3 Δεκεμβρίου 2021

Νερόμυλος: Η πρώτη μηχανή που δούλευε μόνη της

Ο νερόμυλος παραμένει σταθμός στην ιστορία της τεχνολογίας

  • Επιμέλεια κειμένων: Λ. Τηλιγάδας
  • Φωτογραφίες: Γιάννης Γιαννακόπουλος

Είναι η πρώτη μηχανή που κινήθηκε με τη βοήθεια φυσικής πηγής ενέργειας, το νερό, αντικαθιστώντας τον άνθρωπο ή τα ζώα που κινούσαν ως τότε τους μύλους.

Στον Ελληνικό χώρο (μετά την ίδρυση του Ελληνικού κράτους, αναφέρονταν 6.000 νερόμυλοι σε όλη την επικράτεια) λειτούργησαν δύο τύποι νερόμυλοι: ο «Ρωμαϊκός» με την όρθια εξωτερική φτερωτή (όπου η ροή του νερού ήταν μεγάλη) και κυρίως ο «Ανατολικός» ή «Ελληνικός» με τη μικρότερη εσωτερική οριζόντια φτερωτή (όπου η ποσότητα του νερού ήταν μικρή και γινόταν εκμετάλλευση πίεσης από εκτόξευση ή υδατόπτωση).

Στην περιοχή μας μέχρι και τη δεκαετία του ’60 υπήρχαν αρκετοί νερόμυλοι. Σήμερα έχουν απομείνει μόνο κάποια ερείπια τους.

Ο Γιάννης Γιανακόπουλος περπάτησε μέσα σε αυτά τα χαλάσματα και αποτύπωσε με τον φωτογραφικό του φακό ό,τι απόμεινε από τη φθορά του χρόνου. Κι όμως αυτά τα ερείπια είχαν κάποτε ψυχή. 

 

Μύλος Νάστα

 

Μύλος Νάστα

 

Μύλος Νάστα

 

 

Μύλος Νάστα

 

Οι νερόμυλοι είχαν ψυχή για δύο λόγους. Για το νερό που τους κινούσε και για τον μυλωνά που περνούσε την μισή του ζωή μέσα στον μύλο σαν ερημίτης σέρνοντας πίσω του χιλιάδες μύθους, θρύλους, παραδόσεις μιας και το επάγγελμα τον κρατούσε μακριά από την κοινωνική ζωή του χωριού.

 

Μύλος Νάστα

 

 

Μύλος Νάστα

 

 

Μύλος Νάστα

 

Με την πάροδο του χρόνου γενικεύτηκε η χρήση της υδραυλικής ενέργειας με την εφεύρεση πολλών σύνθετων μηχανισμών κι έτσι ο ρόλος της εξελίχθηκε σε πρωταρχικό για την τεχνολογία και την οικονομία. Η μετάδοση της κίνησης από τη φτερωτή προς το μηχανισμό που κινούσε και ανάλογα με τον τρόπο λειτουργίας του γινόταν με συστήματα αξόνων και γραναζιών, αν έπρεπε να παραμείνει κυκλική (π.χ. μύλοι), ή με τη βοήθεια εκκεντροφόρου (π.χ. μαντάνια), ή στροφαλοφόρου (π.χ. νεροπρίονα) άξονα, αν μετατρεπόταν σε παλινδρομική. Στην Ελλάδα ως τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η υδραυλική ενέργεια κινούσε μηχανισμούς μύλων (αλευρόμυλοι, μπαρουτόμυλοι, ταμπακόμυλοι), νεροπρίονων, μαντανιών, λιοτριβιών κ.ά., για άλεσμα, πριόνισμα, κρούση, τριβή και σύνθλιψη, για παραγωγή των αντίστοιχων προϊόντων.

Οι μυλόπετρες, που ήταν το κύριο εξάρτημα κάθε μύλου, προέρχονταν κατά κανόνα από το νησιωτικό τρίγωνο Μήλου, Κιμώλου, Πολυαίγου, που τα εδάφη τους είναι ηφαιστειογενή. Αυτές ήταν οι καλύτερες, αλλά και οι ακριβότερες. Κατασκευάζονταν βέβαια και από διάφορα τοπικά πετρώματα, όπως από στουρναρόπετρα της Ηπείρου ή από μυλόπετρα της Φώκαιας της Μικράς Ασίας, αλλά ήταν κατώτερης ποιότητας.

Οι μικρές οριζόντιες φτερωτές αρχικά ήταν κατασκευασμένες ξύλινες, που αποτελούνταν από ένα σκελετό σταυροειδή και την περιφερειακή ρόδα, όπου ήταν στερεωμένα τα φτερά (κουταλάκια) ,στα οποία κτυπούσε το νερό. Οι μορφές τόσο του σκελετού όσο και των κουταλιών διέφεραν από τόπο σε τόπο και κατασκευάζονταν επί τόπου με τα άλλα ξύλινα εξαρτήματα.

Αργότερα, προστέθηκαν στις φτερωτές μεταλλικά στοιχεία (τσέρκια κ.ά.), ώστε να γίνουν πιο γερές, για να καταλήξουν τελικά σε πολλών μορφών μεγέθη σιδερένιες, που κατασκευάζονταν σε μηχανουργεία και έρχονταν έτοιμες στο μύλο. Την ίδια περίπου πορεία ακολουθούσαν και οι όρθιες. Σημαντική εξέλιξη υπήρχε και στα βαγένια: αρχικά ήταν κι αυτά ξύλινα και κατασκευάζονταν επί τόπου, όπως ακριβώς και τα βαρέλια (βαγένι = βαρέλι). Οι διαστάσεις και η μορφή τους ποίκιλλαν: από λεπτά μακρόστενα ως κοντά και χοντρά, ανάλογα με το ύψος που έφτανε το νερό και την ποσότητα που είχε.

Πάντοτε στο πάνω μέρος τους είχαν πιο μεγάλη διάμετρο. Με το πέρασμα του χρόνου, κυρίως όμως επειδή τα ξύλινα χρειάζονταν συνεχή συντήρηση και επισκευές, μετατράπηκαν και αυτά σε μεταλλικά από λαμαρίνα ή από έτοιμες σωλήνες. Και τα ξύλινα και τα μεταλλικά βαγένια ήταν στερεωμένα σε χτιστή πέτρινη κρέμαση, στην οποία κατέληγε το νεραύλακο, ή στην κεκλιμένη απόληξη υδραγωγείου.

 

Μύλος Νάστα

 

Μύλος Νάστα

 

 

Η αμοιβή των μυλωνάδων ήταν το ξάι (από την λατινική λέξη exagium που σημαίνει δικαίωμα) ή αλεστικό….μπάτε σκύλοι αλέστε κι αλεστικά μην δίνετε…

Η αράδα στον μύλο ήταν νόμος απαράβατος. Εξ’ ου και το «αν είσαι και παπάς με την αράδα σου θα πας». Εξαίρεση για αλλαγή σειράς αποτελούσαν μόνο όταν επρόκειτο να αλεστεί σιτάρι για ψωμιά του γάμου. Το επάγγελμα του μυλωνά ήταν προσοδοφόρο. Ο καλός ο μυλωνάς ήταν και επισκευαστής του μύλου του. Οι καλύτερες μυλόπετρες ήταν από την Μήλο και την Κίμωλο. Προστάτης- Άγιος των μυλωνάδων ο Προφήτης Ηλίας.

Λάγνοι της δεισιδαιμονίας οι μυλωνάδες τα έβγαζαν μια χαρά πέρα με τις νεράιδες και τα ξωτικά που την νύχτα, πάνω στην φούντωση του μυαλού υπερφυσικές εικόνες τους έκαναν παρέα βγαλμένες από την βοή του νερού, της μυλόπετρας, των βαθύσκιωτων δέντρων και βέβαια από την φαντασία των απλοϊκών ανθρώπων που πάντα δημιουργεί ψευδαισθήσεις.

Άλλωστε όλοι οι νερόμυλοι ήταν στοιχειωμένοι.

Κατά τον Γιάννη Ρούσκα που έχει γράψει ένα υπέροχο βιβλίο… «Μυλοτόπια Μύλοι και Μυλωνάδες» από το οποίο και εμπνεύστηκα να γράψω τούτες της αράδες αναφέρεται χαρακτηριστικά:

Η μόνιμη διαμονή των μυλωνάδων σε πηγές και νερομάνες, σε φαράγγια και ρεματιές είχε συντελέσει στην μεταμόρφωσή τους σε έμμονους εραστές του υπερφυσικού. Στις χειμωνιάτικες νύχτες παγεροί αέρηδες έφερναν στους νερόμυλους αδικοχαμένες και αδικοσκοτωμένες ψυχές. Οι μυλωνάδες χαρακτηρίστηκαν πλεονέχτες, αχόρταγοι, μουρντάρηδες από το τούρκικο murdar που σημαίνει άσεμνος. Φημίζονταν για την αγάπη τους στο κρασί και στις όμορφες γυναίκες. Λέγεται μάλιστα πως πολλάκις έπαιρναν αντί για ξάι τα γλυκά φιλιά των γυναικών. Από την άλλη οι γυναίκες του χωριού ήταν ιδιαίτερα προσεκτικές στην συμπεριφορά τους απέναντι στον μυλωνά. Φρόντιζαν να πηγαίνουν με παρέα και να μην μένουν τελευταίες στο άλεσμα. Επειδή το νόμισμα όμως πάντα έχει δύο όψεις, οι μυλωνάδες χαρακτηρίστηκαν και χαρωποί, ανοιχτόκαρδοι και εξαιρετικά φιλόξενοι.

 

Μύλος Χονδρού (Διάβα)

 

Μύλος Χονδρού (εξωτερική όψη)

 

Ο μηχανισμός του νερόμυλου αποτελείτο από δύο μέρη: το κινητικό (η φτερωτή και τα εξαρτήματά της), και το αλεστικό (τις μυλόπετρες με τα εξαρτήματα λειτουργίας). Υπήρχαν και βοηθητικά συστήματα, π.χ. ρύθμισης των μυλόπετρων, μεταφοράς και μετατροπής της κίνησης, σταματήματος και άλλα., τα οποία παρουσίαζαν διαφορές από περιοχή σε περιοχή.

 

Μύλος Χονδρού

 

Μύλος Χονδρού

 

Οι ελληνικοί νερόμυλοι συνήθως λειτουργούσαν με ένα ζευγάρι μυλόπετρες (με ένα μάτι, μονόφθαλμοι), ενώ σπανιότερα, όπου υπήρχε νερό με μεγάλη δύναμη, με δυο (με δυο μάτια, διόφθαλμοι) ή και με περισσότερα ζευγάρια μυλόπετρες. Για το λόγο αυτό αιώνιοι αντίζηλοι των αγροτών για το νερό ήταν οι μυλωνάδες. Στον ανταγωνισμό τους οι αγρότες ήταν εκείνοι που τις περισσότερες φορές αναγκάζονταν να υποχωρήσουν και να χρησιμοποιήσουν τα νερά ελάχιστες μέρες της εβδομάδας και συχνά το βράδυ, ώστε να μην εμποδίζεται η σωστή λειτουργία των μύλων. Όπου υπήρχαν εξίσου οι προϋποθέσεις να λειτουργήσει νερόμυλος και ανεμόμυλος προτιμούσαν πάντοτε τον πρώτο γιατί, εκτός των άλλων, υπήρχε η πεποίθηση ότι ο νερόμυλος κάνει καλύτερο αλεύρι.

 

Μύλος Χονδρού

 

Στην ηπειρωτική Ελλάδα και στα νησιά, όπου υπήρχε νερό, κτίστηκαν χιλιάδες νερόμυλοι. Χρησιμοποιήθηκαν κατά κύριο λόγο για το άλεσμα των δημητριακών και λιγότερο ως ταμπακόμυλοι (βυρσοδεψεία), ως μπαρουτόμυλοι ή για το άλεσμα οικοδομικών υλικών. Οι νερόμυλοι ήταν ιδιόκτητοι ή μοναστηριακοί, που νοικιάζονταν σε επαγγελματίες μυλωνάδες. Το μίσθωμα πληρωνόταν με ποσοστό επί των εισπράξεων ή σε είδος (αλεύρι ή δημητριακά). Συχνά το κτίσιμο ενός νερόμυλου συνοδευόταν και από το κτίσιμο της κατοικίας του μυλωνά, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν, σε αρκετές περιοχές, μυλοχώρια, όπου το κάθε σπίτι είχε και το νερόμυλό του.

Η αλεστική ικανότητα ενός μύλου έφτανε περίπου τις 100 οκάδες/ώρα και, με το 12ωρο που δούλευαν, η ημερήσια παραγωγή έφτανε τις 1.200 οκάδες. Οι μύλοι συνήθως εξυπηρετούσαν τις τοπικές ανάγκες και άλεθαν κυρίως κριθάρι και σμιγάδι (μείγμα από σιτάρι-κριθάρι) και σπανιότερα καλαμπόκι, σιτάρι και ζωοτροφές. Στην επαρχία της Μεγαλόπολης λειτούργησαν μέχρι τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια 65 υδροκίνητες μονάδες. Οι περισσότεροι νερόμυλοι εγκαταλείφθηκαν απ’ τη δεκαετία του 1950.

 

Νερόμυλος στη Μόκιστα (Αγία Σοφία Θέρμου) εσωτερικό

 

Νερόμυλος στη Μόκιστα (Αγία Σοφία Θέρμου) εξωτερική όψη

 

Νερόμυλος στη Μόκιστα (Αγία Σοφία Θέρμου) εσωτερικό

 

Το γύρισμα της φτερωτής σταμάτησε στην μεταπολεμική Ελλάδα αλλά και παγκοσμίως. Το επάγγελμα του μυλωνά χάθηκε, οι νερόμυλοι εγκαταλείφθηκαν, χορτάριασαν, σιώπησαν, ερήμωσαν. Κοινή η μοίρα τους σε όλο τον κόσμο αλέθουν πλέον θύμησες πρότερων καιρών. Άφησαν πίσω τους πλείστες παροιμίες…

«Τα βάσανά μου είναι πολλά τρεις μύλοι δεν τ’ αλέθουν». «Καθένας έχει τον πόνο του κι ο μυλωνάς τ’ αυλάκι» (το γνωστό μυλαύλακο). «Χαλασμένοι μύλοι, σβησμένοι φούρνοι». «Ζυμοφούρνιζε Διαμάντω, φέρε αλεύρι κασιδιάρη».

 

 


AgrinioStories | Με πληροφορίες από ΕΔΩ και ΕΔΩ