5 Ιουνίου 2023

Μήτσος Χατζόπουλος: Ο Μποέμ των γραμμάτων

Ήρθε η ώρα να μιλήσουμε και για έναν άλλον Χατζόπουλο. Για ένα Μποέμ, συνδικαλιστή, πολυγραφότατο, η μνήμη του οποίου ζει στη σκιά της δόξας του μεγάλου του αδελφού, κυρίως εδώ… στην πόλη του

  • Κείμενο – Επιμέλεια: Λευτέρης Τηλιγαδας

Μήτσος Χατζόπουλος: Ένας Μποέμ
που έγραψε σε όλες σχεδόν τις μεγάλες εφημερίδες της εποχής του

Ο Μήτσος (Δημήτρης) Χατζόπουλος ή Μποέμ, όπως του άρεσε να υπογράφει, γεννήθηκε στο Αγρίνιο το 1872 από το Γιάννη Χατζόπουλο και τη Θεοφάνη Στάικου. Εκτός από τον Κώστα Χατζόπουλο, που ήταν ο μεγαλύτερος αδερφός του, είχε άλλα πέντε αδέρφια: την Αλεξάνδρα, το Ζαχαρία, την Ασπασία, και τον Αγαμέμνονα. Το δημοτικό σχολείο το τελείωσε στη γενέτειρά του και το Σεπτέμβριο του 1885 φοίτησε για ένα μήνα στο Γυμνάσιο του Μεσολογγίου, απ’ όπου, σύμφωνα με το σχολικό αρχείο, πήρε αποδεικτικό φοίτησης, για να συνεχίσει τις σπουδές του στο Γυμνάσιο της Κέρκυρας[1]. Μετά την περάτωση της φοίτησής του στο Γυμνάσιο της Κέρκυρας, ο Χατζόπουλος παρακολούθησε μαθήματα αρχιτεκτονικής, φιλοσοφίας και νομικής στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και συμπλήρωσε τις σπουδές του παρακολουθώντας μαθήματα φιλολογίας, αισθητικής και κοινωνιολογίας σε διάφορες χώρες της Ευρώπης, όπου έζησε για δέκα περίπου χρόνια.

Σύμφωνα με μαρτυρία του ίδιου η πρώτη του εμφάνιση στη λογοτεχνία συντελέστηκε με το διήγημα «Τα πρώτα δάκρυα», το οποίο δημοσιεύτηκε στην Εικονογραφημένη Εστία το 1890[2]. Ακολούθησε μια σειρά αξιόλογων διηγημάτων σε έντυπα της εποχής, όπως στις εφημερίδες, «Πόλις» και «Σκριπ», καθώς και στα περιοδικά «Παρνασσός», «Εθνικόν» «Ημερολόγιον του Σκόκου», «Το Περιοδικόν μας» του Γεράσιμου Βώκου, «Ο Διόνυσος» του ίδιου και του Γιάννη Καμπύση κ.ά.

Τα συγγραφικά ενδιαφέροντα όμως του Μήτσου Χατζόπουλου δεν περιορίστηκαν αποκλειστικά και μόνο στο χώρο της πεζογραφίας. Φύση πολυδιάστατη και πολυτάλαντη καταπιάστηκε επίσης με τις μεταφράσεις έργων Ευρωπαίων λογοτεχνών και υπέγραψε ποικίλα δημοσιογραφικά άρθρα, όπως χρονογραφήματα, ταξιδιωτικά και οδοιπορικά κείμενα με το ψευδώνυμο (Περιπατητής), καθώς και συνεντεύξεις.

Το 1894 εκδίδεται για πρώτη φορά η συλλογή διηγημάτων του «Αγριολούλουδα» και ακολουθούν οι «Ντόπιες ζωγραφιές» (1896), και τα «Διηγήματα του ποδογύρου» το 1899, αν και σύμφωνα με μια μαρτυρία[3] η έκδοση αυτή πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 1895.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1890 ο Μήτσος Χατζόπουλος γνωρίζει το Γρηγόρη Ξενόπουλο, ο οποίος εκείνη την εποχή είχε αρχίσει να γίνεται γνωστός στους δημοσιογραφικούς και λογοτεχνικούς κύκλους της Αθήνας και αναλαμβάνει να συστήσει το νεαρό λογοτέχνη στο διευθυντή της εφημερίδας «Το Άστυ», Δημήτριο Κακλαμάνο.

«Την ίδια εποχή»,  αναφέρει ο Ξενόπουλος[4], «λανσάρισα κι έναν άλλο νέο δημοσιογράφο. Είχα γνωρίσει, φοιτητής ακόμα, τον Κώστα Χατζόπουλο, που μια μέρα μου σύστησε το μικρότερο αδερφό του, το Μήτσο, ένα ωραίο παχουλό παιδί με πολύ ζωηρά μαύρα μάτια. Τον είχα σχεδόν ξεχάσει […] όταν, μετά δυοτρία χρόνια, […] ήρθε και με βρήκε στου Σκόκου, για να μου πει πως τελείωσε το γυμνάσιο και σκόπευε να επιδοθεί στη δημοσιογραφία. «Αν μου κάνατε τη χάρη, πρόσθετε, να με συστήσετε στον Κακλαμάνο…»

Ο Ξενόπουλος πράγματι, συστήνει το Χατζόπουλο στον Κακλαμάνο και το «Άστυ» δημοσιεύει το πρώτο δημοσιογραφικό του κείμενο, το οποίο αφορούσε στα καπνά του Αγρινίου και κατέκτησε ξεχωριστή θέση στην ιστορία της ελληνικής δημοσιογραφίας με τις συνεντεύξεις γνωστών προσωπικοτήτων των γραμμάτων και των τεχνών, οι οποίες δημοσιεύτηκαν στην προαναφερόμενη εφημερίδα από το 1893-94.

Από το 1896 ώς το 1900 ο Μήτσος Χατζόπουλος εξέδιδε το ετήσιο «Ημερολόγιον του ποδογύρου», το εξώφυλλο του οποίου φιλοτέχνησε ο νεαρός τότε Δημήτρης Γαλάνης και περιελάμβανε ευθυμογραφικά σκίτσα και σύντομες σκανδαλιστικές ιστορίες Ελλήνων και ξένων συγγραφέων με θέμα τον «ποδόγυρο». Γνωστότερο ωστόσο στην ιστορία των ελληνικών γραμμάτων έμεινε το περιοδικό «Ο Διόνυσος», που εξέδωσε το 1901 μαζί με τον Γιάννη Καμπύση.

Στον «Διόνυσο» δημοσιεύονταν λογοτεχνικά έργα και μελέτες παλαιότερων και συγχρόνων Ελλήνων, καθώς και Ευρωπαίων δημιουργών, καλύπτοντας ουσιαστικά το κενό της σύζευξης της ελληνικής με την ξένη λογοτεχνία και σκέψη που άφησε με το κλείσιμό του το περιοδικό «Η Τέχνη» που εξέδιδε ο μεγαλύτερος αδερφός του από το 1898 μέχρι το 1899. Και ο Μήτσος Χατζόπουλος και ο Γιάννης Καμπύσης συντάχθηκαν προγραμματικά με το ευρύτερο εγχείρημα της αναγέννησης των πνευματικών δυνάμεων της χώρας που επιδιώχθηκε μετά τον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897.[5]

Από την πρώτη δεκαετία του 1900 ο Μήτσος Χατζόπουλος συνεργάστηκε με τις περισσότερες εφημερίδες της εποχής του, όπως, Το Άστυ, Η Πόλις, Σκριπ, Ακρόπολις, Αθήναι, Χρόνος, Καιροί, Πατρίς, Πολιτεία, Νέα Ημέρα, Νέα Ελλάς, Η Καθημερινή, Ελεύθερος Λόγος, Πρωτεύουσα, Αθηναϊκή, Εσπερινή, Ανεξάρτητος, Έθνος κ.ά. Δημοσίευε αρκετά χρονογραφήματα ημερησίως και χρησιμοποιούσε ποικίλα ψευδώνυμα: Μποέμ, Αρίστιππος, Πεζοπόρος, Πολυντώρ, Συμπολίτης, Εις, Ένας, Αττικός, Ανωφελής, Καρυοθραύστης, Αθηναίος, Σιμπιλιτσίσσιμους, Πρωτεύς, Αναστάσιος Πεζοπόρος, Οδοιπόρος κ.ά.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του εγκατέλειψε τη δημοσιογραφία και διορίστηκε ανώτερος υπάλληλος της Αγροτικής Τράπεζας. Πέθανε στις 23 Σεπτεμβρίου 1936 στις Σέρρες, όπου και κηδεύτηκε, κατά τη διάρκεια μιας περιοδείας του στη βόρεια Ελλάδα.

Ιδεολογικοί, γλωσσικοί και λογοτεχνικοί προσανατολισμοί

Ο Χατζόπουλος ασπάστηκε στην αρχή του 20ού αιώνα τις φιλοσοφικές απόψεις του Friedrich Wilhelm Nietzsche, οι οποίες την περίοδο ε-κείνη γνώριζαν μεγάλη απήχηση στην ελληνική διανόηση.[6] Η προώθηση του έργου και της σκέψης του Nietzsche πρωτίστως αλλά και δευτερευόντως του λογοτεχνικού έργου του Henrik Ibsen αποτέλεσαν ευρύτερους στόχους του «Διόνυσου», οι οποίοι για να γίνουν κατανοητοί πρέπει να τοποθετηθούν μέσα σε ένα ευρύτερο κλίμα ανασυγκρότησης της πνευματικής ζωής που είχε ανάγκη η χώρα, αμέσως μετά τον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897.

Από το Νίτσε στο σοσιαλισμό

Την ίδια περίοδο ο Χατζόπουλος, μετά από ένα ταξίδι του στη Γερμανία απ’ όπου επέστρεψε το 1903, στρέφεται στο σοσιαλισμό. Φυσικά αυτό, σήμερα, μπορεί να ακούγεται οξύμωρο, αλλά η προσχώρηση στις σοσιαλιστικές ιδέες παράλληλα ή έπειτα από την υποστήριξη της ελιτίστικης νιτσεϊκής φιλοσοφίας, δεν ήταν ασυνήθιστο για το ελληνικό πνευματικό πλαίσιο εκείνης της εποχής. Ανάλογα λοιπόν και ο Χατζόπουλος προσανατολίζεται συνειδητά τα χρόνια αυτά στην κατεύθυνση του σο-σιαλισμού.

Ο αναρχοσυνδικαλισμός

Από την εποχή της συνεργασίας του με την εφημερίδα Άστυ, το 1894, ο Μήτσος Χατζόπουλος αρχίζει να ασχολείται διεξοδικά με τα εργατικά επαγγέλματα της ελληνικής πρωτεύουσας, τις ανθυγιεινές συνθήκες εργασίας, τα προβλήματα στέγασης και διατροφής των εργατών, τα σωματεία και τις απεργίες. Στη στήλη του «Αι Εργαζόμεναι Αθήναι» καταγράφει κάποια πολύτιμα στατιστικά στοιχεία για τα αθηναϊκά εργοστάσια, τους εργάτες και τις εργάτριες ορισμένων κλάδων, τα ημερομίσθια, την παραγωγή, ενώ αναφέρεται και στην ιστορική εμφάνιση μερικών επαγγελμάτων. Ιδιαίτερη συμπάθεια εκδηλώνει για τους τυπογράφους, που αρκετοί είναι «σοσιαλισταί» και οι «περισσότερον ανεπτυγμένοι» από τους άλλους εργάτες, ενώ εξαίρει τη σωματειακή τους οργάνωση και τον απεργιακό τους αγώνα για την αύξηση «κατά 50% του ημερομισθίου των».[7]

Για τα πολυάριθμα εργατικά ατυχήματα, ο Δημ. Χατζόπουλος επισημαίνει, ότι δεν λαμβάνεται καμιά πρόνοια ή προστασία. Τραγική είναι η κατάσταση των οικοδόμων, που τραυματίζονται κατά την εκτέλεση της εργασίας τους. Εγκαταλείπονται χωρίς ιατρική περίθαλψη, αποζημίωση ή σύνταξη και ζουν «επαιτούντες». Ασύδοτη εξάλλου είναι η εκμετάλλευση της γυναικείας και παιδικής εργασίας στους διάφορους τομείς της. Για όλες αυτές τις κατηγορίες των εργαζομένων ο νεαρός Χατζόπουλος μιλάει με την ίδια κοινωνική ευαισθησία. Τα κείμενά του, που διακρίνονται και για την ποιότητα του λόγου, δείχνουν ακόμα μια ψυχική επαφή με το αντικείμενό του, πέρα από την κοινωνική προσέγγιση και τη γνωσιακή του ενημέρωση για τα εργατικά επαγγέλματα.

Οι εμπειρίες και οι γνώσεις που συγκομίζει ο Δημ. Χατζόπουλος από τη μελέτη της ζωής και των προβλημάτων των Ελλήνων εργατών, αποτελούν ως ένα βαθμό τις πρώτες καταβολές για την κατοπινή ιδεολογική του πορεία. Όταν ο ίδιος μεταβαίνει αργότερα στη Γερμανία, έχει ήδη μια συγκεκριμένη εικόνα για την κατάσταση της εργατικής τάξης στην Ελλάδα. Έτσι έλκεται ευκολότερα προς το σοσιαλισμό. Μελετάει διάφορα μαρξιστικά κείμενα και οι άμεσες γνώσεις του από «τάς εργαζομένας Αθήνας» αξιολογούνται στο πλαίσιο μιας κοινωνιστικής αντίληψης.

 

 

Κατά την παραμονή του στο Βερολίνο, το 1910, δραστηριοποιείται στους κόλπους του εργατικού συνδέσμου Πρόοδος, κάνοντας διαλέξεις περί συνδικαλισμού και σοσιαλισμού. Ο ιδεολογικός δρόμος που ακολουθεί έχει το χαρακτηριστικό μιας ιδιαίτερης τάσης μέσα στο ελληνικό εργατικό κίνημα. Όταν μάλιστα ο Γιαννιός προτείνει στον Κώστα Χατζόπουλο να έρθει και να μπει επικεφαλής για τη συγκρότηση του Σοσιαλιστικού Κέντρου Αθηνών «ΣΚΑ», εκείνος του συστήνει ως συνεργάτη τον αδερφό του, που προετοιμάζεται να κατέβει από το Βερολίνο στην Ελλάδα. Aξίζει, όμως, στο σημείο αυτό, να παραθέσουμε ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Δημήτρη Χατζόπουλου «Σκέψεις επί της οργανώσεως»:

«Δεχόμενοι την αρχήν, ότι ο τρόπος της παραγωγής εκάστης κοινωνίας είνε εκείνος που κανονίζει και τον βαθμόν, την έντασιν και την έντασιν της πάλης των τάξεων, ευρίσκομεν, ότι η των τελευταίων δύο γενεών πάλη προσέλαβε διεθνή, οξυτάτην ομαδικήν επίθεσιν της εργατικής τάξεως κατά της κατεχούσης τάξεως, κατά της κεφαλαιοκρατίας, κατά του ισχύοντος επομένως συγχρόνου κρατικού καθεστώτος, εκ του γεγονότος, ότι ο τρόπος της παραγωγής μετεβλήθη εις όλας περίπου τας πολιτισμένας χώρας και τας υποτελείς εις ταύτας πολιτικό οικονομικώς, καθ’ ην περίπτωσιν απέκτησαν και αύται κατά ένα οιονδήποτε τρόπον την σύγχρονον νεωτεριστικήν παραγωγήν.

Τα φαινόμενα της βαθμιαίας ταύτης μεταβολής του τρόπου της παραγωγής, χρονολογούνται από πολύ μακρυτέραν εποχήν, αφ’ ότου διά των γενομένων ανακαλύψεων του θαλασσίου δρόμου των Ινδιών, της πυξίδος, της πυρίτιδας κ.τ.λ., κατέπεσε διά του επακολουθήσαντος μερκαντιλισμού, ως συνεπείας εκείνων, ο αυτόνομος οικονομικός βίος των ανεξαρτήτων μεσαιωνικών κοινοτήτων. Η εργατική τάξις πληθυνθείσα, οργανωθείσα, αποκτήσασα ισχυράν επιθετικήν μορφήν, προσέβαλε την κατέχουσαν αστικήν τάξιν, ήτοι την κεφαλαιοκρατίαν και το κράτος.

Το τι ζητεί η εργατική τάξις διά της επιθέσεώς της ταύτης γνωρίζωμεν εξ αυτής της φύσεως της πάλης τάξεως προς τάξιν, ζητεί την πλήρη επικράτησίν της, την υπόταξιν όλων των τάξε-ων εις την εξουσίαν της. Αυτή είνε η έννοια και η ουσία της πάλης της. Αι διάφοροι οικονομικοί σχολαί, δι’ ων αντιπροσωπεύεται η πάλη της εργατικής τάξεως, στηρίζονται επί της αυτής αρχής. Ότι η κατέχουσα τάξις δέον να καταπολεμηθή και να κατασυντριβή.

 

 

[…] Αι οικονομικοί σχολαί διεφώνησαν τόσον μεταξύ των, ώστε σήμερον έχομεν εκ μέρους μιας και της αυτής επιθετικής τάξεως, της εργατικής κατά της κρατούσης τάξεως, τεσσάρας ιδιαιτέρας κατευθύνσεις, τεσσάρας ιδιαιτέρας εργατικάς οργανώσεις, αι οποίαι δεν μάχονται μόνο κατά της κρατούσης τάξεως, αλλά και μεταξύ των. Με σφοδροτέραν μάλιστα ορμήν μάχονται εναντίον αλλήλων παρά κατά της κρατούσης τάξεως.

Διακρίνομεν ούτω, πλην του κρατικού σοσιαλισμού, όστις είναι συμβιβασμός της κρατούσης τάξεως μετά της εργατικής τοιαύτης, την οικονομικήν σχολήν των αναθεωρητικών σοσιαλιστών, την των σοσιαλδημοκρατών, την των συνδικαλιστών και την των αναρχικών σοσιαλιστών. Η τελευταία οικονομική σχολή υποδιαιρείται εις άλλας κατηγορίας, μεταξύ των οποίων η ενδιαφεροτέρα είναι η των αναρχικών κομμουνιστών.

Αι διάφοροι αυταί εργατικαί οργανώσεις, ιδιαιτέρας σχολάς αντιπροσωπεύουσι, περί των οποίων, καθ’ όσον δύναμαι να γνωρίζω, ωμίλησα προ ετών πρώτος εν Ελλάδι, με πλήρη α-νάλυσιν του προγράμματός των, κατά την πολεμικήν περίοδον της εποχής μας προσέλαβον τοιούτον εχθρικόν χαρακτήρα μεταξύ των, ως βλέπομεν από τα γεγονότα των ημερών μας, ώ-στε έφθασαν και εις ένοπλον ρήξιν μεταξύ των. Δεν έχομεν, λοιπόν, πλέον «ενιαίαν εργατικήν τάξιν», αλλά διαιρέσεις ταύτης, των οποίων η επιθετική και αμυντική ορμή ενετάθη εφ’ όσον ο οικονομικός αγών των προσέλαβε και έντονον πλέον πολιτικόν χαρακτήρα εις την πράξιν.

Ο σοσιαλισμός ίσταται εχθρικώτατα αντιμέτωπος του συνδικαλισμού και έτι εχθρικώτερον μάχεται κατά του κομμουνιστικού αναρχισμού. Η ενότης της εργατικής τάξεως διεσπάσθη, αίμα επότισε τας διαφοράς μεταξύ της και με την κοινωνικοοικονομικήν αφ’ ενός και την πολιτικήν εξ άλλου μετάπλασιν, ήτις συνέβη και συμβαίνει ταύτην την στιγμήν, ευρισκόμεθα προ ανασχηματισμού νέων τάξεων, προ εκδηλώσεως δηλαδή νέου καταρτισμού ομαδικών ενώσεων, κινουμένων όλων προς τον σκοπόν να κατακτήσουν το κράτος, είτε δια να επιβάλλουν συγκεντρωτικήν οργάνωσιν εις αυτό, είτε να το διαλύσουν διά της εισαγωγής αποκεντρωτικού οικονομικοκοινωνικού συστήματος εις την παραγωγήν και τον καταμερισμόν της εργασίας.

[…] Το οικονομικόν αίτιον παίζει σημαντικόν ρόλον εις την ιστορίαν της ανθρωπότητας, αλλά υφίσταται και τούτο τοιαύτας και τοσαύτας επιδράσεις πολιτικών, θρησκευτικών, κλιματολογικών, γεωγραφικών, πατριωτικών, ψυχικών, πνευματικών, ηθικών συλλήβδην αιτιών, ώστε εις το λαμβανόμενον υπ’ όψιν και της ψυχολογίας, των ηθών, εθίμων και παραδόσεων ατόμων και ομάδων, ο περίφημος «Ιστορικός υλισμός» ωχριά προς της αιωνίως ανήσυχου γνώσεως και της κριτικής ταύτης.»

Γλωσσικοί και λογοτεχνικοί προσανατολισμοί

Η εξέλιξη των γλωσσικών και λογοτεχνικών προσανατολισμών του Χατζόπουλου στη συγγραφική πορεία του,  καθορίζεται από δύο βασικές περιόδους. Η πρώτη ξεκινάει το 1890 και τελειώνει το 1902, ενώ η δεύτερη ξεκινάει το 1903 και τελειώνει με το θάνατό του το 1936. Κατά την πρώτη περίοδο εμφανίζεται και καθιερώνεται το λογοτεχνικό του έργο, ενώ κατά την δεύτερη το βάρος πέφτει κυρίως στη δημοσιογραφία. Από τις συλλογές των διηγημάτων του της πρώτης περιόδου είναι ξεκάθαρη η εναρμόνισή του με τις λογοτεχνικές τάσεις της εποχής του, όπως πρωτίστως η αγροτική ηθογραφία και δευτερευόντως η αστική ηθογραφία.

Μετά την έκδοση της συλλογής «Διηγήματα του ποδογύρου» ο Χατζόπουλος στράφηκε σε πλατύτερες πνευματικές και λογοτεχνικές φιλοδοξίες. Τα άρθρα, οι μελέτες και τα διηγήματα που δημοσίευσε ο συγγραφέας στο «Διόνυσο» φανερώνουν τις πνευματικές του μεταλλαγές και επιδιώξεις. Σ’ αυτά, ο Χατζόπουλος δεν αμφισβήτησε μόνο την αι-σθητική αξία της ηθογραφικής παραγωγής, αλλά και το γλωσσικό όργανο που χρησιμοποιούσαν οι ηθογράφοι εκείνη την περίοδο, την ψυχαρική δημοτική. Από τα άρθρα του επιτέθηκε δριμύτατα εναντίον των γλωσσικών απόψεων του Γιάννη Ψυχάρη και των οπαδών του, η υπερβολή των οποίων οδήγησε στο γύρισμα του 20ού αιώνα αρκετούς διανοούμενους και δη δημοτικιστές σε εκ νέου στροφή προς μετριοπαθέστερες γλωσσικές αρχές.

 

 

1. Κ. Σ. Κώνστας, Χρονικά της νέας ελληνικής λογοτεχνίας. Οι γυμνασιακές σπουδές του Κώστα Χατζόπουλου, Νέα Εστία, τόμ. 52, τχ. 603 (15/8/1952) σελ. 1102-1104. – Βλ. επ. Τ. Καρβέλης, Η παλαιότερη πεζογραφία μας. Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο (1900-1914), Αθήνα, Σοκόλης, 1997, Δημήτριος Χατζόπουλος, τόμ. Ι΄, σ. 50 | 2. Μποέμ, «Μ. Jean Psichari – Γιάννης Ψυχάρης, (Εξομολογήσεις ενός συγγραφέως που απετίναξε από τον εαυτόν του πρώτος εις την Ελλάδα τον Ψυχα-ρισμόν), Ο Διόνυσος, τόμ. Α΄, τχ. 4 (20/10-2/11/1901), σελ. 233 | 3. Σκριπ, 5/10/1895, αρ. 33, σελ. 3 | 4. Γρ. Ξενόπουλος, Άπαντα, τόμ. Α΄, Αθήνα, Μπίρης 1969, σελ. 272 | 5. Χ. Λ. Καράογλου, Ο Διόνυσος, Ο Διόνυσος (1901-1902), Αθήνα ,Διάττων, 1992, σελ. 9-38. Επίσης, στις σελ. 55-56 παρατίθεται κατάλογος των δημοσιεύσεων του Χατζόπουλου στο περιοδικό | 6. Δ. Ν. Λαμπρέλλης, Η επίδραση του Νίτσε στην Ελλάδα. “Τέχνη” και “Διόνυσος”, Βλαστός και Καζαντζάκης, Αθήνα, Παπαζήσης, 2009. | 7. Το Άστυ, φ. 1160 (16.2.1894), σελ. 1 – 2

Φωτογραφία εξωφύλλου: Ο Μήτσος Χατζόπυλος σε ένα κολάζ φωτογραφιών με τον πατέρα του Γιάννη Χατζόπουλο και τη μητέρα του Θεοφάνη Στάικου


AgrinioStories | αρχείον Αγρινίου