3 Οκτωβρίου 2022

Συνέβη 12 Ιουλίου στην Ελλάδα και τον κόσμο

12 Ιουλίου 2022

Είναι η 193η ημέρα του έτους κατά το Γρηγοριανό ημερολόγιο.
Υπολείπονται 172 ημέρες για τη λήξη του
καθώς και 45 ΜΕΡΕΣ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ, για την έναρξη του LAKE PARTY στην ΤΡΙΧΩΝΙΔΑ.

Ανατολή ήλιου: 06:12 – Δύση ήλιου: 20:49 – Διάρκεια ημέρας: 14 ώρες 36 λεπτά
Σελήνη 13.1 ημερών
Χρόνια πολλά στους: Βερονίκη, Βερόνικα, Βέρα, Βερενίκη, Παΐσιο, Παΐση, Παϊσία και Ιλάριο.\

 

Γεγονότα

 

1827 – Ο τσάρος Νικόλαος Α’ αποδέχεται την παραίτηση του Ιωάννη Καποδίστρια από τη θέση του υπουργού Εξωτερικών της Ρωσίας, προκειμένου να αναλάβει κυβερνήτης της Ελλάδας.
Τον Ιανουάριο 1809 ο Καποδίστριας εισήλθε στη διπλωματική υπηρεσία της Ρωσίας, κατόπιν προσκλήσεως του Τσάρου Αλέξανδρου Α’. Το 1813, διορίστηκε εκπρόσωπος της Ρωσίας στην Ελβετία, στην πρώτη του μεγάλη αποστολή, με σκοπό να συνεισφέρει στην απαλλαγή της από την επιρροή του Ναπολέοντα. Έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ενότητα, ανεξαρτησία και την ουδετερότητα της Ελβετίας και συνεισέφερε τα μέγιστα στο ελβετικό σύνταγμα, που προέβλεπε 19 αυτόνομα κρατίδια (καντόνια) ως συστατικά μέλη της ελβετικής ομοσπονδίας.
Συμμετείχε στο Συνέδριο της Βιέννης, που έθεσε τις βάσεις της «Ιεράς Συμμαχίας», ως μέλος της ρωσικής αντιπροσωπίας, αποτελώντας το φιλελεύθερο αντίβαρο στην αντιδραστική πολιτική του αυστριακού πρίγκιπα Μέτερνιχ. Πέτυχε την εξουδετέρωση της αυστριακής επιρροής, την ακεραιότητα της Γαλλίας υπό Βουρβόνο μονάρχη, μετά την πτώση του Ναπολέοντα, καθώς και τη διεθνή ουδετερότητα της Ελβετίας, υπό την εγγύηση των Μεγάλων Δυνάμεων.
Μετά τις μεγάλες του διπλωματικές επιτυχίες, ο Τσάρος τον έχρισε Υπουργό Εξωτερικών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας από το 1816 έως το 1822. Ο Καποδίστριας, όμως, δεν ξέχασε τη γενέτειρά του και τα Επτάνησα, που είχαν περάσει κάτω από τον ασφυκτικό έλεγχο της Μεγάλης Βρετανίας. Το 1819 μετέβη στο Λονδίνο και προσπάθησε ματαίως να πείσει τη βρετανική κυβέρνηση να μετριάσει το αυταρχικό καθεστώς που είχε επιβάλει στα Ιόνια Νησιά.
Με την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης, υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει το αξίωμά του, καθώς είχε διαφωνήσει ανοιχτά με τον τσάρο Αλέξανδρο, που καταδίκαζε κάθε επαναστατική κίνηση στην Ευρώπη, πιστός στις αποφάσεις της Ιεράς Συμμαχίας. Το 1822 εγκαταστάθηκε στη Γενεύη της Ελβετίας, όπου έχαιρε υπόληψης για την προσφορά του στη δημιουργία της Ελβετικής Ομοσπονδίας, λαμβάνοντας τον τίτλο του επίτιμου πολίτη. Παρέμεινε εκεί έως το 1827, βοηθώντας ποικιλοτρόπως το επαναστατημένο έθνος.
Στις 30 Μαρτίου 1827 η Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας τον εξέλεξε Κυβερνήτη του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους, σε μία περίοδο που η Επανάσταση καρκινοβατούσε. Έπειτα από επίπονες διαβουλεύσεις στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες για την εξασφάλιση της απαραίτητης υποστήριξης για το ελληνικό κράτος, έφτασε στο Ναύπλιο στις 7 Ιανουαρίου 1828, γενόμενος δεκτός με ζητωκραυγές και ενθουσιώδεις εκδηλώσεις από τον λαό. Δύο ημέρες αργότερα μετέβη στην Αίγινα, η οποία είχε κριθεί καταλληλοτέρα από το Ναύπλιο ως προσωρινή έδρα της Κυβέρνησης.

 

1843 – Με Βασιλικό Διάταγμα παρέχεται το δικαίωμα εκδόσεως τραπεζογραμματίων στην Εθνική Τράπεζα. Η ιδέα κοπής ελληνικού νομίσματος ερρίφθη κατά πρώτον το 1822. Στις 5 Μαρτίου ψηφίστηκε από το Βουλευτικό ο νόμος 6, με τον οποίο καθοριζόταν η κοπή αναμνηστικού αργυρού νομίσματος σε 80 κομμάτια, τα οποία θα περιέρχονταν στα μέλη της. Ένα μήνα αργότερα, με το νόμο 9 της 5ης Απριλίου, αποφασίστηκε να κοπούν νομίσματα για τις ανάγκες των συναλλαγών. Ο νόμος προέβλεπε τη συγκέντρωση του χρυσού και του αργύρου, που βρισκόταν σε μοναστήρια και εκκλησίες, καθώς και την απαγόρευση εξαγωγής χρυσού και αργύρου, όχι μόνο έξω από την επικράτεια, αλλά και από επαρχία σε επαρχία. Το σχέδιο, όμως, σύντομα εγκαταλείφθηκε λόγω εγγενών αδυναμιών.
Η συνεχιζόμενη, όμως, νομισματική ανωμαλία ανάγκασε τον πρώτο κυβερνήτη της ελεύθερης Ελλάδας, Ιωάννη Καποδίστρια, να επισπεύσει τη δημιουργία εθνικού νομίσματος. Πράγματι, στις 28 Ιουλίου 1828 η Δ’ Εθνοσυνέλευση του Άργους αποφάσισε να προτείνει στον Κυβερνήτη ως νομισματική μονάδα τον «φοίνικα», με υποδιαίρεση το λεπτό. Ελλείψει ρευστού και μηχανημάτων, ο Καποδίστριας συνήψε δάνειο 1,5 εκατομμυρίων ρουβλίων από τη Ρωσία και με τα χρήματα αυτά αγόρασε από τη Μάλτα μία μεταχειρισμένη νομισματοκοπική μηχανή, που εγκαταστάθηκε στην αυλή του σπιτιού του στην Αίγινα. Εκεί τυπώθηκαν τα πρώτα νομίσματα της ελεύθερης Ελλάδας, που ήταν ο αργυρός φοίνιξ και τα χάλκινα: δεκάλεπτο, πεντάλεπτο και μονόλεπτο. Το μέταλλο αποκτήθηκε από τις νηοπομπές του ελληνικού στόλου (άργυρος) και από τα τουρκικά κανόνια (χαλκός). Στις 17 Ιουνίου 1831 τυπώθηκε και το πρώτο χάρτινο χρήμα με απόφαση του Κυβερνήτη, χωρίς όμως επιτυχία.
Μετά την ενθρόνιση του Όθωνα το 1833 τα νομίσματα που είχαν εκδοθεί και κυκλοφορήσει επί Καποδίστρια αποσύρθηκαν από την κυκλοφορία. Στις 8 Φεβρουαρίου εισήχθη νέα νομισματική μονάδα, η δραχμή (νόμισμα του αρχαίου ελληνικού κόσμου) αντί του φοίνικα. Με το ίδιο διάταγμα, τα νέα νομίσματα διαιρέθηκαν σε τρεις κατηγορίες: αργυρά, χρυσά και χάλκινα. Οι πρώτες δραχμές τυπώθηκαν στο Μόναχο και από το 1836 έως το 1858 τυπώνονταν στο Νομισματοκοπείο Αθηνών. Με το βασιλικό διάταγμα της 12ης Ιουλίου 1843 το αποκλειστικό δικαίωμα έκδοσης χαρτονομισμάτων δόθηκε στη νεοσυσταθείσα Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία διατήρησε το προνόμιο αυτό έως το 1928, οπότε ιδρύθηκε η Τράπεζα της Ελλάδος.

 

1913 – Ελληνική επίθεση στα στενά της Κρέσνας μεταφέρει τις μάχες του Β’ Βαλκανικού Πολέμου μέσα στα εδάφη της Βουλγαρίας. Στις 12 Ιουλίου τα ελληνικά τμήματα εξαπέλυσαν επίθεση στον δεξιό και κεντρικό τομέα του μετώπου, όμως η σθεναρή αντίσταση των Βουλγάρων, το ανώμαλο έδαφος και οι δυσμενείς καιρικές συνθήκες αρχικά δεν επέφεραν τα επιθυμητά αποτελέσματα. Στις 13 η επίθεση εντάθηκε και επιτεύχθηκε η διάρρηξη των βουλγαρικών γραμμών στον τομέα Βίντρεν, οι οποίες αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν για να αποφύγουν τον κίνδυνο κύκλωσης.
Ταυτόχρονα δύο μεραρχίες ενεργούσαν κατά του τομέα Σιμιτλή και κατάφεραν να καταλάβουν τα νοτιοδυτικά υψώματα του χωριού. Τα βουλγαρικά τμήματα άρχισαν να συμπτύσσονται βόρεια εγκαταλείποντας άφθονο πολεμικό υλικό. Το μεσημέρι της ίδιας μέρας τα πρώτα ελληνικά τμήματα εισήλθαν στο Σιμιτλή και εν συνεχεία προωθήθηκαν καταλαμβάνοντας τα βόρεια υψώματα του χωριού. Η 7η Μεραρχία στην δεξιά πλευρά του μετώπου προέλασε από το Πρεντέλ Χαν προς το Γράντεβο.
Στις 14 Ιουλίου οι ελληνικές δυνάμεις συνέχισαν τον επιθετικό αγώνα σε ολόκληρο το μέτωπο με αμείωτη ένταση. Δεν κατάφεραν όμως αρχικά να διασπάσουν την κύρια βουλγαρική αμυντική τοποθεσία. Τελικά τη νύχτα της 14ης προς 15η Ιουλίου οι Βούλγαροι εγκατέλειψαν τις θέσεις τους και συμπτήχθηκαν προς Άνω Τζουμαγιά.

 

1979 – Λήγει η μεγάλης διάρκειας απεργία των ελλήνων τραπεζοϋπαλλήλων, με επιστράτευση των απεργών. «Η κυβέρνηση, αντιμετωπίζοντας τις τράπεζες ως επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, “ζήτησε χτες από τις διοικήσεις των Τραπεζών να δώσουν πλήρη κατάλογο ενός 20% των υπαλλήλων προκειμένου να τους χρησιμοποιήσουν σαν απεργοσπαστικό μηχανισμό”.
Ακόμα, η κυβέρνηση πήρε μέτρα για τη δημιουργία παράλληλου μηχανισμού, επιτρέποντας στις τράπεζες να προσλάβουν, κατά τη διάρκεια της απεργίας, συμβασιούχους και συνταξιούχους. Ταυτόχρονα, έδωσε τη δυνατότητα να διεκπεραιωθούν μια σειρά από τραπεζικές εργασίες μέσω αγροτικών συνεταιρισμών και ταχυδρομικών ταμιευτηρίων.
Παρά τα απεργοσπαστικά μέτρα, διατηρήθηκαν τα πολύ υψηλά ποσοστά συμμετοχής στην απεργία και η κυβέρνηση, ύστερα από επτά μέρες κινητοποιήσεων, στις 11 Ιούλη, κήρυξε πολιτική επιστράτευση. Οπως αναφέρει ο “Ριζοσπάστης” στις 12 Ιούλη, “η πολιτική επιστράτευση είναι αόριστης διάρκειας και αφορά 5.000 υπαλλήλους, το 15% περίπου των 30.000 τραπεζοϋπαλλήλων”. Την επιστράτευση εισηγήθηκε ο Μητσοτάκης ως υπουργός Συντονισμού, ο οποίος δήλωσε ότι “συνολικά οι τράπεζες θα λειτουργούν με το 30% του προσωπικού τους (…) δεδομένου ότι ένα 10-15% δούλευε παρά την απεργία”.
Μπροστά σε αυτή την εξέλιξη η ΟΤΟΕ αποφάσισε να σταματήσει την απεργία, αν και προσπάθησε να αντιδράσει, καλώντας τα μέλη της να μην εφαρμόσουν το νέο ωράριο. Στα μέσα Αυγούστου και προς τα τέλη Σεπτέμβρη του 1979, έγιναν τρεις ακόμα απεργίες, μία 24ωρη και δύο 48ωρες.
Στο μεταξύ, η κυβέρνηση μετέβαλε την απόφαση για το νέο ωράριο, αφαιρώντας από αυτή τη μεσημεριανή διακοπή και την εναλλαγή των αργιών. Τελικά, το ωράριο που διαμορφώθηκε, ήταν Δευτέρα έως Πέμπτη 9 π.μ. έως 3.45 μ.μ. και Παρασκευή 8.45 π.μ. έως 4.45 μ.μ.» (Ριζσοσπάστης, Πέμπτη 13 Αυγούστου 2015)

 

1993 – Αρχίζει τη λειτουργία του το Ωνάσειο Καρδιοχειρουργικό Κέντρο στην Αθήνα. Σημαντικό σταθμό αποτέλεσε η έναρξη λειτουργίας του Ωνασείου Καρδιοχειρουργικού Κέντρου το 1993, το οποίο, στελεχωμένο από ειδικούς καρδιοχειρουργούς και πλήρως εξοπλισμένο, έδωσε δυνατότητα να καλυφθεί το μεγαλύτερο μέρος των κλινικών αναγκών της χώρας. Έτσι ανακόπηκε οριστικά η φυγή των ασθενών στην αλλοδαπή για καρδιοχειρουργικές επεμβάσεις. Οι πρώτοι καρδιοχειρουργοί που στελέχωσαν το Ωνάσειο ήταν ο Α. Μιχάλης, Γ. Παλατιανός, Γ. Οικονομόπουλος, Κ. Αναγνωστόπουλος και Π. Αλεβιζάτος, ο οποίος διενήργησε και την πρώτη καρδιακή μεταμόσχευση στο Ωνάσειο και εν συνεχεία ετέθη επικεφαλής του μοναδικού μεταμοσχευτικού κέντρου στην Ελλάδα, αφού ανεστάλη η λειτουργία των μεταμοσχευτικών κέντρων του Ευαγγελισμού και του Γ. Παπανικολάου στη Θεσσαλονίκη.
Στο Ωνάσειο δημιουργήθηκε και η δεύτερη παιδοκαρδιοχειρουργική κλινική με τον Γ. Σαρρή, η οποία με την κρατική μονάδα της Αγίας Σοφίας, άρχισε να καλύπτει τις ανάγκες της παιδοκαρδιοχειρουργικής.

 

Γεννήσεις

 

1904 – Πάμπλο Νερούδα (Pablo Neruda, φιλολογικό ψευδώνυμο του Ρικάρδο Νεφταλί Ρέγιες Μπασοάλτο, Ricardo Eliécer Neftalí Reyes Basoalto, 12 Ιουλίου 1904 – 23 Σεπτεμβρίου 1973) ήταν Χιλιανός συγγραφέας και ποιητής. Σύμφωνα με τον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, θεωρείται ο σημαντικότερος ποιητής του 20ού αιώνα. Το 1971 του απονεμήθηκε το Νόμπελ Λογοτεχνίας, γεγονός που προκάλεσε αντιδράσεις λόγω της πολιτικής του δραστηριότητας και των κομμουνιστικών του πεποιθήσεων. Εξέδωσε πληθώρα ποιητικών συλλογών ποικίλου ύφους, όπως ερωτικά ποιήματα, έργα που διέπονται από τις αρχές του σουρεαλισμού, ακόμα και κάποια που θα μπορούσαν να θεωρηθούν πολιτικά μανιφέστα. Τον Απρίλιο του 2013, 40 χρόνια μετά το θάνατό του, έγινε εκταφή της σορού του, με σκοπό να διακριβωθεί αν είχε πέσει θύμα δολοφονικής επίθεσης με δηλητήριο από πράκτορες του δικτατορικού καθεστώτος που κυβερνούσε τη Χιλή κατά το θάνατό του.

 

1912 – Διονύσης Παπαγιαννόπουλος. Γεννήθηκε στο Διακοφτό Αχαΐας στις 12 Ιουλίου 1912 και σπούδασε στην Αθήνα στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Την πρώτη του εμφάνιση στη σκηνή την έκανε στον ρόλο του ιππότη στον Βασιλιά Ληρ. Στο Εθνικό Θέατρο παρέμεινε μέχρι το 1941. Συνολικά για 46 χρόνια, ερμήνευσε και έπαιξε στους μεγαλύτερους θιάσους της εποχής του.
Πρώτη του ταινία ήταν, το 1947, τα «Παιδιά της Αθήνας». Συνολικά έπαιξε σε 133 ταινίες, ανάμεσά τους «Ένας ιππότης για τη Βασούλα», «Η βίλα των οργίων», «Ο κυρ Γιώργης εκπαιδεύεται», «Φουσκοθαλασσιές», «Ο Κύριος Πτέραρχος» κ.τ.λ. Τελευταία ταινία του ήταν το «Ταξίδι στα Κύθηρα». Έπαιξε και στην τηλεόραση όπου ο ρόλος του κυρ-Γιώργη στο «Λούνα Παρκ» τον καθιέρωσε στη λαϊκή συνείδηση.
Πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του μόνος, καθότι άγαμος και πέθανε στις 13 Απριλίου 1984 σε ηλικία μόλις 72 ετών. Βρέθηκε στο σπίτι του, λίγες μέρες αργότερα. Προς τιμή του, ο Δήμος Διακοπτού τοποθέτησε την προτομή του στην παραλία του δήμου. Ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος έκανε πολλές αγαθοεργίες, κυρίως στην περιοχή όπου γεννήθηκε, χωρίς αυτό να είναι ευρέως γνωστό

 

1922 – Μάικλ Βέντρις, άγγλος αρχιτέκτονας και κρυπτογράφος, ο οποίος το 1952 αποκωδικοποίησε τη Γραμμική Γραφή Β’ που χρησιμοποιούσαν οι Κρήτες της Μινωικής εποχής. Γιος ενός συνταγματάρχη του βρετανικού στρατού και της πολωνοβρετανίδας Άννα Ντοροθέα Γιάνας, γεννήθηκε στην Αγγλία και πέρασε τα παιδικά του χρόνια σε οικοτροφεία της Ελβετίας, όπου φάνηκε η κλίση του στην εκμάθηση γλωσσών και στο σκι. Μέχρι να γίνει εννέα χρονών είχε μάθει γαλλικά, γερμανικά, ελβετογερμανικά, αρχαία Ελληνικά και Λατινικά. Στην Αγγλία εισήχθη για τις γυμνασιακές του σπουδές στην Σχολή Στόου, όπου κέρδισε μια υποτροφία (1935-1939). Το 1936, σε ηλικία δεκατεσσάρων χρονών, έτυχε να ξεναγηθεί από τον Άρθουρ Έβανς σε μια έκθεση ελληνικής και μινωικής τέχνης. Εκεί κεντρίστηκε το ενδιαφέρον του από το γεγονός ότι η Γραμμική Β γραφή δεν είχε αποκρυπτογραφηθεί. Έτσι ξεκίνησε να διαβάζει γι’ αυτή.
Στο μεταξύ η μητέρα του είχε χωρίσει και μετακόμισε μαζί της σε ένα σύγχρονο διαμέρισμα στο Χαϊπόιντ του λονδρέζικου Χάϊγκέϊτ, όπου επηρεάστηκε από τους φίλους που είχε η μητέρα του στους κύκλους των καλλιτεχνών και αρχιτεκτόνων. Από τον Ιανουάριο του 1940 ξεκίνησε σπουδές στην Σχολή της Ένωσης Αρχιτεκτόνων. Λίγο αργότερα η μητέρα του αυτοκτόνησε. Το 1942 παντρεύτηκε την Λόις Νοξ-Νίβεν. Όλο αυτόν τον καιρό ασχολούνταν στον ελεύθερο χρόνο του με προσπάθειες για την κατανόηση της Γραμμικής Β, έχοντας την πίστη ότι επρόκειτο για μια γλώσσα συγγενή της ετρουσκικής.
Τον Αύγουστο του 1942 κατατάχτηκε στη RAF και ξεκίνησε εκπαίδευση πιλότου, αλλά τελικά κατέληξε αεροναυτίλος και ασχολήθηκε με την αποκρυπτογράφηση κωδικοποιημένων μηνυμάτων. Μετά από εκπαίδευση στον Καναδά συμμετείχε σε βομβαρδισμούς στην Ευρώπη. Με το τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πόλεμου, εκμεταλλευόμενος τις γνώσεις του στα Γερμανικά, κατάφερε να μετατεθεί στη Γερμανία. Το 1946 απολύθηκε και επέστρεψε στο σπίτι του στο Χαϊπόιντ, όπου έμεναν η γυναίκα και τα δύο παιδιά του, και στις σπουδές του στην αρχιτεκτονική. Με φίλους ασχολήθηκε με το σχεδιασμό κτιρίων και έκανε πολλά ταξίδια στην Ευρώπη.
Παράλληλα ο Βέντρις δεν σταμάτησε ποτέ να ασχολείται με την αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Β, έχοντας μάλιστα τακτική αλληλογραφία με άλλους ερευνητές και επαφή με καταξιωμένους επιστήμονες, όπως ο σερ Τζων Μάιρς. Λόγω της πλάνης στην οποία είχε πέσει εξ αιτίας των εσφαλμένων θεωριών του Άρθουρ Έβανς, και παρά τις συνεχείς έρευνες που έκαναν οι Μάιρς, Βέντρις και οι αμερικανοί Έμμετ Μπένετ και Άλις Κόμπερ, δεν σημειώθηκε σημαντική πρόοδος, ώσπου η Αμερικανίδα ερευνήτρια Άλις Κόμπερ παρατήρησε ότι ομάδες συμβόλων, που ονομάστηκαν τα τρίδυμα της Κόμπερ, φανέρωναν κλίση λέξεων. Η κλίση οδήγησε στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο για γλώσσα με γραμματικούς κανόνες όπως της Ελληνικής και της Λατινικής, όχι της Ετρουσκικής.
Μετά από ένα μικρό διάλειμμα από την ενασχόληση με την Γραμμική Β, το 1950 έκανε προσπάθεια να οργανώσει την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των ερευνητών. Όμως κανένας ερευνητής (συμπεριλαμβανομένου του Βέντρις) δεν τόλμησε να προτείνει ότι η γλώσσα της Γραμμικής Β είναι ελληνική. Το 1951 άρχισε να διανέμει τις Σημειώσεις Εργασίας του σε άλλους ερευνητές και να σχηματίζει κανάβους, όπου καταχώριζε τα σύμβολα ανάλογα με την πιθανή σημασία τους. Παραιτήθηκε μάλιστα από την αρχιτεκτονική εργασία του για να ασχοληθεί με την αποκρυπτογράφηση. Τελικά το 1952 αποτόλμησε να εγκαταλείψει την υπόθεση της ετρουσκικής γλώσσας και να δοκιμάσει την πιθανότητα της ελληνικής.
Ήδη είχαν ανακαλυφθεί και δημοσιευτεί οι πινακίδες Γραμμικής Β που βρέθηκαν στο ανάκτορο της Πύλου. Ο νέος πλούτος στοιχείων τον βοήθησε να παρατηρήσει ορισμένες ομάδες συμβόλων, για τις οποίες είχε σημαντικούς λόγους να πιστεύει ότι ήταν ονόματα πόλεων. Καθώς ορισμένες από αυτές τις ομάδες εμφανίζονταν μόνο σε πινακίδες από την Κρήτη, έκανε την υπόθεση ότι ήταν ονόματα πόλεων του νησιού. Κάνοντας αντιστοιχίσεις κατάφερε να αποσαφηνίσει την έννοια και άλλων συμβόλων και να διαπιστώσει ότι η Γραμμική Β ήταν ελληνική γραφή. Αυτό κατέρριψε τις θεωρίες του Έβανς για το Μινωικό Πολιτισμό, δείχνοντας ότι τουλάχιστον την εποχή των πινακίδων η Κρήτη ήταν μέρος του Μυκηναϊκού κόσμου.
Σε συνεργασία με τον Τζων Τσάντγουικ προχώρησε την έρευνά του και δημοσίευσε στοιχεία που αποδείκνυαν την ορθότητα της αποκρυπτογράφησης. Σύντομα έγινε γνωστός, και ένα νέο ρεύμα ενδιαφέροντος για την Μυκηναϊκή Ελλάδα και τον Κρητικό πολιτισμό αναπτύχθηκε σε όλο τον κόσμο. Μαζί με τον Τσάντγουικ έγραψε το βιβλίο “Documents in Mycenaean Greek”, ενώ το 1954 εργάστηκε ως σχεδιαστής σε ανασκαφές στο Εμποριό της Χίου, όπου αναφέρεται ότι μετέφραζε πινακίδες αμέσως μετά από την ανασκαφή τους.
Ενώ πλέον το μεγαλύτερο μέρος του επιστημονικού κόσμου είχε δεχτεί την ανακάλυψή του και ο ίδιος δεχόταν μεγάλες διακρίσεις και προτάσεις για την είσοδό του στον ακαδημαϊκό χώρο, σκοτώθηκε σε τροχαίο το 1956.

 

Θάνατοι

 

1926 – Γερτρούδη Μπελ. Αγγλίδα αρχαιολόγος, αραβολόγος, εξερευνήτρια, συγγραφέας, διπλωμάτης και κατάσκοπος, η γυναίκα που σχεδίασε τα σύνορα του σύγχρονου Ιράκ και δημιούργησε το περίφημο Αρχαιολογικό Μουσείο της Βαγδάτης.
H Γκέρτρουντ Mάργκαρετ Λόθιαν Mπελ (Gertrude Margaret Lowthian Bell) γεννήθηκε στις 14 Ιουλίου 1868 στο Γουάσινγκτον Χολ της κομητείας Ντάραμ της Αγγλίας. H οικογένειά της ήταν πολύ ισχυρή και είχε προοδευτικές απόψεις. Ένας θείος της ήταν βουλευτής του Φιλελεύθερου Κόμματος την εποχή του Ντισραέλι. Η νεαρή Γερτρούδη πραγματοποίησε τις εγκύκλιες σπουδές της στο Queen’s College, ένα ιδιωτικό σχολείο θηλέων στο Λονδίνο και το 1886 έγινε δεκτή κατ’ εξαίρεση στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, όπου σπούδασε ιστορία.
Μη σκοπεύοντας να παντρευτεί, όπως κάθε κορίτσι της καλής κοινωνίας του καιρού της, έμαθε περσικά και το 1892 πήγε στην Περσία (σημερινό Ιράν), όπου ο θείος της ήταν πρεσβευτής της Βρετανίας. Εκεί έγραψε το πρώτο ταξιδιωτικό βιβλίο της «Εικόνες από την Περσία» και μετέφρασε στα αγγλικά τον μυστικιστή πέρση ποιητή Xαφίζ. Τα επόμενα δέκα χρόνια ταξίδεψε επανειλημμένα σε όλη τη Μέση Ανατολή, όπου έζησε για μακρά χρονικά διαστήματα, έμαθε αραβικά (μιλούσε ήδη γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά, περσικά και τούρκικα), εξάσκησε την αρχαιολογία, που ήταν πάντα η μεγάλη της αγάπη και στις αρχές του 20ού αιώνα ήταν επικεφαλής σημαντικών αρχαιολογικών αποστολών στη Συρία και στο Ιράκ, για τις οποίες μάλιστα έγραψε στη συνέχεια, δημοφιλή άρθρα.
Το 1907 δημοσίευσε τις εντυπώσεις στο βιβλίο Syria: The Desert and the Sown. Την ίδια χρονιά αποτέλεσε δραστήριο μέλος της Κίνησης κατά της Ψήφου των Γυναικών (Anti-Suffrage League), επειδή, όπως πίστευε η γυναίκα-νοικοκυρά της εποχής της δεν ήταν ώριμη να επωμισθεί ένα τέτοιο βάρος. Νωρίτερα και συγκεκριμένα το 1901 το όνομά της είχε κάνει τον γύρο του κόσμου, όταν κατόρθωσε να επιβιώσει κρεμασμένη επί 53 ώρες από ένα σκοινί στη βορειοδυτική πλευρά των Άλπεων, κατά τη διάρκεια ενός ορειβατικού περιπάτου.
Κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και με την είσοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον πόλεμο, η Mπελ, ο Τόμας Έντουαρντ Λόρενς (ο γνωστός Λόρενς της Αραβίας) και άλλοι «αρχαιολόγοι-κατάσκοποι», στελέχωσαν τον μηχανισμό του βρετανικού κατασκοπευτικού μηχανισμού του Αραβικού Γραφείου, που έδρευε στο Κάιρο. Η πολιτική του Λονδίνου ευνοούσε και ενθάρρυνε τον ξεσηκωμό των αραβικών φυλών κατά των Οθωμανών, που κατείχαν σχεδόν όλη τη Μέση Ανατολή και τη δημιουργία εξαρτημένων καθεστώτων στην περιοχή. Η Γερτρούδη Μπελ θα συνεισφέρει τα μέγιστα στη διαμόρφωση της βρετανικής πολιτικής με την περίφημη αναφορά της Self – Determination in Mesopotamia (Η Αυτοδιάθεση στη Μεσοποταμία).
Το 1916 η Mπελ ταξίδεψε στη Bασόρα και τον επόμενο χρόνο εγκαταστάθηκε στη Bαγδάτη, αμέσως μετά την κατάληψή της από τους Βρετανούς, όπου ανέλαβε καθήκοντα συμβούλου του αποικιακού διοικητή της Μέσης Ανατολής, σερ Πέρσι Kοξ, για θέματα σχέσεων με τον αραβικό πληθυσμό. Μετά τη λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, η Μπελ σχεδίασε τα σύνορα ενός νέου κράτους της Μεσοποταμίας (μετέπειτα Ιράκ), που αποτελείτο από τις πρώην οθωμανικές επαρχίες της Mοσούλης, της Bαγδάτης και της Bασόρας. Η Μπελ έπεισε τον Γουίνστον Τσόρτσιλ (τότε Υπουργό Πολέμου) να ορίσει ως ανώτατο άρχοντα τον πρώην βασιλιά της Συρίας Φαϊζάλ. Η Μπελ είχε τόση επιρροή πάνω στον ιρακινό μονάρχη, που αποκλήθηκε «βασίλισσα του Ιράκ δίχως στέμμα».
Η Μπελ, εκτός από τις πολιτικές της δραστηριότητες, ενδιαφέρθηκε για τη διάσωση του πολιτισμού και της ιστορίας του Ιράκ, της χώρας που περιλαμβάνει τα σπουδαία κατάλοιπα των πολιτισμών της Μεσοποταμίας και την παραμονή τους στον τόπο καταγωγής τους. Συγκέντρωσε έτσι στη Βαγδάτη μεγάλο αριθμό σπουδαίων έργων τέχνης, όπως της Βαβυλωνιακής αυτοκρατορίας κι αυτή η συλλογή αποτέλεσε τον πυρήνα του μουσείου, το οποίο εγκαινιάσθηκε τον Ιούνιο του 1926, ένα μόλις μήνα πριν από το θάνατό της.
Η Μπελ επέστρεψε στην Αγγλία για λίγο το 1925, για να αντιμετωπίσει κάποια οικογενειακά θέματα περιουσιακού χαρακτήρα και σύντομα επέστρεψε στη Βαγδάτη. Στις 12 Ιουλίου 1926 βρέθηκε νεκρή στο υπνοδωμάτιο του σπιτιού της, λόγω υπερβολικής δόσης υπνωτικών χαπιών. Μεγάλη συζήτηση έχει γίνει αν αυτή η υπερβολική δόση ήταν μία σκόπιμη αυτοκτονία ή ατύχημα (ή ό,τι άλλο), τη στιγμή που είχε ζητήσει από την υπηρέτριά της να την ξυπνήσει.
Η Γερτρούδη Μπελ ήταν μια μοναχική γυναίκα με ισχυρό χαρακτήρα, απίστευτη ενεργητικότητα και δίψα για περιπέτεια. Ήταν αδύνατη, με πλούσια κοκκινωπά λαμπερά μαλλιά, διαπεραστικά γαλαζοπράσινα μάτια, τορνευτά χείλια και στρογγυλό πρόσωπο. Ντυνόταν προσεκτικά, με κυματιστές μουσελίνες. Δεν παντρεύτηκε ποτέ, ούτε απέκτησε παιδιά, είχε όμως μία «παράνομη» σχέση με έναν παντρεμένο, τον ταγματάρχη Τσαρλς Ντότι-Γουάιλι, με τον οποίο είχε ανταλλάξει ερωτικές επιστολές (από το 1913 έως το 1915), ενώ μετά το θάνατό του στην Καλλίπολη αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στη δουλειά της.

 

1935 – Άλφρεντ Ντρέιφους, γαλλοεβραίος αξιωματικός του στρατού. Η καταδίκη του εξαιτίας μιας αβάσιμης κατηγορίας προδοσίας το 1894 έγινε το επίκεντρο της αντιπαράθεσης που ταλαιπώρησε τη γαλλική κοινωνία για δεκαετίες. (Υπόθεση Ντρέιφους)
Σηκώνοντας την αυλαία της πρώτης πράξης της υπόθεσης Ντρέιφους μέσα στο «ντεκόρ» της γενικότερης κατάστασης, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, όλα φαίνονταν ήσυχα και τίποτε δεν προμήνυε κάποιο ξέσπασμα σπουδαίου σκανδάλου αναφορικά με κατασκοπεία, δεδομένου ότι ούτε πόλεμος συνέβαινε, ούτε καμιά προετοιμασία, ούτε μετακινήσεις στρατιωτικές, αλλά ούτε και κάποια νέα κατασκευή οπλικών συστημάτων ήταν σε εξέλιξη. Συνεπώς, αν κάτι θα μπορούσε ν’ αποτελέσει αντικείμενο κατασκοπείας ήταν μόνο υπάρχοντα στρατιωτικά σχέδια επιχειρήσεων.
Βρισκόμαστε στο Παρίσι, περί τα τέλη Σεπτεμβρίου του 1894. Πίσω από τη βιτρίνα των καλλιτεχνικών και πολιτιστικών παραγόντων που διατηρούν αξιόλογο το γόητρο της πόλης και των διανοουμένων της, που συνεχίζουν να είναι οι πρωτοπόροι του επιστημονικού συναγωνισμού που ξεκίνησε στο δεύτερο μισό του αιώνα, η επίσημη Γαλλία συνεχίζει ν’ ανησυχεί και να παραμένει καχύποπτη προς τη Γερμανία. Το δίκτυο της γαλλικής αντικατασκοπείας, που φέρει την κεκαλυμμένη ονομασία «Υπηρεσία Στατιστικής», βρίσκεται σε πλήρη ενεργητικότητα υπό την διοίκηση του Γάλλου συνταγματάρχη Σαντέρ.
Αυτή την περίοδο πρέσβης της Γερμανίας στο Παρίσι είναι ο Κόμης φον Μόνστερ. Στη γερμανική πρεσβεία επίσης υπηρετεί ως στρατιωτικός ακόλουθος και ο συνταγματάρχης Μαξιμιλιανός Σβάρτσκοππεν, που παράλληλα με τα καθήκοντά του, του επίσημου παρατηρητή, είχε επιδοθεί έντονα σε κατασκοπευτικές δραστηριότητες, δημιουργώντας ένα σχετικά μεγάλο δίκτυο στρατολογημένων πληροφοριοδοτών, μεταξύ των οποίων και κατώτερους υπαλλήλους του γαλλικού υπουργείου των στρατιωτικών. Οι δραστηριότητες αυτές του Σβάρτσκοππεν είχαν όμως περιέλθει σε γνώση της Υπηρεσίας Στατιστικής, η οποία και τον είχε θέσει υπό παρακολούθηση. Μεταξύ των προσώπων που στρατολογήθηκαν για την παρακολούθηση αυτή ήταν και η καθαρίστρια της γερμανικής πρεσβείας, η μαντάμ Μπαστιάν.

 

2016 – Δημήτρης Μαρωνίτης, έλληνας φιλόλογος, μεταφραστής και δοκιμιογράφος. Ο Δημήτρης Μαρωνίτης γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη. Τελείωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στο Πειραματικό Σχολείο του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (1939-1947) και συνέχισε τις σπουδές του στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (1947-1951). Ως φοιτητής παρακολούθησε παραδόσεις και φροντιστήρια των καθηγητών Ν. Ανδριώτη, Ι. Θ. Κακριδή, Α. Βακαλόπουλου, Κ. Βουρβέρη, Στ. Καψωμένου, Εμμ. Κριαρά, Στ. Κυριακίδη, Α. Ξυγγόπουλου, Ε. Πελεκίδη και Λ. Πολίτη. Μετά την εκπλήρωση της στρατιωτικής του θητείας (1952-1954), εργάστηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης· στην αρχή ως έκτακτος και μετά ως τακτικός βοηθός του δασκάλου του Ι. Θ. Κακριδή στην Α’ έδρα Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας (1955-1962). Δίδαξε επίσης ως εκπαιδευτικός φιλόλογος με μειωμένο πρόγραμμα στο γαλλικό Δελασάλ και στη Γερμανική Σχολή Θεσσαλονίκης (1956-1963).
Συμπλήρωσε τις μεταπτυχιακές του σπουδές στο πανεπιστήμιο του Μάιντς (Mainz) της Γερμανίας με υποτροφία του ιδρύματος Alexander von Humboldt (1958-1960). Παρακολούθησε και πήρε ενεργό μέρος σε φροντιστήρια των καθηγητών Βάλτερ Μαργκ (Walter Marg), εκδότη του αρχαιογνωστικού περιοδικού Gnomon την περίοδο 1954-1977, Αντρέας Τίρφελντερ (Andreas Thierfelder), Βάλτερ Πόρτσικ (Walter Porzig) και Έριχ Ραϊτσενστάιν (Erich Reitzenstein). Πήρε το διδακτορικό του δίπλωμα το 1962 από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, όπου και δίδαξε Αρχαία Ελληνική Φιλολογία ως εντεταλμένος υφηγητής στη Φιλοσοφική Σχολή (1965-Ιανουάριος 1968).

 

 

Πηγές: Σαν σήμερα, el.wikipedia


AgrinioStories | Επιμέλεια Λ.Τ