26 Νοεμβρίου 2022

Οι ρίζες του θεάτρου στο Αγρίνιο (Μέρος 1ο)

Οι ρίζες του νεοελληνικού θεάτρου ιχνηλατούνται στο Αγρίνιο
κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα.

Μέρος 1ο | Ο «Μιμοδραματικός θίασος» Αγρινίου

    • Κείμενο: Μάρκος Γκιόλιας
      Πρώτη δημοσίευση: «Ρίζα Αγρινιωτών»
      Άλλες δημοσιεύσεις «epoxi.gr» και «αρχείον Αγρινίου»
      Τίτλος στην πηγή: «Οι απαρχές του Νεοελληνικού θεάτρου στο Αγρίνιο»
      Επιμέλεια: Λευτέρης Τηλιγάδας

Οι ρίζες του νεοελληνικού θεάτρου ιχνηλατούνται στο Αγρίνιο κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες του ΙΘ αιώνα. Είναι η εποχή που σημειώνονται στους κόλπους της τοπικής κοινωνίας κάποιες αστικές διαφοροποιήσεις κι ανακατατάξεις. Συντελείται βαθμιαία μια κοινωνική κινητικότητα. Και το θέατρο προηγείται πάντοτε στην καταγραφή των σχετικών μηνυμάτων κι αλλαγών στο κοινωνικό υπόστρωμα. Είναι ο πιο ευαίσθητος σεισμογράφος των διαταράξεων στο υπέδαφος του κοινωνικού γίγνεσθαι.

Το θέατρο ως πνευματική λειτουργία απαιτεί συνεργασία και σύμπραξη των αναπτυγμένων στοιχείων της κοινωνίας. Προϋποθέτει μ’ άλλα λόγια μια συλλογική συνείδηση νια τη συγκρότηση κι εκτέλεση θεατρικών παραστάσεων. Αλλά η ενέργεια αυτή δεν είναι αυθαίρετη. Συναρτάται με τους υλικούς όρους της κοινωνίας και τα πνευματικά ενδιαφέροντα των ατόμων που δρουν με τέτοια σκοποθεσία. Κι όλα αυτά μπορούν να γίνουν πράξη μόνο σε μια τουλάχιστον «εν δυνάμει» αφυπνιζόμενη κοινωνία.

Η γέννηση του θεάτρου θεωρείται ως τεκμήριο της αναπτυξιακής δυναμικής μιας τοπικής κοινωνίας, έστω κι αν αυτή βρίσκεται ακόμα στην αφετηρία της χειραγώγησης της, όπως το Αγρίνιο. Το θέατρο παρουσιάζεται ως προπομπός των τάσεων και ανησυχιών της. Είναι ο καθρέφτης μιας εκκολαπτόμενης και διαμορφούμενης κοινωνικής ψυχολογίας. Τα προνομιούχα κοινωνικά στρώματα, που ασχολούνται με τις νέες οικονομικές κι επαγγελματικές δραστηριότητες, δεν αρκούνται πλέον στην απόκτηση ή συσσώρευση υλικού πλούτου. Διεκδικούν και την παρουσία τους στο χώρο των πολιτιστικών λειτουργιών.

Με την ανάπτυξη των αστικών συγκοινωνιών και του εμπορίου, ύστερα από το 1880, εμφανίζονται στην κοινωνία του Αγρινίου και τα πρώτα σπέρματα των θεατρικών ανησυχιών και επιδόσεων. Οι αλλαγές στις νοοτροπίες, στα γούστα και τα ενδιαφέροντα εκδηλώνονται ή καταγράφονται σε διάφορα επίπεδα, έστω και μ’ εμπειρικό ή αυτοσχέδιο τρόπο. Μαζί με τα νέα οικονομικοκοινωνικά δεδομένα αλλάζουν και οι αισθητικές πεποιθήσεις και προτιμήσεις σε ορισμένες προηγμένες ομάδες της τοπικής κοινωνίας: στους εμπόρους, στους επιστήμονες, στους φοιτητές, στον τύπο, ακόμα και σε κάποιους ημερομίσθιους εργαζόμενους. Τα πράγματα δεν είναι ποτέ στατικά στον ζωντανό οργανισμό της κοινωνίας. Εξελίσσονται κι όταν ακόμα φαίνονται ασάλευτα ή ακίνητα. Η κίνηση είναι νόμος που διέπει καθολικά τους κοινωνικούς οργανισμούς στην ιστορία. Και η αγρινιώτικη κοινωνία δεν θα μπορούσε ν’ αποτελέσει εξαίρεση. Ήδη η οργάνωση παραστάσεων του νεοελληνικού θεάτρου στο Αγρίνιο αποτελεί αδιαμφισβήτητη απόδειξη γι’ αυτό. Είναι βεβαίως άλλο ζήτημα ο χαμηλός ή υψηλός βαθμός ανάπτυξης των πνευματικών λειτουργιών σε μια τοπική κοινωνία. Αυτό εξαρτάται από άλλους παράγοντες.

Οι πρώτες παραστάσεις νεοελληνικού θεάτρου οργανώνονται στο Αγρίνιο κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1880. Συμπίπτουν με την απαρχή των εξαστικών διεργασιών, που συντελούνται στην τοπική οικονομία και κοινωνία. Δεν αποκλείεται όμως ν’ ανεβάζονταν κάποια θεατρικά έργα και λίγο πρωτύτερα, αλλά δεν υπάρχουν ή λανθάνουν οι σχετικές ιστορικές μαρτυρίες. Μια είδηση στον τοπικό τύπο, τον Οκτώβριο του 1889, μιλάει για την ύπαρξη και τη λειτουργία οργανωμένου «Μιμοδραματικού θιάσου» στην πόλη, πριν απ’ αυτή τη χρονολογία. Επανορθώνοντας κάποια προηγούμενη δημοσιογραφική αδικία σε βάρος του θιάσου, αναφέρει μεταξύ άλλων η εφημερίδα: «Οφείλομεν κατά δημοσιογραφικόν καθήκον να επανορθώσωμεν μίαν μικράν αδικίαν δια τον ενταύθα Μιμοδραματικόν θίασον. Εν τινί των προηγουμένων φύλλων μας εν ταις εντυπώσεσί μας, επήλθομεν κατ’ αυτού δριμείς, δια τονλόγον ότι πολλοί πολλά εξεφράσαντο παράπονα».[1]Σε άλλες περιπτώσεις ο θίασος αναφέρεται ως «θεατρικός Σύλλογος».

Ο συντάκτης της εφημερίδας, αν και δεν μένει πλήρως ικανοποιημένος, γράφει σχετικά: «Αλλ’ ημείς παρευρεθέντες εν μια των παραστάσεων του εσχάτως, αν και δεν απεκομίσαμεν πολύ καλάς εντυπώσεις, δια τας εντυπώσεις μας, ουδέν ήττον ετέρφθημεν μεγάλως εκ της ευθυμίας του λαού. Από όλους καλλίτερα το μέρος της κάμνει η μικρά Ελένη, αν και δεν κάμνη μεγάλα πράγματα. Τα τραγουδάκια της τα λέγει τόσον νόστιμα, όσον δύναται να τα ειπή ένα κοριτσάκι δώδεκα ετών. Οι στίχοι του ορφανού του Παράσχου εξέρχονται περιπαθέστατοι εκ των μικρών χειλέων της».[2] Η μικρή Ελένη αυτοαναγγέλλεται στη σκηνή με τούτα τα λόγια: «Εις τον προθάλαμο σας περίλυπο εμβαίνω…». Αρχίζει το ρόλο της «αγάλια-αγάλια», σημειώνει ο συντάκτης: «Και εφ’ όσον προχωρεί, η φωνή της καθίσταται λιγυρωτέρα, περιπαθεστέρα». Και αναφέρει τον απαγγελόμενο στίχο: «Της μοίρας αποπαίδι σαν φθινοπώρου φύλλο», που «αν δεν κάμνη τους ακροατάς της να κλαίωσι, τους συγκινεί όμως πολύ. Αλλ’ η συγκίνησις αφίπταται ταχύτερον βέλους, διότι η μικρά Ελένη αλλάσσει ευθύς σκοπόν. Αρχίζει το κρασάκι της, ή άλλο τι ευθυμώτερον τραγουδάκι, ως π.χ. την «χώρα» του Ραγκαβή».[3]

Για το έργο και τον συγγραφέα του η εφημερίδα δεν κάνει καμιά μνεία. Είναι πρόδηλο ότι πρόκειται για κάποια κωμωδία ή μάλλον για κωμειδύλλιο, αν κρίνει κανείς από την αναφορά στην «ευθυμίαν» και τα «δάκρυα» που προκαλεί στους θεατές. Αξιοσημείωτο είναι πως το κοινό του Αγρινίου παρακολουθεί τις παραστάσεις του θιάσου, που δεν είναι μία, αλλά περισσότερες. Και νιώθει μάλιστα ενθουσιασμένο απ’ αυτές. Διατυπώνει ακόμα και σχόλια. Ενδεικτικές είναι επίσης και οι αναφορές του συντάκτη στα εμβόλιμα «τραγουδάκια» του Παράσχου και του Ραγκαβή.

Ο «Μιμοδραματικός θίασος» Αγρινίου, δημιούργημα της τοπικής κοινωνίας και των ανθρώπων της εποχής, εξακολουθεί να οργανώνει θεατρικές παραστάσεις σε όλη σχεδόν την τελευταία δεκαετία του Ιθ’ αιώνα. Βαθμιαία δημιουργεί στην πόλη θεατρική παράδοση, που η συνέχεια της δεν κόβεται στα μετέπειτα χρόνια. Οι «ηθοποιοί» που παίζουν τα έργα είναι ντόπιοι Αγρινιώτες, κυρίως φοιτητές, αλλά και διάφοροι εργαζόμενοι κι επαγγελματίες.

Τον θίασο απαρτίζουν μόνον άνδρες, που υποδύονται και τους γυναικείους ρόλους των έργων. Σε κανένα από τα έργα που ανεβάζει ο θίασος δεν αναφέρεται η συμμετοχή γυναίκας. Σε όλα πρωταγωνιστούν άνδρες. Τα ήθη και τα έθιμα της τοπικής κοινωνίας είναι ακόμα αυστηρά και απαγορευτικά για την παρουσία γυναικών σε ερμηνείες θεατρικών ρόλων. Οι γυναίκες που παίζουν ή υποδύονται πρόσωπα στο θέατρο, θεωρούνται «ελαφρών» ή «ελευθέρων ηθών». Η κοινή δράση ανδρών και γυναικών στη σκηνή αποδοκιμάζεται από την κοινωνική ηθική ως ανεπίτρεπτος συναγελασμός. Και οι αντιλήψεις αυτές δεν επικρατούν μόνο στο Αγρίνιο. Κυριαρχούν και σε άλλες επαρχιακές πόλεις, όπου πρωτοεμφανίζονται και λειτουργούν θίασοι του νεοελληνικού θεάτρου.

Μέσα σε δύο χρόνια ο «Μιμοδραματικός θίασος» ξεπερνάει πολλές δυσκολίες και κυρίως κερδίζει τη μάχη για την εκτίμηση του αγρινιώτικου κοινού. Μέχρι το τέλος του έτους 1890 ανεβάζει διάφορες κωμωδίες, χρησιμοποιώντας αρχικώς ως αίθουσα παραστάσεων το ζαχαροπλαστείον Ρόκου στην κεντρική Πλατεία Μπέλλου. Στον ίδιο χώρο παίζουν και αθηναϊκοί θίασοι όταν επισκέπτονται την πόλη, όπως του Νικ. Λεκατσά[4] το 1889 και του Αχιλ. Ατέση[5] το 1890.

Το ζαχαροπλαστείο εκείνο υπήρξε ο πρώτος χώρος παραστάσεων του νεοελληνικού θεάτρου στο Αγρίνιο. Ο τοπικός θίασος σημειώνει αξιόλογες επιτυχίες για τα δεδομένα του καιρού. Είναι ήδη ένας εκπολιτιστικός λαμπαδηφόρος για την πόλη: «Ολίγο φως και μακρινό σε μέγα σκότος κι έρμο», θα μπορούσε να ειπεί κανείς, παραλλάσοντας νοηματικά το σολωμικό στίχο.

Κατά τον εορτασμό της εθνικής επετείου της 25ης Μαρτίου του 1891, ο θίασος ανεβάζει την τραγωδία «Αθανάσιος Διάκος», που τυπώνεται το 1859 στην Αθήνα χωρίς ν’ αναφέρεται ο συγγραφέας της.[6] Η παράσταση οργανώνεται αυτή τη φορά νια αλτρουιστικούς σκοπούς. Ο θίασος ανακοινώνει ότι οι εισπράξεις «θα διατεθώσιν υπέρ των πτωχών της πόλεως». Η τυπωμένη και δημοσιευμένη ανακοίνωση του θιάσου έχει μεγάλη απήχηση στο κοινό. Προσέρχεται πολύς κόσμος, που πληρώνει με προθυμία το εισιτήριο του για την ενίσχυση του θιάσου και το σκοπό της παράστασης. Σημειώνεται πως οι υπεύθυνοι του θιάσου κόβουν εισιτήριο και στις άλλες παραστάσεις κι όχι μόνον σ’ αυτή.

Ο ενθουσιασμός του κοινού είναι συγκινητικός κατά την προσέλευση του, γράφει η τοπική εφημερίδα: «Την τόσον ευεργετικήν παράστασιν ετίμησαν πάμπολλοι οικογένειαι της ανωτέρας τάξεως, πρωτοφανές φαινόμενον, ‘Απασαι αϊ αρχαί και όλος ο άλλος κόσμος, ελκόμενος υπό των προγραμμάτων, αγγελιών και του σκοπού της παραστάσεως προσήλθαν εις αυτήν».[7] Η πόλη μοιάζει να ξυπνάει από την αδιαφορία και το πνευματικό τέλμα των παλαιών γαιοκτημόνων της.

Η συνέχεια αύριο 24.2.2022

 

Παραπομπές: 1. «Πολίτης», φ. 22 (8.10.1889), 2. | 2. «Πολίτης», φ. 22 (8.10.1889), 2. | 3. «Πολίτης», φ. 22 (8.10.1889), 2. | 4. «Πολίτης», φ. 10 (15.7.1889), 3. | 5. «Πολίτης», φ. 78 (16.12.1890), 1. | 6. Αθανάσιος Διάκος, τραγωδία εις τρεις πράξεις και έξι σκηνάς. Εν Αθήναις 1859. | 7. «Πολίτης», φ. 89 (28.3.1891), 2-3.


AgrinioStories