26 Νοεμβρίου 2022

Οι ρίζες του θεάτρου στο Αγρίνιο (Μέρος 3ο)

Οι ρίζες του νεοελληνικού θεάτρου ιχνηλατούνται στο Αγρίνιο
κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα.

Μέρος 3ο | Η συνέχεια των παραστάσεων

  • Κείμενο: Μάρκος Γκιόλιας
    Πρώτη δημοσίευση: «Ρίζα Αγρινιωτών»
    Άλλες δημοσιεύσεις «epoxi.gr» και «αρχείον Αγρινίου»
    Τίτλος στην πηγή: «Οι απαρχές του Νεοελληνικού θεάτρου στο Αγρίνιο»
    Επιμέλεια: Λευτέρης Τηλιγάδας

Πριν από την παράσταση του βαλαωριτικού δράματος «Η Κυρά Φροσύνη», οι υπεύθυνοι του θιάσου είχαν άλλο έργο στο ρεπερτόριο τους. Προετοιμάζονταν ν’ ανεβάσουν την κωμωδία του Σουρή «Η περιφέρεια». Άλλαξαν όμως πρόγραμμα, ύστερα από υποδείξεις λογίων της πόλης να προηγηθεί η «Κυρά Φροσύνη» και ν’ ακολουθήσει η κωμωδία: «Ενέδωσαν προς τούτο εις τας παρακλήσεις πολλών λογίων μας»[18], έγραφε τοπική εφημερίδα. Και πραγματικά ο θίασος τήρησε αυτή τη σειρά.

Ποιοί όμως ήταν αυτοί οι λόγιοι και μάλιστα «πολλοί» στο Αγρίνιο; Καταρχήν τη χρονιά αυτή εγκαθίσταται ως δικηγόρος στην πόλη ο Κώστας Χατζόπουλος[19], γνωστός ήδη ως ποιητής από τις δημοσιεύσεις του. Παράλληλα υπάρχουν ο συνομήλικος του Αθανάσιος Γεράκης[20], μετέπειτα σκηνοθέτης και θεατρογράφος, ο τοπικός ιστορικός συγγραφέας Θεόδωρος Χαβέλλας, καθώς και οι εκκολαπτόμενοι νέοι λόγιοι: Κώστας Δημάδης και Δημ. Χατζόπουλος. Επίσης δρουν οι δημοσιογράφοι Γεώρ. Βλαχόπουλος, Ιωάννης Ρόκος, Τηλ. Μπέλλος, Παναγ. Ζωγράφος. Όλοι αυτοί μαζί με τα μέλη του τοπικού θιάσου δίνουν έναν εκπολιτιστικό τόνο και χρωματίζουν κατά κάποιο τρόπο το νεοσχηματιζόμενο πνευματικό πρόσωπο της πόλης. Η βοήθεια του νεαρού δικηγόρου Χατζόπουλου προς το θίασο πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Ο ίδιος άλλωστε μετέχει πάντοτε σε κάθε εκπολιτιστική κίνηση και αισθάνεται ιδιαίτερη αγάπη στο θέατρο. Γ’ αυτό κι αργότερα αναδεικνύεται ένας πραγματικός «θεατράνθρωπος».

Ένας τοπικός δημοσιογράφος, εκφράζοντας τις προτιμήσεις του θεατρόφιλου κοινού της πόλης, έγραφε προς τον θίασο: «θέλομεν να ίδωμεν την υφ’ υμών υποδειχθείσαν ετέραν θαυμασίαν κωμωδίαν του Σουρή “Η ευρεία Περιφέρεια “»[21], γνωστή ήδη κι από την απήχηση της στα αθηναϊκά θέατρα. Η παράσταση της κωμωδίας σημειώνει εξαιρετική επιτυχία, όπως και τα προηγούμενα έργα που ανεβάζει ο θίασος.

Η κωμωδία είναι μια τσουχτερή σάτιρα, ένας ηθικός θερμοκαυτήρας στα μηχανεύματα των πολιτικάντηδων για την πλαστογράφηση της λαϊκής θέλησης με τη «στενή» κι «ευρεία» εκλογική περιφέρεια. Το θέμα είναι διαχρονικό. Ο εκλογικός νόμος χρησιμοποιείται και σήμερα για τη νόθευση της πολιτικής ζωής του τόπου. Ο υποψήφιος βουλευτής, που τον ρόλο του ερμηνεύει ο Κων. Γεωργιάδης, υπόσχεται τα πάντα στους ψηφοφόρους της ελληνικής επαρχίας, επομένως και του Αγρινίου:

Παρακαλώ, τους ψήφους σας σ’ εμένα μόνον δότε
και όταν γίνω βουλευτής, θα πω πολλά τα έτη,
έξω η φτώχεια, βρε παιδιά, και κάθε σας σεκλέτι.
Ό,τι δουλειά ζητήσετε προθΰμως θα την κάνω.[22]

Ο θίασος κατακυρώνεται στην τοπική κοινωνία με την εκπολιτιστική του δράση. Σε λίγο προετοιμάζεται κι ανεβάζει το δράμα του Σπ. Βασιλειάδη «Γαλάτεια», που ο τοπικός Τύπος το χαρακτηρίζει ως «αριστούργημα απαράμιλλον». Γι αυτό και μ’ ενθουσιασμό συγχαίρει το θίασο για την απόφαση του και βεβαιώνει για την επιτυχία της παράστασης: «Ναι! επικροτούμεν το ρηθέν δράμα διότι θέλομεν να ίδωμεν τα μεγαλύτερα αισθήματα παλαίοντα. θα σας τιμήσωμεν όλοι».[23] Η υπόθεση του δράματος εμπνέεται από το περίφημο δημοτικό τραγούδι της «Άπιστης Γυναίκας», που αρχίζει με τους στίχους:

«Άλλο δε μ’ εμάρανε μες στον απάνω κόσμο,
σαν τ’ άλογο το γλήγορο και τ’ άξιο το ζευγάρι».[24]

Ο ίδιος ο δραματογράφος αναφέρει σχετικά: «Επί του θαυμάσιου τούτου της δημώδους μούσης επυλλίου ίδρυσα τον εικονικόν μύθον της Γαλάτειας».[25] Το δράμα απαρτίζεται από έξι πρόσωπα, που τους ρόλους υποκρίνονται προφανώς οι ίδιοι ηθοποιοί. Ασφαλώς ο θίασος δεν παρουσιάζει μόνον αυτά τα έργα στο αγρινιώτικο κοινό. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι ανεβάζει την «Τύχη της Μαρούλας» του Κορομηλά, τη «Γκόλφω» του Περεσιάδη, τον «Υπηρέτη» του Αννινου και ίσως κάποια άλλα ακόμα. Την πρώτη όμως θέση στο ρεπερτόριο του κατέχει ο Σουρής. Είναι ο πιο δημοφιλής κι αγαπημένος. σατιρικός ποιητής, που τις κωμωδίες του παρακολουθεί με πολύ ενδιαφέρον το κοινό της εποχής.

Ο ελληνικότατος τύπος που πλάθει ο ποιητής, ο περίφημος Φασουλής, είναι το κεντρικό πρόσωπο σε πολλές κωμωδίες του: ο Φασουλής φιλόσοφος, πολιτικός, αρχιληστής, τσέλιγκας, χορευτής, αναπαραδιάρης και ο Φασουλής στον Άδη, στα χέρια του τσολιά, συνομιλητής του Τρικούπη και άλλες. Ο αγρινιώτικος «Μιμοδραματικός θίασος» παίζει αρκετές απ’ αυτές τις κωμωδίες ή τους σατιρικούς διάλογους.

Προς ψυχαγωγία του κοινού οργανώνει μάλιστα και ειδικές λαϊκές παραστάσεις, συνήθως τα Σαββατοκύριακα, στο καφενείο του Πάνου Μεταξά παρά την κεντρική πλατεία της πόλης. Σχετική είναι και μια ανακοίνωση του θιάσου, στις αρχές Ιουλίου του 1892: «Γνωστοποιούμεν εις το ενταύθα κοινόν, ότι εν τω υπό την οίκων Ευθ. Σταθοπούλου καφενείον του κ. Πάνου Μεταξά, παρά την μεγάλην πλατείαν, γίνονται καθ’ εσπέραν θεατρικοί παραστάσεις “Ο Φασουλής”.[28] Ο θίασος εισπράττει μικρό μόνον αντίτιμον εισιτηρίου στις παραστάσεις αυτές. Παρόλα αυτά δεν λείπουν κάποια παρατράγουδα. Λίγους μήνες πρωτύτερα, την πρώτη Μαρτίου 1892, ο θίασος παίζει στον ίδιο χώρο άλλη κωμωδία.

Μερικοί νταηδές προκαλούν επεισόδιο, θέλουν να μπουν με το ζόρι στην παράσταση χωρίς εισιτήριο, ενώ δυο χωροφύλακες έξω από την αίθουσα ανταλλάσσουν μεταξύ τους ηχηρά γρονθοκοπήματα. Αναστατώνεται ολόκληρο το κέντρο της πόλης για δυο ώρες, οπότε ματαιώνεται η παράσταση. Ο Τύπος καταγράφει το επεισόδιο: «Την 1η τρέχοντος μηνός εν τω Μιμοδραματικώ θεάτρω ερίσαντες οι χωροφύλακες Σικαδόπουλος και Τσερεπήσος ηρκέσθησαν εις απλά μόνον γρονθοκοπήματα. Ωσαύτως την ιδίαν εσπέραν τινές των ενταύθα νέων μας (βλάμηδες) επεθύμουν να εισέλθωσιν εν τω ανωτέρω θεάτρω απληρωτεί και μόλις και μετά βίας η διασαλευθείσα ησυχία μετά δίωρον κατωρθώθη να επανέλθη. Και όλοι αυτοί οι καυγάδες ήσαν δια τους δυστυχείς τους ηθοποιούς, οίτινες μεγάλως εζημιώθησαν το εσπέρας εκείνο».[21]

Το κοινό αγανακτεί από την έκταση των επεισοδίων, που εκθέτουν την ίδια την πόλη. Η τοπική εφημερίδα, εκφράζοντας τη γενικότερη λαϊκή απαίτηση, ζητεί την προστασία του θιάσου. Προτείνει στον υπεύθυνο προϊστάμενο της Αστυνομίας την τοποθέτηση φρουρού έξω από το θέατρο για την τήρηση της τάξης και την απρόσκοπτη λειτουργία του: «Αναγκαίον νομίζομεν, κ. Αστυνόμε, όπως θέσητε αστυνομικόν κλητήρα εν τω θεάτρω ως φρουρόν προς πρόληψιν παρομοίων σκηνών».[27] Πίσω από την επιφάνεια όμως των γεγονότων υποκρύπτονται κάποιες βαθύτερες αιτίες. Η εκπολιτιστική δράση του θιάσου δεν έχει μόνο θαυμαστές μέσα στην πόλη. Έχει κι ορισμένους αντιπάλους, που δεν θέλουν τέτοιους «νεωτερισμούς». Είναι τα ίδια εκείνα στοιχεία που αντιμάχονται ακόμα και την έλευση του σιδηροδρόμου στο Αγρίνιο, όπως καταγγέλλει αργότερα ο Κώστας Χατζόπουλος. Και είναι νόμος της ιστορίας, η πρόοδος να προκαλεί αντιδράσεις.

Με τις βαθμιαίες αλλαγές στην κοινωνική ταξιθεσία της πόλης, τα παλιά γαιοκτημονικά στρώματα αντιδρούν στις εξαστικές διαδικασίες του τοπικού γίγνεσθαι. Κι εδώ βρίσκεται η κοινωνιολογική αιτία των αντιθέσεων, που εκδηλώνονται σε όλα τα επίπεδα: από τις εκσυγχρονιστικές ανατροπές στην οικονομία ως τη λειτουργική εμφάνιση του θεάτρου• από τις παλιές νομοκαταστημένες αξίες ως τις καινούριες πολιτισμικές αναγνωρίσεις και κατακυρώσεις. Και αυτή η διαδικασία της σύγκρουσης του παλιού με το καινούριο, του «Ναι» με το «Όχι», θα υπάρχει όσο και η ανθρώπινη κοινωνία.

Απόδειξη για τις διάχυτες συντηρητικές πεποιθήσεις και νοοτροπίες απέναντι στο θέατρο είναι η στάση μερικών προς τον «θίασο Λεκατσά», που τον Ιούλιο του 1889 επισκέπτεται την πόλη. Πολλοί «επαινώσι τον αφιχθέντα θίασον δια την επιτυχίαν των τριών παραστάσεων». Άλλοι ομιλούν περί «οικτρότατης αποτυχίας». Κι όχι μόνον αυτό, αλλά ζητούν την άμεση αναχώρηση του: «Καλά θα έκαμνε ο κ. Λεκατσάς ν’ αναχωρούσε εκ της πόλεως μας μετά των υπ’αυτού κομισθέντων λαμπρών ηθοποιών πριν ή τον εκδιώξωσι δια σφυριγμάτων και λεμονοβλημάτων».[28] Από τη χρονιά αυτή και ύστερα τρέχει αρκετό νερό στο μύλο των κοινωνικών διαφοροποιήσεων.

Ο τοπικός θίασος συμβάλλει με το έργο του σημαντικά στην αλλαγή νοοτροπιών, πεποιθήσεων και συμπεριφορών. Το θέατρο δεν θεωρείται πλέον ως «ηθικόν εκμαυλιστήριον», ως «κοινωνικόν προαγωγείον». Η εκπολιτιστική αξία και σημασία του γίνεται αντιληπτή από τα ευρύτερα στρώματα της τοπικής κοινωνίας. Κι αυτό ακριβώς στέκεται το αντικειμενικό έρεισμα για το ριζοβόλημά του και την ανάπτυξη του.

 

 

19. Ιω. Π. Βλασόπουλου, Ο δικηγόρος Αγρινίου Κων. Χατζόπουλος. «Ρίζα Αγρινιωτών» τχ. 12-13 (1993), σσ. 42-43. | 20. «Πολίτης», φ. 20 (21.9.1889), 3. | 21. «Πολίτης», φ. 91 (6.4.1891), 4. | 22. Γ. Σουρή, ‘Απαντα, 1, σ. 299 (επιμ. Γ. Βαλέτα). | 23. «Πολίτης», φ. 91 (6.4.1891), 4. | 24. Arnoldus Passow, Τραγούδια Ρωμαίικα, Αθήνα 1860, σσ. 347-349. Σπ. Ζαμπελίου, Άσματα δημοτικά της Ελλάδος, Κέρκυρα 1852, 2, σσ. 145-146. | 25. Σπ. Βασιλειάδη, Αττικοί Νύκτες, Αθήνα 1882, σ. 34. | 26. «Πολίτης», φ. 128 (7.1.1892), 3. | 27. «Πολίτης», φ. 135 (8.3.1892), 2.


AgrinioStories