστικό ρόλο.
Το καλοκαίρι του 1926 διέλυσε τον αρραβώνα της και έφυγε για το Παρίσι. Σπούδασε ραπτική, αλλά δεν πρόλαβε να εργαστεί γιατί προσβλήθηκε από φυματίωση. Επέστρεψε στην Αθήνα το 1928 και συνέχισε τη νοσηλεία της στο Νοσοκομείο Σωτηρία, όπου έμαθε για την αυτοκτονία του Κώστα Καρυωτάκη. Τον ίδιο χρόνο κυκλοφόρησε την πρώτη της ποιητική συλλογή, Οι τρίλλιες που σβήνουν, και το 1929 τη δεύτερη, Ηχώ στο χάος. Η Πολυδούρη άφησε δύο πεζά έργα, το Ημερολόγιό της και μία ατιτλοφόρητη νουβέλα με την οποία σαρκάζει ανελέητα τον συντηρητισμό και την υποκρισία της εποχής της. Η φυματίωση, όμως, τελικά την κατέβαλε και τα ξημερώματα της 29ης Απριλίου 1930 άφησε την τελευταία της πνοή με ενέσεις μορφίνης που της πέρασε ένας φίλος της στην Κλινική Καραμάνη.

 

1933 – Κωνσταντίνος Καβάφης (Αλεξάνδρεια, 29 Απριλίου 1863 (ν.ημ.) – 29 Απριλίου 1933) ήταν Έλληνας ποιητής ο οποίος θεωρείται ως ένας από τους σημαντικότερους ποιητές της σύγχρονης εποχής. Γεννήθηκε και έζησε στην Αλεξάνδρεια, της Αιγύπτου γι’ αυτό και αναφέρεται συχνά ως ο Αλεξανδρινός. Δημοσίευσε ποιήματα, ενώ δεκάδες παρέμειναν ως προσχέδια. Τα σημαντικότερα έργα του τα δημιούργησε μετά τα 40 έτη.. Σήμερα η ποίησή του όχι μόνο έχει επικρατήσει στην Ελλάδα, αλλά και κατέλαβε μία εξέχουσα θέση στην όλη ευρωπαϊκή ποίηση, ύστερα από τις μεταφράσεις των ποιημάτων του αρχικά στα γαλλικά, αγγλικά, γερμανικά και κατόπιν σε πολλές άλλες γλώσσες.Το σώμα των καβαφικών ποιημάτων περιλαμβάνει: Τα 154 ποιήματα που αναγνώρισε ο ίδιος (τα λεγόμενα Αναγνωρισμένα), τα 37 Αποκηρυγμένα ποιήματά του, τα περισσότερα νεανικά, σε ρομαντική καθαρεύουσα, τα οποία αργότερα αποκήρυξε, τα Κρυμμένα, δηλαδή 75 ποιήματα που βρέθηκαν τελειωμένα στα χαρτιά του, καθώς και τα 30 Ατελή, που βρέθηκαν στα χαρτιά του χωρίς να έχουν πάρει την οριστική τους μορφή. Τύπωσε ο ίδιος το 1904 μια μικρή συλλογή με τον τίτλο Ποιήματα, στην οποία περιέλαβε τα ποιήματα: Φωνές, Επιθυμίες, Κεριά, Ένας γέρος, Δέησις, Οι ψυχές των γερόντων, Το πρώτο σκαλί, Διακοπή, Θερμοπύλες, Τα παράθυρα, Περιμένοντας τους βαρβάρους, Απιστία και Τα άλογα του Αχιλλέως. Η συλλογή, σε 100-200 αντίτυπα, κυκλοφόρησε ιδιωτικά. Το 1910 τύπωσε πάλι τη συλλογή του, προσθέτοντας αλλά επτά ποιήματα: Τρώες, Μονοτονία, Η κηδεία του Σαρπηδόνος, Η συνοδεία του Διονύσου, Ο Βασιλεύς Δημήτριος, Τα βήματα και Ούτος εκείνος. Και αυτή η συλλογή διακινήθηκε από τον ίδιο σε άτομα που εκτιμούσε. Το τελευταίο αναγνωρισμένο ποίημά του είναι το Εις τα περίχωρα της Αντιόχειας που εκδόθηκε το 1933 και το πρώτο τα Τείχη (1897).
Το 1935 κυκλοφόρησε στην Αθήνα, με επιμέλεια της Ρίκας Σεγκοπούλου, η πρώτη πλήρης έκδοση των (154) Ποιημάτων του, που εξαντλήθηκε αμέσως. Δύο ακόμη ανατυπώσεις έγιναν μετά το 1948.
Ο ποιητής επεξεργαζόταν επίμονα κάθε στίχο, κάποτε για χρόνια ολόκληρα, προτού τον δώσει στην δημοσιότητα. Σε αρκετές από τις εκδόσεις του υπάρχουν διορθώσεις από το χέρι του και συχνά όταν επεξεργαζόταν ξανά τα ποιήματά του τα τύπωνε διορθωμένα.

 

1980 – Άλφρεντ Χίτσκοκ. Ο Άλφρεντ Χίτσκοκ γεννήθηκε στις 13 Αυγούστου 1899 στο Ιστ Εντ του Λονδίνου και πέθανε στις 29 Απριλίου 1980 στο Λος Άντζελες. Φοίτησε αρχικά σε μία τεχνική σχολή, την School of Engineering and Navigation διδασκόμενος μηχανική, ηλεκτρολογία, ακουστική και ναυπηγική. Προκειμένου να καλύψει τις βιοτικές ανάγκες του εργάσθηκε σε μία τηλεγραφική εταιρεία, ενώ παρακολουθούσε και μαθήματα στη Σχολή Καλών Τεχνών στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου. Ο Χίτσκοκ έπιασε σε δουλειά σε κινηματογραφικό στούντιο του Λονδίνου το 1920. Επρόκειτο για παράρτημα στην Αγγλική πρωτεύουσα της αμερικανικής Famous Players-Lasky της Paramount Pictures Η δουλειά του ήταν να σχεδιάζει τους τίτλους αρχής για όλες τις ταινίες του στούντιο. Μετά από δύο χρόνια του δόθηκε η ευκαιρία να καθήσει στην καρέκλα του σκηνοθέτη. Ο σκηνοθέτης της ταινίας Always Tell Your Wife αρρώστησε και ζητήθηκε από τον Χίτσκοκ να τον αντικαταστήσει για να ολοκληρωθεί η ταινία. Οι παραγωγοί εντυπωσιάστηκαν από το αποτέλεσμα και του αναθέσαν να γυρίσει την πρώτη του, ουσιαστικά, ταινία, που ήταν ο Αριθμός 13. Μετά από λίγο καιρό όμως το στούντιο έκλεισε. Ο Χίτσκοκ σττη συνέχεια προσλήφθηκε στην Gainsborough Pictures ως σεναριογράφος και σχεδιαστής τίτλων. Το 1925 κατάφερε να σκηνοθετήσει το Pleasure Garden κι αυτό σηματοδοτεί ουσιαστικά την αρχή της καριέρας του ως σκηνοθέτη.
Μετά από μια επιτυχημένη δεκαετία του ’30, με ταινίες όπως τα 39 σκαλοπάτια, Ο άνθρωπος που ήξερε πολλά, Σαμποτάζ, με το ξεκίνημα του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου αποφάσισε να μετακομίσει μόνιμα στις ΗΠΑ. Όταν επισκέφθηκε το Χόλυγουντ το 1940, όλοι οι παραγωγοί των μεγάλων στούντιο του έκλεισαν την πόρτα γιατί πίστευαν ότι δε θα μπορούσε να κάνει καριέρα στο χώρο. Τελικά, ο μεγαλο-παραγωγός Ντέιβιντ Ο. Σέλζνικ του πρόσφερε ένα επταετές συμβόλαιο. Του ανέθεσε αρχικά μια ταινία για τον Τιτανικό, αλλά το σχέδιο τελικά απορρίφθηκε και του ανέθεσε τη Ρεβέκκα. Η ταινία κέρδισε το Όσκαρ καλύτερης ταινίας του 1940, αλλά φυσικά το Όσκαρ πήγε στον παραγωγό και όχι στον Χίτσκοκ. Για τα επόμενα 20 χρόνια, μέχρι το Ψυχώ, γύριζε τη μια ταινία πίσω από την άλλη. Το 1955 συμφώνησε να προλογίζει μια τηλεοπτική σειρά με τίτλο Ο Άλφρεντ Χίτσκοκ παρουσιάζει, η οποία διήρκεσε δέκα χρόνια.
Μετά την καλλιτεχνική και εμπορική επιτυχία του Ψυχώ άρχισε να σκηνοθετεί ταινίες όλο και πιο αραιά. Από το 1977 μέχρι και το θάνατό του, δούλευε πάνω στη δημιουργία ενός φιλμ με τίτλο The Short Night. Μετά το θάνατό του, ο σεναριογράφος Ντέιβιντ Φρίμαν εξέδωσε την τελική εκδοχή του σεναρίου.
Προτάθηκε πέντε φορές για Όσκαρ σκηνοθεσίας, το 1941 (Ρεβέκκα), το 1945 (Στον ίσκιο του θανάτου / Ναυαγοί) το 1946 (Νύχτα Αγωνίας), το 1955 (Σιωπηλός Μάρτυς) και το 1961 (Ψυχώ), αλλά δεν το κέρδισε ποτέ.

 

Πηγές: Σαν σήμερα, el.wikipedia


AgrinioStories | Επιμέλεια Λ.Τ