11 Αυγούστου 2022

Ἐν Ἀγρινίῳ τῇ… 5η Μαΐου

  • Συνέβη στο Αγρίνιο στις  5 Μαΐου του:

1906: Η δολοφονία του καθηγητή Αγγελίδη
1926: Η εκτέλεση του Κόκκιου

5 Μαΐου 1906

Το Μάη του 1906 συνέβη στο Αγρίνιο ένα αδιανόητο για την εποχή του έγκλημα, που αναστάτωσε τους κατοίκους της μικρής κοινωνίας, κυρίως για το νεαρό της ηλικίας των δραστών. Δύο μαθητές του μοναδικού τότε γυμνασίου της πόλης, το βράδυ της 5ης Μαΐου εκείνης της χρονιάς έστησαν καρτέρι και δολοφονήσαν τον καθηγητή τους Δημήτρη Αγγελίδη, «εν ψυχρώ» και από πρόθεση.

Από τις περιγραφές στον τοπικό και πανελλαδικό τύπο των Αθηνών, από τα αρχεία του Γυμνασίου της πόλης, καθώς και από το εκτεταμένο δικαστικό ρεπορτάζ του «Νεολόγου», μαθαίνουμε, ότι οι μαθητές, Νίκος Παπαζώης και Ταξιάρχης Γεωργούσης, οι οποίοι ήταν 15 ετών, με καταγωγή από το Ξηρόμερο ο πρώτος, και 14 ετών, με καταγωγή από το Βάλτο ο δεύτερος, και φοιτούσαν στην δευτέρα και πρώτη τάξη του Γυμνασίου Αγρινίου αντίστοιχα, «συνελήφθησαν» από τον καθηγητή τους είκοσι έξι ημέρες πριν το φόνο, την Παρασκευή 2 Απριλίου της ίδιας χρονιάς να καπνίζουν και να χαρτοπαίζουν. Το γεγονός αυτό, επειδή για τα εκπαιδευτικά ήθη της εποχής, ήταν σκανδαλώδες και βαρύτατο παράπτωμα, κοινοποίησε την επομένη ο καθηγητής στο σύλλογο καθηγητών του Γυμνασίου, ο οποίος αποφάσισε, να τιμωρήσει τους δύο μαθητές  με τριήμερη αποβολή.

Μετά το τριήμερο της αποβολής όμως, οι δυο μαθητές δεν επέστρεψαν στα μαθήματα τους και ξεκίνησαν να πηγαίνουν στα λιοστάσια έξω από το Αγρίνιο, όπου εξασκούνταν στην σκοποβολή, για να σκοτώσουν, σύμφωνα με την γνώμη των μαρτύρων κατηγορίας τον καθηγητή τους, ενώ, κατά τη γνώμη των μαρτύρων υπεράσπισης, για να πάνε εθελοντές στη Μακεδονία.

Το όπλο το αγόρασαν με δανεικά χρήματα από το παντοπωλείο του Παντελή Μπουκογιάννη. Τα δανεικά οι μαθητές τα ζήτησαν και τα πήραν, ο μεν Γεωργούσης από τον έμπορο Ανδρικόπουλο, ο δε Παπαζώης από τον ξενοδόχο και εστιάτορα της πόλης Σακκά, στο εστιατόριο του οποίου έτρωγε.

Την 5η Μαΐου του 1906, στις 8:30΄το βράδυ, γυρνώντας από τον περίπατό του στο Άγιο Κωνσταντίνο ο καθηγητής Αγγελίδης, συνάντησε τους μαθητές του στη θέση «Μπαϊρακτάρη», εκεί που βρίσκεται ακόμα και σήμερα η ταβέρνα των αδερφών Μπαϊρακτάρη, στη συμβολή δηλαδή, των δρόμων «Σωκράτους» και «Σμύρνης». Οι μαθητές του ακολούθησαν, τον προσπέρασαν και τον περίμεναν στην είσοδο του σπιτιού του, όπου και τον πυροβόλησαν.

Το σπίτι του Αγγελίδη ήταν κοντά στο παντοπωλείο του Κάππου, ο οποίος άκουσε τον πυροβολισμό και έτρεξε μαζί με τον βοηθό του Βαγγέλη Κάππα και τον μαθητή της Δ΄ Γυμνασίου, Θόδωρο Μάμαλη, που βρισκόταν εκείνη την ώρα στο κατάστημα, σήκωσαν τον βαριά τραυματισμένο καθηγητή και τον μετέφεραν στην κλινική Παπασπύρου, όπου μετά από τρεις ημέρες (8 Μαΐου 1906) ο Αγγελίδης άφησε την τελευταία του πνοή σε ηλικία 39 ετών.

Το νέο διαδόθηκε αστραπιαία στην μικρή πόλη του Αγρινίου και την αναστάτωσε. Στις 7 Μαΐου συγκροτήθηκε συλλαλητήριο μετά το τέλος του οποίου οι συμμετέχοντες συνέταξαν ψήφισμα προς τον Βασιλέα και την Κυβέρνηση, το οποίο ανέφερε τα εξής:

«Η πόλις Αγρινίου, λαβούσα υπό σοβαράν έποψιν, την από πολλών ετών βασιλεύουσαν ενταύθα και εις τας γειτνιαζούσας επαρχίας αναρχίαν, καθ ην τα πολυάριθμα κακούργα στοιχεία διαπράττουσι καθημερινώς παντός είδους εγκληματικάς πράξεις και δη κατά της ζωής φιλήσυχων πολιτών, την οποίαν αδυνατεί να περιστείλει η ενταύθα αστυνομική αρχή, μη δυνάμενη να προλάβη και τα γνωστά αυτή και μέλλοντα ασφαλώς να συμβώσι, ουδέ να συλλάβη τους δράστας αυτών και ένεκα της αδυναμίας της ταύτης γίγνεται και παραίτιος να αυξάνονται τα εγκληματικά στοιχεία γενόμενα οσημέραι επιφοβώτερα, συνήλθεν αυθόρμητος, κατόπιν μάλιστα της στυγεράς δολοφονίας του καθηγητού Δημητρίου Αγγελίδου, γενομένης υπό μαθητών διδαχθέντων την χρήσιν του όπλου και της μάχαιρας εις τα διάφορα καταγώγια, όπου συχνά ζώσι διεφθαρμένα κακούργα στοιχεία, λειτουργώντα υπό την ανοχήν της αρχής και προαναγγειλάντων από ημερών την εκτέλεσιν της ανωτέρω δολοφονίας, εν πανδήμω συλλαλητηρίω απεφάσισεν ίνα δι’ ημών καθηκετεύση υμάς ίνα εν τω συμφερόντι της καθόλου Πολιτείας η Υ.Μ. μεριμνήση και εν πρώτοις διορίση ενταύθα αστυνόμον ακέραιον δεδοκιμασμένης ικανότητος εφοδιασμένον με αρκετήν δύναμιν αστυφυλάκων καταγομένων εξάλλων νομών και μη όντων συνδεδεμένων με τον τόπον δι’ αποκαταστάσεως γάμου, εκ δευτέρου δε να διορίση ανεγνωρισμένης πείρας αξιωματικών και ανώτερων στρατιωτικόν επόπτην, ου μόνον του νομού Αιτωλοακαρνανίας, αλλά συνάμα και των νομών Άρτης και Λευκάδος με έδρα το Αγρίνιον, το οποίον είναι ο ομφαλός αυτής και το σημείον όπου συγκεντρούνται τα κακούργα στοιχεία των πέριξ επαρχιών, ως συνέβη τούτο και κατά το παρελθόν, υπαχθεντων των ανωτέρω νομών υπό την εποπτεία του συνταγματάρχου Δουμπιώτου, με έδρα το Αγρίνιον, παγιώσαντος εν βραχύ διαστήματι την και τότε επιφόβως διασαλευθήσαν τάξιν, διότι δια της συγκεντρωτικής αυτού εξουσίας επί των τριών ως άνω νομών, δεν διέφευγον οι εγκληματίαι μεταπηδώντες από νομού εις νομόν και φυγαδευόμενοι εις το εξωτερικόν. Το δε μέτρον τούτο να ληφθή νομίμως προς διαρκή ησυχίαν των κατοίκων. Η επί του συλλαλητηρίου επιτροπή».

Με άλλα λόγια, η πόλη βρήκε έναν δολοφονημένο, για να «θάψει» τον αστυνόμο της, να παντρέψει τα κορίτσια της και να γίνει διοικητικός «ομφαλός» της περιοχής. (Κοίτα ως που μπορεί να φτάσει ένα αυθόρμητο συλλαλητήριο)

Τη μέρα του θανάτου του Αγγελίδη «συνήλθεν ο σύλλογος» των καθηγητών του Γυμνασίου, «μετά της εφορείας εις έκτακτον συνεδρίασιν». Σ’ αυτή αφού πήρε υπόψη του «το βαρύτατον έγκλημα των μαθητών Ν. Παπαζώη και Ταξ. Γεωργούση, δολοφονησάντων τον καθηγητήν Δ. Αγγελίδην», αποφάσισε ομόφωνα «τοις μαθηταίς τούτοις, συμφώνως τω άρθρω 55 του Βασιλικού Διατἀγματος της 31 Δεκεμβρίου 1836 και τω άρθρω 14 της υπ’ αρίθμ. 14956 της 9ης Οκτωβρίου 1898 εγκυκλίου, την ποινήν του αποκλεισμού από πάντων των σχολείων του κράτους».

Την ίδια μέρα, με την 12η Πράξη του ίδιου οργάνου και επειδή «ο καθηγητής Δ. Αγγελίδης έπεσε θύμα του εαυτού καθήκοντος, ούτω δε εστερήθη του μόνου προστάτου πολυμελής οικογένεια  αποτελουμένη εκ τεσσάρων μικρων θυγατέρων και ετέρου όσον ούπω μέλλοντος να γεννηθή τέκνου και ότι η κατά τον νόμον απονεμηθησομένη τη χήρα και τοις ορφανοίς του δολοφονηθέντος σύνταξις έσται όλως ανεπαρκής ένεκα της βραχυχρονίου αυτού υπηρεσίας», αποφασίστηκε ομόφωνα, «να υποβάλη τω Σεβ. υπουργείω την παράκλησιν, όπως ευαρεστηθή να πράξη ό,τι ηθελεν ευδοκήσει ίνα χορηγηθή επαρκής σύνταξις τη απορφανισθείση οικογενεία και ούτω σωθή αύτη από της φρικτής δυστυχίας εις ήν εβύθισεν αυτήν η εις το καθήκον αφοσίωσις του μόνου προστάτου»

Η δίκη των δύο κατηγορουμένων πραγματοποιήθηκε στο κακουργιοδικείο Πατρών από τις 20 Νοεμβρίου 1906 έως τις 23 Νοεμβρίου της ίδιας χρονιάς, αλλά σ’ αυτή θα αναφερθούμε σε επόμενη ανάρτηση μας.

Κλείνοντας για σήμερα να πούμε ότι ο Δημήτρης Αγγελίδης γεννήθηκε στην Κόνισκα του Θέρμου, από φτωχούς γονείς και σπούδασε στην Αθήνα. Τον Αύγουστο του 1898 διορίστηκε δάσκαλος και πριν το Αγρίνιο δίδαξε στο σχολείο της Βελίστας (Λοκρίδας), στην Γαστούνη, στην Ναύπακτο και στο Κεφαλόβρυσο. Από τον Αύγουστο του 1905 και μετά, αφού προήχθη σε καθηγητή Γυμνασίου, ήρθε στο Γυμνάσιο του Αγρινίου όπου υπηρέτησε τους τελευταίους οκτώ μήνες πριν από την δολοφονία του. Αρθρογραφούσε στην εφημερίδα των Αθηνών «Καιροί».

5 Μαΐου 1926

Στις 5 Μαΐου του 1926 πραγματοποιήθηκε τελικά η εκτέλεση του Κώστα Κόκκιου, ο οποίος πριν από δύο χρόνια (1924) είχε εκτελέσει τους καπνεμπόρους Κουζέλη και Κατσιμπίνη, στον αμαξωτό δρόμο Αγρινίου – Αμφιλοχίας κοντά στο χωριό Σοροβίγλι (σημερινό Στράτο) και είχε καταδικαστεί για την πράξη του αυτή σε θάνατο από το Στρατοδικείο των Πατρών.

Ο τόπος των εκτελέσεων όπως είναι σήμερα[2]

Όταν το απόσπασμα παρατάχθηκε, ο μελλοθάνατος οδηγήθηκε στη θέση της εκτέλεσής του και αφού του δέθηκαν με μαντήλι τα μάτια «κατέπεσε μη δυνηθείς να στηριχθή εις τους πόδας του».«Σήμερον την 9η πρωινήν εγένετο η εκτέλεσις εις τον παρά τω Γηροκομείον χώρον του Κ. Κόκκιου όστις είχε καταδικασθή υπό του ενταύθα Στρατοδικείου εις θάνατον ως ένοχος της δολοφονίας των καπνεμπόρων Αγρινίου Κουζέλη και Κατσιμπίνη» αναφέρει το τηλεγράφημα από την Πάτρα προς την εφημερίδα «Σκριπ»[1] εκείνης της ημέρας και συνεχίζει:«Την παρελθούσαν νύκτα ο μελλοθάνατος κατελήφθη υπό νευρικού παροξυσμού και διαρκούς παραληρρήματος. Εις τας φυλακάς Μαργαρίτη, όπου εκρατείτο δεν ωμίλει καθόλου και οσάκις του επιβάλλετο καμμία ερώτησις εκ μέρους των δεσμοφυλάκων άφινε (διατηρείται η ορθογραφία του πρωτοτύπου, πλην του πολυτονικού) να του φεύγουν άναρθροι λέξεις, άσχετοι με το θέμα δια το οποίον ηρωτάτο. Σήμερον την 8ην και 30 πρωινήν στρατιωτικόν αυτοκίνητον τον παρέλαβεν από τας φυλακάς Μαργαρίτη και τον μετέφερεν υπό συνοδείαν εις τον τόπον της εκτελέσεως. Εκεί, σύμφωνα με το ρεπορτάζ, είχε φθάσει πολύς κόσμος κάθε τάξης και ηλικίας και των δύο φύλων. Όταν το αυτοκίνητο έφθασε στον τόπον της εκτέλεσης, ο ιερέας που ακολουθούσε το απόσπασμα τον προσκάλεσε «να κοινωνήσει των Αχράντων μυστηρίων», ο Κόκιος όμως «απέτρεψε το πρόσωπον από το Άγιον Δισκοπότηρον».

Η συγκίνησή του ήταν μεγάλη, πρόφερε συνεχώς ακατάληπτες λέξεις ανάμεσα από λυγμούς και κάποια στιγμή τράβηξε το μαντήλι που του κάλυπτε τα μάτια. Οι χωροφύλακες τον πλησίασαν ξανά, του έδεσαν πάλι το μαντήλι στα μάτια και τον προέτρεψαν να σηκωθεί όρθιος. Επειδή αυτό δεν το πραγματοποίησε, ο επικεφαλής του εκτελεστικού αποσπάσματος διέταξε την εκτέλεση του Κόκιου από κοντινή απόσταση και στη θέση στην οποία ήταν ξαπλωμένος. Οι σφαίρες τον βρήκαν σε καίρια σημεία  και του παραμόρφωσαν το πρόσωπο. «Του ερρίφθη η τελειωτική βολή, βεβαιωθέντος δε του θανάτου του, το πτώμα μετεφέρθη εις το νεκροταφείον».

Να πούμε εδώ, ότι η εκτέλεση της ποινής του είχε αναγγελθεί μέχρι τότε τρις φορές. Τρις φορές ο μελλοθάνατος προετοιμάσθηκε γι’ αυτή και τρις φορές η εκτέλεσή του αναβλήθηκε μετά από πολιτικές παρεμβάσεις, «πίσω» από τις οποίες βρισκόταν ο Βασίλης Μπέλλος, όπως θεωρούσε η πλειοψηφία των κατοίκων της περιοχής, αλλά και το γραφείο του τότε πρωθυπουργού, Θεοδώρου Παγκάλου, που εξέτασε τον φάκελο για την απονομής χάριτος, όπως ζήτησε η υπεράσπιση του Κόκκιου.

«Πληροφορούμεθα», αναφέρει το ΣΚΡΙΠ [3], «ότι κατόπιν της μελέτης της δικογραφίας της δίκης των Πατρών διά το έγκλημα του Αγρινίου δεν θα ανασταλή υπό της Κυβερνήσεως η επιβληθείσα εις τον κατηγορούμενον Κόκιον θανατική ποινή, αλλά θα διαταχθή η εκτέλεσις αυτής, ως καλώς επιβληθείσα υπό του Στρατοδικείου. Ταυτοχρόνως θα διαταχθή και η δίωξης του Μπέλλου επί ηθική αυτουργία».

Τελικά, η δίωξη του Μπέλλου δεν διατάχθηκε ποτέ, και η κατηγορία αυτή παρέμεινε έωλη.

 

1.ΣΚΡΙΠ, Τρίτη 6/5/1926, Έτος 29ο, Περίοδος 5η, Αρ. Φύλ. 8261, σελ. 5.| 2. Σήμερα στη θέση των εκτελέσεων του Γηροκομιού βρίκεται το μνημείο της φωτογραφίας, το οποίο είναι αφιερωμένο στη μνήμη των εκτελεσμένων της περιόδο 1946 – 1949, με αποφάσεις του Έκτακτου Στρατοδικείου της Πάτρας, και όχι μόνο.  | 3. ΣΚΡΙΠ, Τρίτη 23/3/1926, Έτος 29ο, Περίοδος 5η, Αρ. Φύλ. 8219, σελ. 4
Φωτογραφία ανάρτησης: Σύνθεση δύο φωτογραφιών α) Φωτογραφία της περιοχής του Γηροκομιού, β) Καθαρισμένο σκίτσο του Κόκκιου, ως υδατογράφημα, από φωτογραφία της εφημερίδας, ΣΚΡΙΠ, με ημερομηνία 3/3/1926, Έτος 29ον, Περίοδος 5η, Αρ. Φύλ. 8202, σελ. 2.


AgrinioStories| Πηγή: Αρχείον Αγρινίου | Επιμέλεια Κειμένου: Λευτέρης Τηλιγάδας