27 Σεπτεμβρίου 2022

Οι ρίζες του θεάτρου στο Αγρίνιο (Μέρος 2ο)

Οι ρίζες του νεοελληνικού θεάτρου ιχνηλατούνται στο Αγρίνιο
κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα.

Μέρος 2ο | Παράσταση της τραγωδίας «Αθανάσιος Διάκος»

  • Κείμενο: Μάρκος Γκιόλιας
    Πρώτη δημοσίευση: «Ρίζα Αγρινιωτών»
    Άλλες δημοσιεύσεις «epoxi.gr» και «αρχείον Αγρινίου»
    Τίτλος στην πηγή: «Οι απαρχές του Νεοελληνικού θεάτρου στο Αγρίνιο»
    Επιμέλεια: Λευτέρης Τηλιγάδας

Η παράσταση της τραγωδίας «Αθανάσιος Διάκος» γίνεται στην αίθουσα του Παρθεναγωγείου της πόλης. Ο τρόπος της οργάνωσης είναι άψογος από κάθε πλευρά. Οι υπεύθυνοι του θιάσου διαμορφώνουν ειδικά την αίθουσα, στήνουν σκηνή, κατασκευάζουν αυλαία, δημιουργούν τον απαραίτητο φωτισμό, φέρουν ορχήστρα, αγοράζουν καθίσματα, προμηθεύονται ή παραγγέλλουν τις κατάλληλες στολές, κάνουν πρόβες. Η αίθουσα παίρνει τέτοια όψη, που δείχνει να είναι πραγματικό θέατρο.

Οι προετοιμασίες τους διαρκούν για πολλές ημέρες. Οι υπεύθυνοι του θιάσου δεν φείδονται κόπους και θυσιών για το άρτιο ανέβασμα του έργου. Εργάζονται όχι μόνο πνευματικά για την εκμάθηση των ρόλων τους, αλλά και χειρωνακτικά. Κι αυτό το γνώριζε ο συντάκτης, σημειώνοντας πως οι υπεύθυνοι «εκοπίασαν επί εβδομάδας ίνα διασκεδάσουν ημάς τους Βραχωρίτας».[8] Και δεν παρέλειπε ο ίδιος να χαρακτηρίσει γενικότερα ως «ευεργετικόν τον Σύλλογον» νια την πόλη. Παράλληλα οι υπεύθυνοι του θιάσου τυπώνουν εισιτήρια κι αριθμούν τα 250 καθίσματα ανάλογα με την οικονομική δυνατότητα των θεατών, σε πρώτης και δεύτερης θέσης. Τα εισιτήρια της πρώτης θέσης έχουν 1,50 δρχ. το καθένα, ενώ της δεύτερης κάτω της μιας δραχμής. Τελικώς ο θίασος εισπράττει το σημαντικό ποσό νια την εποχή των 328 δραχμών. Απ’ αυτές οι 92 περίπου δραχμές καλύπτουν τα έξοδα της παράστασης και οι υπόλοιπες διατίθενται για το σκοπό της οργάνωσης της.

Όλα αυτά έχουν σημασία γιατί καταδεικνύουν όχι μόνο την πρακτική δουλειά των μελών του θιάσου. Φανερώνουν και την εμπειρία τους στην οργάνωση και τη λειτουργία της θεατρικής σκηνής. Μέλη του θιάσου υποδέχονταν με ευγένεια τους θεατές και τους τοποθετούσαν στις θέσεις τους, σύμφωνα με τους αριθμούς των εισιτηρίων: «Περιεποιούντο τους εισερχόμενους, δείξαντες προσέτι φιλοκαλίαν ως προς την τοποθέτησιν των καθισμάτων, κάδρων, σημαιών κ.λπ., τα οποία όλα αναπολούν αθηναϊκά θέατρα».[9] Με το καθήκον της υποδοχής των θεατών ήταν επιφορτισμένα τρία μέλη του θιάσου: ο Βασίλειος Παπαγιάννης, ο Χρήστος Μπέλλος κι ο Εμμ. Τρίγωνης, «κάλλιστος φοιτητής της Νομικής»,[10] καθώς αναφέρει για τον τελευταίο η ιστορική πηγή. Οι αυτοσχέδιοι «ηθοποιοί» δίνουν στην παράσταση τον καλύτερο εαυτό τους, ψυχώνουν τους ρόλους τους με μεγάλη επιτυχία. Είναι όλοι Αγρινιώτες, μερικοί γνωστοί μετέπειτα ως επιστήμονες. Τον ρόλο του μαρτυρικού ήρωα της εθνικής παλιγγενεσίας Αθανασίου Διάκου υποδύεται ο δάσκαλος Κων. Γεωργιάδης. Πρόκειται για ένα ταλαντούχο πρόσωπο, που παίζει σε όλες τις παραστάσεις και είναι κατά κάποιο τρόπο η ψυχή του θιάσου. Φαίνεται μάλιστα ότι αυτός συγκεντρώνει τους φοιτητές και κάποια άλλα πρόσωπα και συγκροτούν τον πρώτο πυρήνα του τοπικού θιάσου.

Τον ρόλο του πασά Ομέρ Βρυώνη, στρατηγού του σουλτάνου κατά την επανάσταση του Εικοσιένα, ερμηνεύει ο Νικ. Πολυχρονόπουλος, επίλεκτο μέλος κι αυτός του θιάσου. Τον άγριο και ανάλγητο Χασάναγα, υπασπιστή του Ομέρ Βρυώνη, υποδύεται ο Νικόλαος Δημάδης. Δεν είναι άλλος από τον αδερφό του κατοπινού ποιητή και πεζογράφου Κώστα Δημάδη, μιας από τις σημαντικές πνευματικές προσωπικότητες της πόλης, που αργότερα μετεκπαιδεύεται ως γιατρός στο Παρίσι, μεταφέροντας και στο Αγρίνιο τον «αέρα» του Ευρωπαίου. Κόρη αυτού του Δημάδη, που οι οικογενειακές του ρίζες ανακρατούσαν από τον Τούρναβο της Ηπείρου,” ήταν η κατοπινή ηρωίδα της Εθνικής Αντίστασης, η Μαρία Δημάδη. Ο υποκριτικός λόγος του Χασάναγα μεταφέρει την αγριότητα του δυνάστη στο διάλογο με τη μητέρα του ήρωα: «Ο Διάκος προκαλεί μη θέλων να τουρκεύση». Τον ρόλο του Αναστάσιου, γραμματέα του πασά, υποκρίνεται ο Δημ. Παπασούλος ή Χαλικιώτης, μ’ εξίσου πειστικό τρόπο. Στους ρόλους των στρατιωτών, υπηρετών και δημίων παίζουν οι Αρ. Δαγκλής, Θ. Θεοφανίδης, Χρήστος Μπέλλος, Εμμ. Τρυγώνης, Βασ. Παπαγιάννης και κάποια άλλα πρόσωπα, επαγγελματίες ή εργαζόμενοι νέοι της πόλης, που τα ονόματα τους δεν είναι γνωστά.

Ακολουθούν τέλος οι δύο τραγικές φιγούρες του έργου, η Μαρία και η Ελένη, μητέρα και αδερφή του Διάκου αντιστοίχως. Τον ρόλο της μητέρας του ήρωα υποδύεται ο Ιωάννης Φαρμάκης, από τα στελέχη επίσης του θιάσου. Η σύγκρουση της τραγικής μάνας με τους εκπροσώπους της εξουσίας του δυνάστη, ο σπαρακτικός θρήνος για το γιο της, οι διάλογοι με την κόρη της, όλα αυτά συντελούνται μπροστά στα μάτια του κοινού. Συγχρόνως ο ήρωας διαλογίζεται την τύχη της μητέρας του μετά τον θάνατο του: «Φτωχή, κακογεράματη, μην έρθει η ώρα για ψωμί το χέρι της ν’ απλώση».

Η αδερφή του Διάκου, η Ελένη, παρουσιάζεται στο έργο «με ανδρικόν ένδυμα και υπό το πλαστόν όνομα Δήμος». Η ίδια εξηγεί το λόγο: «Δήμον με ονομάζουσιν, επώνυμον δεν έχω». Τον ρόλο της ερμηνεύει ο Απόστολος Μουστακόπουλος, που δεν είναι άλλος από τον κατοπινό διακεκριμένο νομομαθή, ανώτατο δικαστικό λειτουργό και συγγραφέα νομικών μελετών. Ο «ηθοποιός» μεταφέρει στη σκηνή το λόγο της Ελένης για το θάνατο του αδελφού της:

Ναι! εις ημάς οι τύραννοι
και την ταφήν αρνούνται,
συχνάκις δε τυμβωρυχούν
τους τάφους μας ως λύκοι.

Στο βάθος της σκηνής ακούγεται ο χορός της λεβεντιάς:

«Ως πότε παλληκάρια θα ζούμε στη σκλαβιά
μονάχοι σα λιοντάρια στους βράχους στα βουνά!
Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή…».

Η Ελένη ανασκιρτά σύψυχη και σύγκορμη. Στο τραγούδι των παλικαριών, που βροντοπατούνε τα βουνά, αναγνωρίζει τη συνέχεια της φωνής του αδερφού της, λέγοντας προς τη μητέρα της: «Είναι η φωνή του Διάκου μας! Ο Διάκος ζη ακόμη». Το επικό τραγούδι των παλικαριών, όπως και τα περιπαθή μοιρολόγια των γυναικών, συνοδεύει η ορχήστρα του θιάσου, που δυστυχώς τα μέλη της παραμένουν κι αυτά άγνωστα. Το κοινό παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα. Δοκιμάζει ρίνη συγκίνησης από το εκτυλισσόμενο δράμα. Οι «παριστάνοντες (ηθοποιοί) κατεχειροκροτούντο αδιακόπως υπό του ενθουσιώντας πλήθους», έγραφε η εφημερίδα. Και συνέχιζε η ίδια: «Η αναγγελθείσα παράστασις του «Αθανασίου Διάκου» παρεστάθη την εσπέρα του Ευαγγελισμού μεθ’ όλης της απαιτουμένης θαυμαστής επιτυχίας».[12] Οι θεατές που παρακολουθούν την παράσταση, αισθάνονται ευγνωμοσύνη προς το θίασο.

Ένας Αγρινιώτης πολίτης, με το ψευδώνυμο «Παρατηρητής», σε επιστολή του στον τοπικό Τύπο ευχαριστεί ονομαστικά έναν προς έναν τους ηθοποιούς. Και εύχεται να βρεθούν και άλλοι άξιοι «μιμητοί ίνα φαίνεται ότι ζη και θα ζήση η Ελλάς».[13] Ένας άλλος πολίτης, με τα αρχικά Σ.Π., γράφει επίσης στον Τύπο, εξωτερικεύοντας τα αισθήματα του: «Συγχαίρομεν τους φιλόμουσους νέους, οίτινες ανεδέχθησαν το μέγα φορτίον της ευεργετικής παραστάσεως. Και ευχόμεθα όπως και εις το εξής εξακολουθήσωσι το τοιούτον ευεργετικόν έργον δια την πάλιν».[14]

Ύστερα από τον «Αθανάσιο Διάκο», ο θίασος ανεβάζει την κωμωδία του Γεωργίου Σουρή «Δεν έχεις τα προσόντα», που λίγα χρόνια πριν παίζεται στ’ αθηναϊκά θέατρα. Τα πρόσωπα υποκρίνονται «μετά θαυμάσιας επιτυχίας» οι Κων. Γεωργιάδης, Ιω. Φαρμάκης και Βασ. Παπαγιάννης. Το κοινό της πόλης τιμάει επίσης την παράσταση. Σχετική είναι και η δημοσιογραφική είδηση: «Το δράμα επηκολούθησεν η ανεκτίμητος κωμωδία “Δεν έχεις τα Προσόντα”, αξίζουσα όσο να είπη κανείς, αρκεί που ήτο του Σουρή, του μεγάλου κωμικού μας».[15]

Η κωμωδία είναι μια έξυπνη πολιτική και κοινωνική σάτιρα της εποχής. Ο ποιητής σατιρίζει τη ρουσφετολογική συναλλαγή των πολιτικών, που και σήμερα ταλαιπωρεί την ελληνική κοινωνία. Μέσα από την παροχή κι αντιπαροχή του ρουσφετιού δημιουργούνται οι πελατειακές πολιτικές σχέσεις, που παραμορφώνουν τον δημόσιο βίο και καταστρατηγούν τη συνταγματική ισότητα των Ελλήνων. Τα αιτήματα του πολίτη, που δεν είναι ενταγμένος στη λογική λειτουργία του ρουσφετιού, μένουν ανεκπλήρωτα. Απορρίπτονται με την υποκριτική δικαιολογία του ρουσφετοδότη.

Ο θίασος συνεχίζει με ζήλο την οργάνωση θεατρικών παραστάσεων στην πόλη. Τον Απρίλιο του 1891, ημέρα της γιορτής του Λαζάρου, ανεβάζει το δραματικό έργο του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη «Η κυρά Φροσύνη». Ο τοπικός τύπος αναγγέλει την παράσταση: «Μετά ανυπόκριτου χαράς αγγέλλομεν ότι ο σύλλογος […] θα δώση αύριον τη εσπέρα του Λαζάρου ετέραν ευεργετικήν παράστασιν εν τω Παρθεναγωγείω. θα παρασταθή «Η Κυρά Φροσύνη» του αειμνήστου Βαλαωρίτου, ήτις εκρίθη ευμενέστατα υπό των Ευρωπαίων και ήτις απηθανάτισε τον ποιητήν».[16] Η επιτυχία της παράστασης θεωρείται και σε τούτη την περίπτωση δεδομένη. Ο τοπικός Τύπος προεξοφλεί την προσέλευση πολλού κόσμου:

Ορκίζομαι εις τον θεόν,
τον πανταχού παρόντα,
ότι αυτός παντάπασιν
δεν έχει τα προσόντα.

«Η συρροή του πλήθους εις την παράστασιν προμηνύεται μεγίστη, διότι θέλει να ίδη (ακούσει) τους ταναούς και απαράμιλλους στίχους του Βαλαωρίτου. Το δράμα θ’ ακολουθήση ως κωμωδία ο θαυμάσιος και πολύκροτος μονόλογος “Όποιος φυλάει τα ρούχα του”». Η εφημερίδα δικαιώνεται στην πρόβλεψη της για τη μαζική προσέλευση των θεατών. Τα πρόσωπα του έργου ζωντανεύουν όλα στη σκηνή: Ο Αλή πασάς, ο Ταχήρ, ο Μουχτάρ, η Φροσύνη, ο μητροπολίτης Ιγνάτιος, ο καπετάν Δράκος. Οι ηθοποιοί που ερμηνεύουν το έργο είναι οι ίδιοι στους κύριους ρόλους. Η σκηνή ανοίγει με τη γνωστή υποβλητική εικόνα του ποιητή για την πόλη των Ιωαννίνων:

Επέσανε τα Γιάννενα σιγά να κοιμηθούνε,
εσβύσανε τα φώτα τους, εκλείσανε τα μάτια.
Η μάνα σφίγγει το παιδί βαθειά στην αγκαλιά της,
γιάτ’ είναι χρόνοι δύστυχοι και τρέμει μη το χάση.
Τραγούδι δεν ακούγεται, ψυχή δεν ανασαίνει.
Ο ύπνος είναι θάνατος, και μνήμα το κρεββάτι,
κι χώρα κοιμητήριο, κι η νύχτα ρημοκλήσι. [17]

 

 

8. «Πολίτης», φ. 91 (6.4.1891), 4. | 9. «Πολίτης», φ. 89 (28.3.1891), 3. | 10. «Πολίτης», φ. 20 (21.9.1889), 3. | 11. Γερ. Σ. Γερολυμάτου, Αγρίνιο, δρόμοι που γράφουν ιστορία, Αθήνα 1994, σσ. 115-119. | 12. «Πολίτης», φ. 89 (28.3.1891), 2-3. | 13. «Πολίτης», φ. 90 (30.3.1891), 3. | 14. «Πολίτης», φ. 89 (28.3.1891), 1. | 15. «Πολίτης», φ. 89 (28.3.1891), 2-3. | 16. «Πολίτης», φ. 92 (13.4.1891), 3. | 17. Αρ. Βαλαωρίτου, Η Κυρά Φροσύνη, άσμα Α. | 18. «Πολίτης», φ. 92 (13.4.1891), 3.

Φωτογραφία ανάρτησης: Αυτοσχέδια σκηνή θεάτρου στο Παρθεναγωγείο της πόλης


AgrinioStories