6 Δεκεμβρίου 2022

Σύμβαση Σιγαροποιίας και πολιτικές αντιπαραθέσεις

Με τη Σύμβαση Σιγαροποιίας η Τράπεζα Αθηνών
αναλάμβανε να ιδρύσει εταιρεία
για να στηρίξει την παραγωγή καπνού
και να αναπτύξει το εμπόριο φύλλων καπνού

Με αφορμή την υπερψήφιση ή την καταψήφιση της σύμβασης σιγαροποιίας, που αναμένοταν στη Βουλή, δημοσιεύτηκε στο ΕΜΠΡΟΣ της 11ης Μαρτίου 1902 μία επιστολή ενός Αγρινιώτη, σταλμένη στην εφημερίδα από τις 28 Φεβρουαρίου, που υπογράφει με το ψευδώνυμο «Αλτιάϊκος», για να στιγματίσει τις θέσεις και τις απόψεις του βουλευτή της Αιτωλοακαρνανίας Δημήτρη Κατσάνου, σε αντίθεση με αυτές του Αν. Σκαλτσοδήμου, ο οποίος, για τον συντάκτη, υπερασπίζεται τις θέσεις και τις απόψεις της πόλης.

Με την ευκαιρία αυτής της επιστολής να πούμε ότι το 1902, επιχειρήθηκε να συγκροτηθεί μία Εταιρεία καπνού και σιγαροποιίας στην Ελλάδα με τη χρηματοδότηση της Τράπεζας Αθηνών. Η προοπτική αυτή ξεσήκωσε έντονες αντιπαραθέσεις και ανοιχτές συγκρούσεις μεταξύ των υποστηρικτών του εγχειρήματος και των αντιπάλων του και εγγράφεται σε μια εποχή που οι ελληνικές επιχειρήσεις με επικεφαλής τις τράπεζες ανέλαβαν -κυρίως μετά το 1905- έναν επιτελικό ρόλο στην οργάνωση του καπιταλισμού σε ολόκληρο το χώρο της Ανατολικής Μεσογείου.

Στο πλαίσιο αυτό υπογράφηκε μία σύμβαση μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης και της Τράπεζας Αθηνών, που συνοπτικά ονομάστηκε στον τύπο «Σύμβασις σιγαροποιίας». Με αυτήν, η Τράπεζα Αθηνών αναλάμβανε να ιδρύσει αυτή την εταιρεία με στόχο να στηρίξει την παραγωγή καπνού και να αναπτύξει το εμπόριο φύλλων καπνού, με αντάλλαγμα το προνόμιο να ιδρύσει εργοστάσια κοπής καπνού αλλά και σιγαροποιίας, τόσο για την εγχώρια αγορά όσο και για εξαγωγές.

Η υπογραφή της σύμβασης και η επικείμενη σύσταση της Εταιρείας προκάλεσαν τη δημιουργία δυο αντικρουόμενων ομάδων, οι οποίες, ανάλογα με το πώς αντιλαμβάνονταν τα συμφέροντά τους, τάσσονταν υπέρ ή κατά της ίδρυσής της, αναδεικνύοντας κατά αυτό τον τρόπο –μεταξύ άλλων- τις αντιθέσεις στο εσωτερικό της ελληνικής κοινωνίας της εποχής. Οι καπνοπαραγωγοί των μεγάλων καπνοπαραγωγικών περιοχών της χώρας (του Αγρινίου, της Λαμίας και του θεσσαλικού κάμπου) τάχθηκαν υπέρ της σύμβασης, καθώς θεωρούσαν ότι αποτελούσε «σανίδα σωτηρίας» και μέσω αυτής θα πραγματοποιούνταν ενίσχυση της παραγωγής[1].

Ένα τέτοιο δείγμα αυτής της «κόντρας» σε τοπικό επίπεδο είναι και η παρακάτω επιστολή που δημοσίευσε η εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ[2].

Σύμφωνα με την επιστολή «ο λαός της πόλεως του Αγρινίου εκ πεποιθήσεως περί του ευεργετικού και σωτηρίου μέτρου αυτής κατήρτισεν, ως έδει, επιτροπή εξ οικοκυραίων και ευυπόληπτων, την οποίαν εξουσιοδότησεν, όπως υποβάλλει αναφοράν εις την Κυβέρνησιν και την Βουλήν, δι ης παρεκαλείτο η επιψήφισης της ρηθείσης συμβάσεως. Προς δε τους βουλευτάς της Επαρχίας μας η εν λόγω επιτροπή απηύθυνεν επιστολάς, όπως λάβουσιν υπ’ όψιν την άνω αναφοράν των κατοίκων και εργασθώσι και αυτοί εκθύμως υπέρ της επιψηφίσεως της εν λόγω συμβάσεως, ήτις προφανώς υπέσχετο την σωτηρίαν της επαρχίας και την οικονομικήν αναγέννησιν ολοκλήρου της Ελλάδος».

Στην παράκληση αυτής της επιτροπής, συνεχίζει η επιστολή, έσπευσε να απαντήσει ο Σκαλτσοδήμος με μια άλλη επιστολή γεμάτη πόνο και πατριωτισμό, παίρνοντας θέση αρχικά υπέρ της σύμβασης, εκδηλώνοντας ταυτόχρονα «ως ευφυής και πεπειραμένος πολιτευτής» και κάποιους δισταγμούς, για τους οποίους παρακαλούσε την επιτροπή, να φροντίσει μαζί με άλλα έγκριτα μέλη της τοπικής κοινωνίας, μετά από «πεφωτισμένη μελέτη» του ζητήματος, να αποφανθεί για τη βασιμότητα των δισταγμών του.

Στη σύσταση αυτή προχώρησε ο Σκαλτσοδήμος  με την ανάλογη ευγένεια και τον σεβασμό που όφειλε στη θέληση του λαού τις επιταγές του οποίου τάχθηκε να υπηρετεί με ευλάβεια και πίστη. Ταυτόχρονα ο Σκαλτσοδήμος υποστήριξε, ότι δεν θα πάψει να παρακολουθεί με όλη του την ψυχή την περαιτέρω έκβαση της σύμβασης και ότι επιθυμία του ήταν, να πληροφορεί έγκυρα τα μέλη της επιτροπής για τις γνώμες και τις ιδέες στις οποίες θα οδηγούνται οι συζητήσεις για τις λεπτομέρειες αυτής της σύμβασης, έτσι ώστε να βρίσκεται σε πλήρη ταύτιση με τους εκλογείς του, αφού το ζήτημα είχε μεγάλο τοπικό ενδιαφέρον.

«Πάντα τ’ ανωτέρω ουδείς, έστω και με αναίδειαν χίλιων πιθήκων, δεν θα τολμήση με αποινεί ν’ αμφισβητήση. Αυτή ως εδώ υπήρξε η πολιτεία του βουλευτού κ. Σκαλτσοδήμου ως προς το ζήτημα της Σιγαροποιϊτικής Συμβάσεως».

Στη συνέχεια η επιστολή αναφέρεται στη στάση του άλλου βουλευτή της επαρχίας Τριχωνίας, του Δημήτρη Κατσάνου, για το ίδιο ζήτημα. Η στάση του Κατσάνου, σύμφωνα με το δημοσίευμα ήταν εχθρική και σύμφωνα με φήμες υπερετούσε συμφέροντα καπνεμπόρων, οι οποίοι «απογύμνωσαν» τον καπνοπαραγωγικό πληθυσμό της επαρχίας.

Ο Κατσάνος, αναφέρει ο συντάκτης της επιστολής, από εγωισμό και θέλοντας να κάνει το σπουδαίο, ποδοπατώντας τις υποχρεώσεις του προς τους εκλογείς του αντί ως όφειλε να απαντήσει στην επιτροπή της πόλης και έγκαιρα να την καθοδηγήσει σε αποφάσεις και πράξεις χρήσιμες, όπως έκανε ο Σκαλτσοδήμος αρκέσθηκε να γράψει στο δημοσιογράφο Πανταζή και με τα γραφόμενά του να βρίσει και να περιφρονήσει την απόφαση που πήρε σε συλλαλητήριο όλη η πόλη, να χαρακτηρίσει όλους τους πολίτες αδαής και ανίκανους να έχουν άποψη και γνώμη για τα του οίκου τους. Και το αστειότερο ότι απορεί ο κύριος αυτός πως τόλμησαν οι πολίτες να έχουν δική τους άποψη και να διοργανώνουν συλλαλητήρια χωρίς να τα ελέγχει ο ίδιος.

Ακολουθεί μια σκληρή κριτική για τις σκέψεις και τις πράξεις του Κατσάνου, οι οποίες αντιπαραβάλλονται με τις πράξεις και τις σκέψεις του Σκαλτσοδήμου, για τον οποίο στον επίλογό της η επιστολή επιφυλάσσει ένα γλαφυρό εγκώμιο:

«Ως προς δε τον κ. Σκαλτσοδήμον, οφείλω να του κάμω γνωστόν, ότι ούτος δεν έχει ουδεμίαν χρείαν των συστατικών της λιβελλογραφίας ανθρώπου αποβάλλοντος και τον στοχειώδη άνθρωπον εν τη αναιρέσει της απαραιτήτου αβρότητος προς τε τους εκλογείς του και τον συνάδελφο του, διότι η Πατρίς του γνωρίζει τον κ. Σκαλτσοδήμο πολύ καλλίτερον αυτού και ουδέποτε επαύσατο να τον περιβάλλη δι’ όλης της εμπιστοσύνης και της λατρείας, ως και εν τω προσεχεί μέλλοντι, καθότι εν τω προσώπω του διέγνωσε και εύρεν αείποτε πόνον και στήριγμα αληθούς πατριώτου. Την αλήθειαν ταύτην εξερχομένην εκ των δικαίων του κ. Σκαλτσοδήμου, αόκνως και ειλικρινώς υπηρετούντος τους συμπολίτας του ουδείς φίλος και μη θα τολμήση να διαψεύση. Η χάριν των συμπατριωτών του πτώχεια του έστω αψευδής μάρτυς της εθελοθυσίας του».

 

 

 

1.Θανάσης Μπέτας,«Καπνοβομηχανία Ματσάγγος εν Βόλω, 1918-1972», Βόλος 2015, Διδακτορική διατριβή. | 2. ΕΜΠΡΟΣ 11/3/1902, Ετος ΣΤ΄, Αρ. Φυλ. 1928, σελ. 4.

AgrinioStories