2 Ιουλίου 2022

Nοικοκυραίοι στο χωριό, σέμπροι στο Αγρίνιο (Β΄)

«Ο πατέρας μου τελικά, από νοικοκύρης κι αυτάρκης στο χωριό
βρέθηκε στην πόλη σέμπρος»

  • Κείμενο: Σπυριδούλα Τζογάνη
  • Πρωτοδημοσιεύτηκε στο «αρχείο Αγρινίου»
    • τεύχος 6, σελίδες 23 – 26
  • Δείτε ΕΔΩ το Α΄ Μέρος 

Η πολυτάλαντη θεία σχεδίασε, κατασκεύασε και μας  παρέδωσε για χρήση το ξυλόφουρνο. Στην αρχή συγκέντρωσε  πέτρες σ’ ένα μικρό  λοφίσκο κι έφτιαξε λάσπη με χώμα πηλού. Τη λάσπη την ανακάτεψε με άχυρα και με σβουνιές αλόγων και μοσχαριών και μ’ αυτό το μείγμα  σκέπασε τις πέτρες προσέχοντας να είναι αρκετά παχύ το στρώμα. Στην μπροστινή πλευρά άφησε  άνοιγμα και μ’ ένα λαμαρινένιο στεφάνι  το στέριωσε κι αυτό ήταν η πόρτα του φούρνου. Αυτή η κατασκευή για να στεγνώσει χρειάσθηκε περίπου ένα μήνα. Ξανάρθε η θεία από το χωριό και με προσοχή αφαίρεσε τις πέτρες  κι αποκαλύφθηκε ο έτοιμος φούρνος. Τον γέμισε με ξύλα ,άναψε φωτιά και σχεδόν  για δυο μέρες δεν έσβησε ούτε λεπτό η φωτιά . Αυτό ήταν το μυστικό, το καλό κάψιμο του φούρνου για να ζεσταίνεται γρήγορα και να μην καίει πολλά ξύλα  στα επόμενα  φουρνίσματα. Στο φούρνο λοιπόν η μάνα έψηνε τα καλύτερα καρβέλια, πίτες και φαγητά και μοσχοβολούσε η περιοχή. Δώδεκα καρβέλια χώρα-γε η πινακωτή όσοι κι οι δώδεκα απόστολοι κι η πινακωτή ο Χριστός και τόσα ζύμωνε η μάνα κάθε φορά κι ένοιωθε να κατακλύζεται το σπίτι από ευλογία . Τα καρβέλια τα τύλιγε με το λιναρένιο μεσάλι που  είχε υφάνει η ίδια και τ’ απίθωνε στην κόφα για να αερίζονται και να διατηρούνται μαλακά.

Σ’ αυτό το φιλόξενο σπίτι – αποθήκη δεν έλειπαν και οι  μουσαφιραίοι, συγγενείς και γνωστοί απ’ τα χωριά που κατέφθαναν στο Αγρίνιο για γιατρούς ή για δουλειές. Όποιον συναντούσε ο πατέρας, τον καλούσε στο σπίτι για φαγητό ή και ύπνο… Θυμάμαι δύο γυναίκες, η μία συγγενής και η άλλη συμπεθέρα, από διπλανά με το δικό μου χωριά, που φιλοξενήθηκαν στην αποθήκη- σπίτι μας πάνω από μήνα η κάθε μία, μέχρι να φτάσει η μέρα της γέννας τους. Η μαμή του χωριού, που κάλυπτε τις ανάγκες της γέννας των γυναικών, άρχισε να αποσύρεται από τη διαδικασία γιατί αυτή την ανάγκη την κάλυπταν οι γυναικολόγοι γιατροί στις κλινικές τους, όπου παρείχαν κατάλληλες συνθήκες και για τη γυναίκα και για το νεογέννητο. «Όλοι οι καλοί χωράνε», έλεγε ο πατέρας μου, και το χαμόγελο ικανοποίησης που χάριζε τους έφερνε πιο κοντά  κι ένοιωθαν σαν το σπίτι τους. Και πράγματι σαν να τελούνταν κάτι μαγικό και υπήρχε πάντα αφθονία αγαθών αλλά και μέσα στη στενότητα του χώρου μια ευρυχωρία. Τελικά ο Ξένιος Δίας φρόντιζε για όλα.

Το κρεβάτι του παππούλη το τοποθέτησε η μάνα δίπλα στο τζάκι, για να ζεσταίνεται το χειμώνα, αφού ήταν κρυουλιάρης και να ανακατεύει το φαγητό, όταν απουσίαζε. Βλέπεις γνώριζε από μαγειρική, αφού έμεινε χήρος πολύ νέος με εφτά παιδιά, έξι κόρες και τον πατέρα μου, το μοναδικό αγόρι και δεν ξαναπαντρεύτηκε. Παρότι ήταν πολύ  όμορφος ο παππούς και υπήρχαν γυναίκες που τον ήθελαν δεν μας αποκάλυψε γιατί δεν παντρεύτηκε ξανά. Μαγείρευε και βοηθούσε στις δουλειές του σπιτιού. Το πρωί του άρεσε να τρώει μπαζίνα, την οποία θεωρούσε πολύ θρεπτική για όλη την οικογένεια. Σε κατσαρόλα με νερό που έβραζε έριχνε καλαμποκίσιο αλεύρι μέχρι να γίνει σφιχτό και το  περιέχυνε  με καυτό λάδι, στο οποίο είχε τσιγαρίσει κρεμμύδια κατά τις ημέρες που νηστεύαμε  και τυρί φέτα τις υπόλοιπες. Η μπαζίνα και το κατσικίσιο γάλα ήταν το πρωινό για τα παιδιά πριν πάμε  στο σχολείο και τους μεγάλους πριν τις δουλειές.

Στο χωριό ο παππούς έψελνε στην εκκλησία στη θέση του αριστερού ψάλτη και του άρεσε πολύ η μουσική και το διάβασμα. Συχνά μου ζητούσε  καινούρια βιβλία για να διαβάσει όταν τέλειωνε με τα σχολικά μου και γκρίνιαζε, όταν δεν τον προμήθευα με καινούρια, κι αυτό γιατί διψούσε για γνώση. Μητσέλια τον φώναζαν χαϊδευτικά κι από νοικοκύρης κι αφέντης του χωριού με τα σπίτια, τις αποθήκες, τα ζωντανά και τα χωράφια του με το πηγάδι, κατάντησε στα γεράματά του να σέρνεται στις αποθήκες και να βλέπει το παιδί του σέμπρο,  στο μεγαλοκτηματία  και θλίψη και πόνος τον βάραιναν και χωρίς να ξεστομίζει κουβέντα παρακολουθούσε την οικογένεια του γιου του, αθόρυβος σαν πουλάκι.

Μόνο ο πάντα χαμογελαστός πατέρας μου  ήταν αισιόδοξος, γιατί πίστευε πως με τη σκληρή δουλειά, το συνεχή αγώνα για κάθε τι που σε εξελίσσει θα ξεπεράσεις τα δύσκολα και θα ‘ρθουν καλύτερες ημέρες που θα γίνουν πραγματικότητα τα όνειρα κι οι στόχοι  και θα προκόψεις.

Πρώτη προτεραιότητά του, να χτίσουμε δικό μας σπίτι στην πόλη της ανάπτυξης, της προόδου και του πολιτισμού· και δεν άργησε να αγοράσει με τα χρήματα που πήρε από την περιουσία που πούλησε στο χωριό  -μαζί με μία από τις παντρεμένες αδερφές του- ένα οικόπεδο κι άρχισε το χτίσιμο του σπιτιού μας. Κι οι λόγοι αυτής της σύμπραξης ήταν η συντόμευση του χρόνου απόκτησης ιδιοκτησίας, γιατί δεν άντεχε την ανασφάλεια που ένοιωθε δίχως δικό του σπίτι.

Ένα βράδυ, από τα πρώτα της παραμονής μας στο Αγρίνιο, ξύπνησα τα μεσάνυχτα περικυκλωμένη από έναν περίεργο φόβο και τρόμο που μ’ έκανε να ουρλιάζω, γιατί σαν να άκουσα καλπασμούς και χλιμίντρισμα αλόγου έξω από το σπίτι  και δεν μπορούσα να ηρεμήσω ούτε στης μάνας ούτε στου πατέρα την αγκαλιά. Ο φόβος και οι σκέψεις με κατέκλυσαν για αρκετές ημέρες και βράδια χωρίς να βρίσκω κάποια απάντηση στο τι προκάλεσε αυτό το βίωμα. Η μάνα μου παράτησε τις δουλειές, έτρεξε στην εκκλησία κι έφερε σπίτι τον παπά, για να  τελέσει αγιασμό και να μας ευλογήσει, πράγμα που είχε παραμελήσει. Πού να καταλάβουν οι δικοί μου, κι εγώ, πως αυτό που βίωσα ήταν αντίδραση  στον αποχωρισμό των όμορφων και μαγικών πραγμάτων που άφησα στο χωριό μου, στην απώλεια του παραδείσου μου, που με βύθισε σ’ ένα σύμπαν μελαγχολίας, ανασφάλειας και φόβου… Πως οι καλπασμοί ήταν του Ντορή μας, που ψυχορραγούσε κι η ψυχή μου ένοιωθε το δικό του πόνο, όπως τον ένοιωθαν κι οι αγαπημένες μου Αμαδρυάδες και τα όνειρα της πολύ όμορφης παιώνιας.  Με φόβισε και με τρόμαξε ο νέος πεδινός τόπος που τον έβλεπα και τον ένοιωθα   σκοτεινό με πολύ υγρασία αλλά και ξηρασία μαζί, δίχως χρώματα κι αρώματα, ένα τόπο που δεν σε βοηθούσε να φτιάξεις όνειρα και δεν έβρισκα ούτε μια χαραμάδα μαγείας κι ομορφιάς που τόσο είχα ανάγκη.

Πριν φύγουμε απ’ το χωριό το σοβαρό πρόβλημα που βασάνιζε τους γονείς μου  ήταν ο  ανεπιθύμητος και άχρηστος για την πόλη Ντορής, το άλογο με την αμέριστη προσφορά στην οικογένειά μας. Πώς θα έμενε  στο χωριό δίχως τη φροντίδα μας κι αφού το σπίτι κι ο αχυρώνας πουλήθηκαν; Βλέπεις ήταν γέρος και δεν ήθελε να τον αγοράσει κανένας και στην πόλη ήταν άχρηστος, αφού τη θέση του πήραν τα τρακτέρ και τα αυτοκίνητα. Η στεναχώρια μας  μεγάλη στη σκέψη του αποχωρισμού απ’ τον Ντορή  και το Λάγιο -το γάιδαρο-, τον οποίο συμμάζεψε κάποιος στο χωριό, γιατί δεν τα είχε φάει ακόμη τα ψωμιά του, όπως ο Ντορής.

Τελικά ο πατέρας βρήκε μια επώδυνη λύση και τον εγκατέλειψε ένα πρωινό στο βελανιδοδάσος περδικλωμένο για να πεθάνει όρθιος και με αξιοπρέπεια, αφού κοντά μας έζησε με περηφάνια,  σαν μέλος της οικογένειας. Δεν του ταίριαζαν, οι αναπόφευκτες εξαθλιωμένες και αξιολύπητες καταστάσεις ούτε να καταγραφούν στα βλέμματα αγαπημένων του προσώπων εικόνες φριχτές, ούτε να προκαλέσει συναισθήματα πόνου και θλίψης.  Μόνος στο δάσος,  με  συντροφιά τα τραγούδια των πουλιών και των λουλουδιών, εγκατέλειψε το σώμα του στις ρίζες της βελανιδιάς και τα όνειρά του μετακόμισαν στα παλάτια των Αμαδρυάδων, για να τις υπηρετεί σαν Πήγασος.

Η ιστορία των σέμπρων στην πόλη του Αγρινίου είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο,  καλά τυλιγμένο και κρυμμένο, λες και συμφώνησαν μυστικά με τους καμπίσιους καπνοχωραφάδες να το στείλουν στη λησμονιά, να εξαφανίσουν την ανάμνηση, να ακυρώσουν τη μνήμη. Ίσως οι μεγαλοκτηματίες δεν θέλουν να  θυμούνται την αδικία που τους προκάλεσαν, ίσως οι σέμπροι  που  μεταπήδησαν σε ανώτερα στρώματα και πολλοί τους ξεπέρασαν να νοιώθουν μειονεκτικά που υπήρξαν φτωχοί και δεν θέλουν να θυμούνται πως κάποτε βρέθηκαν σε ανάγκη και τους εκμεταλλεύτηκαν. Ίσως χιλιάδες άλλοι λόγοι και ποιος ξέρει ακριβώς γιατί είναι αναγκαίες αυτές οι βιωμένες εμπειρίες και γιατί επαναλαμβάνονται από τους ανθρώπους αλλάζοντας κάθε φορά  μορφή;

Οι καμπίσιοι καπνοχωραφάδες γνώριζαν πολύ καλά  να κατέχουν  τη γη, να έχουν προνόμια αφού ήταν εφοδιασμένοι με άδεια καπνοκαλλιέργειας, να υπογράφουν συμβόλαια με τους σέμπρους και να εισπράττουν χρήματα δίχως να εργάζονται. Δεν είχαν ανασάνει τις μυρωδιές που αναδύει η γη που κατείχαν, ήταν στεγνοί, ξερακιανοί συναισθημάτων και καμία σχέση με τη φύση δεν είχαν, αφού ούτε μια ριζούλα  αγάπης δεν ήξεραν να φυτεύουν. Αντίθετα οι  σέμπροι καπνοκαλλιεργητές ήξεραν πολύ καλά να δουλεύουν σκληρά τη γη για να επιβιώσουν, αλλά ένοιωθαν πως είναι άδικο γι’ αυτόν που ξέρει και αγαπά να καλλιεργεί τη γη, να μην κατέχει ένα μικρό μέρος της αλλά ούτε άδεια για καπνοκαλλιέργεια.

Η οικογένειά μου εργάστηκε σκληρά αλλά γρήγορα ενσωματώθηκε με τους ντόπιους κατοίκους και ευδοκίμησε καθώς έδωσε και πήρε πολλά. Τα συναισθήματα αδικίας που βιώσαμε, γρήγορα βέβαια ξεπεράστηκαν από τους προκομμένους και δουλευταράδες γονείς μου (που μετά από τέσσερα χρόνια σκληρής δουλειάς ως σέμπροι νοίκιασαν χωράφια και καλλιέργησαν μόνοι τους καπνό), όμως ποτέ δεν «ξεπεράστηκαν» απ’ τη δική μου μνήμη. Πήρα μαζί μου στην πόλη όλες αυτές τις θύμησες, που σαν σύντροφοι πιστοί μου παραστέκουν και μου γλυκαίνουν – παρόλη τους  την πίκρα- με νοσταλγία όλη μου τη ζωή μετά το χωριό.

 


AgrinioStories