5 Ιουνίου 2023

Μίνως Ζώτος: Ο ποιητής με τη θλιμμένη φάτσα

«Ο Ζώτος, αν δεν έχει να παρουσιάσει πολύχρονη εργασία και τίτλους πολυσήμαντους,
δεν πέρασε όμως ούτε μέρα χωρίς να δώσει μια σκέψη του στην ποίηση»

  • Σύνταξη: Σωτήρης Τριβιζάς

Ανάμεσα στους θαμώνες του καφενείου «Μπάγκειον», τόπου συνάθροισης της καλλιτεχνίζουσας νεολαίας την περίοδο του Μεσοπολέμου, ο Ορέστης Λάσκος στο γνωστό του ποίημα συναριθμεί τον Μίνω Ζώτο. Με μερικές αδρές πινελιές, ο Λάσκος φιλοτεχνεί το πορτραίτο του «άρρωστου ποιητή με τη θλιμμένη φάτσα», που πέθανε φυματικός μόλις στα είκοσι εφτά του χρόνια. Στη σύντομη ζωή του και υπό την σκιά του επικείμενου θανάτου, γράφοντας διαρκώς «επί του πιεστηρίου» όπως παρατηρεί εύστοχα ο Τάκης Καρβέλης, ο Ζώτος πρόλαβε να τυπώσει δύο ποιητικές συλλογές και ν’ αφήσει μια τρίτη έτοιμη και τιτλοφορημένη στα χαρτιά του, η οποία εκδόθηκε σαράντα ολόκληρα χρόνια μετά τον θάνατό του.

”Η ποίηση υπήρξε λοιπόν το καταφύγιο και η παραμυθία του Ζώτου. Η ποιητική του διαμόρφωση συντελέστηκε υπό την επίδραση γνωστών ποιητών της ιδιαίτερης πατρίδας του, όπως του Χατζόπουλου και του Μαλακάση.”

Ο Μίνως Ζώτος γεννήθηκε στο Νεοχώρι της Παραχελωΐτιδας το 1905. Έμαθε τα πρώτα γράμματα στο χωριό του και ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές στο Ελληνικό Σχολείο του Αιτωλικού και στο Γυμνάσιο του Μεσολογγίου. Στα δεκαεφτά του χρόνια, όπως οι περισσότεροι εγγράμματοι νέοι της εποχής του, κατέφτασε στην Αθήνα για να σπουδάσει Νομικά. Διατελώντας υπό την υψηλή προστασία του Μιλτιάδη Μαλακάση, διορίστηκε στο Δήμο Αθηναίων ως βοηθός ταμία και απασχολήθηκε σ’ αυτή τη δουλειά μέχρι τον θάνατό του. «Είταν ο μόνος ποιητής, απ’ όσους εγώ έτυχα ως τα τώρα, που είχε στα χέρια του μπόλικους παράδες», σχολιάζει χαριτολογώντας ο φίλος του Γιώργος Κοτζιούλας.

Τα νομικά τα παράτησε σύντομα προτιμώντας να ζήσει μποέμικη ζωή, τακτικός θαμώνας των καφενείων και των καλλιτεχνικών κέντρων της Αθήνας. Σε κάποιο από αυτά τον θυμάται στον Απρίλη και ο Άγγελος Τερζάκης: «Και είταν άλλοι, ο Μίνως Ζώτος, αιώνια ερωτευμένος με μια κοπέλα που δεν την ήξερε και με τον Μαλακάση που έλεγε πως τον ξέρει». Την πιο παραστατική εικόνα του Ζώτου εκείνα τα χρόνια, τη δίνει ωστόσο ο Κοτζιούλας στο άρθρο που αφιέρωσε στον ποιητή και που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ρυθμός ένα χρόνο μετά τον θάνατό του: «Κοντό ανάστημα, πρόσωπο μελαχρινό, ωραία μαλλιά. Το μάτι τού γλύκαινε πιο πολύ την ήμερη όψη, μα κι’ έκοβε μαζί, διαπεραστικό.

Φοριόταν πάντα του καλά και συχνά γύριζε ξεσκούφωτος. Είχε κέφι σχεδόν αδιάκοπο, μιλούσε και χαριτολογούσε ολωσδιόλου αβίαστα, κι’ όσο γι’ απαγγελία ποτέ δεν κουραζόταν να λέει ποιήματα, κουβέντιαζε μ’ ευκολία και χάρη, σωστός τεχνίτης του λόγου, κι’ ήταν ευχαρίστηση να τον ακούς, καθώς μάλιστα σπάνια θα τον έβλεπες ερεθισμένο. Σύχναζε ταχτικά στα καφενεία. Μαγερειό δεν άλλαζε – ήταν ανοικονόμητος, και με όλο το μισθό που έπαιρνε έμενε ολοένα χρεωμένος. Δεν πήγαινε σε διαλέξεις, ούτε σ’ εκδρομές.

 

 

 

Προτιμούσε τα φιλολογικά κέντρα των νέων –όταν υπήρχαν– και τις λέσχες των καλλιτεχνών, όπου βρίσκονται το περισσότερο κυρίες […]. Η ποίηση όμως τον είχε αφοσιωμένο της πιστό. Απ’ όλα τ’ αφηρημένα ονόματα που μοιράζουνται τη λόξα μας, μονάχα εκείνη κυβερνούσε την ψυχή του. Αυτό το τέρας που λέγεται φιλολογία αμφιβάλλω αν απομύζησε τόσο αίμα απ’ την καρδιά άλλων ομοτέχνων του. Άλλοι μπορεί να τύπωσαν περσότερα βιβλία, να δούλεψαν την τέχνη μ’ εφόδια μεγαλύτερα, να γέρασαν και ν’ άσπρισαν απάνου σε χειρόγραφα.

Ο Ζώτος, αν δεν έχει να παρουσιάσει πολύχρονη εργασία και τίτλους πολυσήμαντους, δεν πέρασε όμως ούτε μέρα χωρίς να δώσει μια σκέψη του στην ποίηση. Την αγαπούσε με το πάθος των νεανικών του χρόνων, με ανιδιοτέλεια και αυταπάρνηση, και ας μην είχε να περιμένει ανταπόδοση ικανή…»

Η ποίηση υπήρξε λοιπόν το καταφύγιο και η παραμυθία του Ζώτου. Η ποιητική του διαμόρφωση συντελέστηκε υπό την επίδραση γνωστών ποιητών της ιδιαίτερης πατρίδας του, όπως του Χατζόπουλου και του Μαλακάση. Από τους ποιητές της γενιάς του, ο Ζώτος είναι εκείνος που βρίσκεται εγγύτερα στην ποίηση των πρώτων μεταπαλαμικών, εγγύτερα δηλαδή στον γαλλικό συμβολισμό.

Τα ποιήματά του διατυπώνουν μια ψυχική κατάσταση χρησιμοποιώντας στοιχεία του εξωτερικού χώρου, ενώ αποδίδουν μεγάλη σημασία στη μουσικότητα και στην τεχνική αρτιότητα του στίχου. Ακόμη και τα μετρικά εργαλεία που χρησιμοποιεί ο Ζώτος (η συχνή χρήση του δεκαπεντασύλλαβου, το επιγραμματικό τετράστιχο) παραπέμπουν στον Μαλακάση και στην ποίηση της πρώτης μεταπαλαμικής γενιάς. Αργότερα, βέβαια, επηρεάστηκε και από ποιητές όπως ο Φιλύρας και ο Καρυωτάκης, που το άστρο τους τότε μεσουρανούσε. Ωστόσο υπάρχει μια ολοφάνερη διαφορά ιδιοσυγκρασίας.

Πάνω στο ζήτημα αυτό, ο επιμελητής των Απάντων του Κ. Σ. Κώνστας καταθέτει μια πολύτιμη παρατήρηση: «Το πεσσιμιστικό περιχαράκωμα του Καρυωτάκη τού είναι ξένο κι άγνωστο. Σε κείνον ο θάνατος έρχεται από μέσα, στον Ζώτο πάει να εισβάλη απ’ έξω». Για να το διατυπώσουμε αλλιώς, ο Καρυωτάκης ζώντας επιθυμούσε να πεθάνει, ο Ζώτος πεθαίνοντας επιθυμούσε διακαώς να ζήσει. Ιδωμένο κάτω από αυτό το πρίσμα, το κλίμα της μελαγχολίας στα ποιήματα του Ζώτου πηγάζει όχι από την άρνηση αλλά από τη λαχτάρα της ζωής. Η ποίησή του είναι ένας διαρκής αποχαιρετισμός στα πράγματα που δεν πρόλαβε να γευτεί, στον έρωτα που δεν πρόλαβε να ζήσει. Γιατί ούτε σ’ αυτό το θέμα στάθηκε τυχερός.

Ο στενός του φίλος Γιώργος Κοτζιούλας μας πληροφορεί σχετικά: «Είχε μεγάλη κλίση προς το φύλο της χάρης και της υποκρισίας, μα δεν έβρισκε από κει την ανταπόκριση που περίμενε. Εξόν από την αγράμματη νησιωτοπούλα που τον έκανε να μαρτυρήσει στα χέρια της και να της γράφει ακόμα και ποιήματα, τη Βέρα με τα μαύρα μάτια και το λαστιχένιο σώμα, με καμιάν άλλη δε συνδέθηκε στενά. Υπήρχαν στη ζωή του κι’ άλλοι σύνδεσμοι αισθηματικοί, αμφίβολοι όμως και εφήμεροι, χωρίς πάντως επιροή στην έμπνευσή του. Μολαταύτα όλα σχεδόν τα τραγούδια της δεύτερής του συλλογής είναι εμπνευσμένα από μια γόησσα, που και νάθελε δεν της επιτρεπόταν να δώσει πια δείγματ’ αγάπης, στη θέση που βρισκόταν».

Ο Κοτζιούλας αναφέρεται, φυσικά, στη Μαρία Πολυδούρη, στον κύκλο θαυμαστών της οποίας ανήκε και ο Μίνως Ζώτος. Από τις λίγες επιστολές που αντάλλαξαν μεταξύ τους, και που περιλαμβάνονται σήμερα στον τόμο των Απάντων, μπορούμε να πάρουμε μια ιδέα για τη φύση αυτής της σχέσης. Είναι χαριτωμένος ο τρόπος με τον οποίο η Πολυδούρη προσπαθεί να αποφύγει την ερωτική πολιορκία του Ζώτου – και συγκινητικός ο τρόπος με τον οποίο ο ποιητής επιχειρεί να σώσει τα προσχήματα, μονίμως υποσχόμενος ότι θα λύσει αυτή την πολιορκία και μονίμως αθετώντας τις υποσχέσεις του.

”Ο Ζώτος, αν δεν έχει να παρουσιάσει πολύχρονη εργασία και τίτλους πολυσήμαντους, δεν πέρασε όμως ούτε μέρα χωρίς να δώσει μια σκέψη του στην ποίηση. Την αγαπούσε με το πάθος των νεανικών του χρόνων, με ανιδιοτέλεια και αυταπάρνηση, και ας μην είχε να περιμένει ανταπόδοση ικανή.”

Στα ελληνικά γράμματα ο Μίνως Ζώτος εμφανίζεται επισήμως το 1923, σε ηλικία μόλις δεκαοκτώ ετών, με ένα ποίημα δημοσιευμένο στο περιοδικό Μούσα. Ακολουθούν σποραδικές δημοσιεύσεις στα περιοδικά Νεοελληνική Τέχνη, Νέα Εστία, Πνοή, Οι Νέοι, οι οποίες πυκνώνουν τη διετία 1927-1929, μέχρι που το 1929 εμφανίζεται υπό τον τίτλο Βήματα η πρώτη ποιητική συλλογή του. Το βιβλίο περιλαμβάνει τριάντα εφτά ποιήματα χωρισμένα σε δυο ενότητες.

Ο Κ. Σ. Κώνστας, με αγαθή πρόθεση ασφαλώς, αναφέρει ότι «για την αξία των ευοίωνων τούτων απαρχών του Ζώτου ομόφωνη στάθηκε και της σύγχρονής του κριτικής η αναγνώριση και των λογίων του καιρού του η γνώμη». Στην πραγματικότητα, το βιβλίο δεν προσέχτηκε πολύ. Αν εξαιρέσουμε την ευνοϊκή γνώμη μερικών ανθρώπων που ανήκαν στον στενό κύκλο του ποιητή (του Χαρίλαου Παπαντωνίου, του Σπύρου Παναγιωτόπουλου), η κριτική δεν αξιολόγησε θετικά το βιβλίο του Ζώτου. Ο Κλέων Παράσχος γράφει ένα σύντομο κριτικό σημείωμα στη Νέα Εστία, όπου του καταλογίζει πως «ο ποιητικός του κόσμος είναι φτωχός, ρηχός και ασυγκρότητος. Τίποτε βαθύ, τίποτε θερμό, τίποτε γνήσιο, τίποτε νέο και τολμηρό δε μας λέει». Είναι αλήθεια ότι πρόκειται για το πλέον αδύναμο βιβλίο του Ζώτου, παρόλο που περιλαμβάνει ορισμένα αληθινά ωραία ποιήματα, την «Προσδοκία ενός εραστού» λόγου χάριν ή τη «Μυστική συνάντηση», καθώς και κάποια λιτά και στιβαρά τετράστιχα που προοιωνίζονται την εξέλιξη του ποιητή.

Οι επιδράσεις ωστόσο παραμένουν ορατές και αναφομοίωτες, το προσωπικό ύφος βρίσκεται ακόμα υπό διαμόρφωση, η θεματογραφία είναι συνηθισμένη και αναπαράγει τους κοινούς τόπους της εποχής. Θα χρειαστεί να επανέλθει ο Ζώτος τον επόμενο χρόνο, με την ποιητική συλλογή Αφιέρωμα, για να θέσει σε πιο στέρεες βάσεις την ποίησή του. Το δεύτερο ποιητικό βιβλίο του Ζώτου περιλαμβάνει τριάντα δύο ποιήματα χωρισμένα σε δύο ενότητες. Στις σελίδες αυτού του βιβλίου βρίσκονται μερικά από τα ωραιότερα ποιήματα που έχει γράψει ο ποιητής, το περίφημο «Περιδέραιο» για παράδειγμα, το χειρόγραφο του οποίου, σύμφωνα με τον σχετικό θρύλο, έπεσε από τα χέρια του Μαλακάση όταν πρωτοδιάβασε το ποίημα.

Η ποίησή του Ζώτου εναρμονίζεται τώρα με το αισθητικό περιβάλλον της γενιάς του, προσεγγίζοντας την ποίηση του Καρυωτάκη και του Φιλύρα. «Εκείνο όμως που, κατεξοχήν, πρέπει να του προσμετρηθεί», σημειώνει ο Τάκης Καρβέλης στον τόμο των εκδόσεων Γαβριηλίδης όπου παρουσιάζει τον ποιητή, «είναι όχι τόσο η βαθμιαία εναρμόνισή του με την ποιητική ατμόσφαιρα της γενιάς του, όσο το ότι, υπό την επήρεια των πρωτοποριακών λύσεων του Φιλύρα και του Καρυωτάκη, προσπάθησε κι αυτός σε κάποια ποιήματά του να δώσει κάτι από τους νευρόσπαστους μορφασμούς του πρώτου και τις καινοτομίες στη γλώσσα και τη γραφή του δεύτερου». Ακόμα και ο Κλέων Παράσχος υποχρεώνεται αυτή τη φορά να βάλει νερό στο κρασί του.

Στην κριτική που δημοσιεύει στη Νέα Εστία, παραδέχεται ότι στο βιβλίο αυτό υπάρχουν ποιήματα «που δονούνται από κάποια συγκίνηση», επιμένοντας πάντως πως ο ποιητής συχνά «πέφτει θύμα του βερμπαλισμού και της θεματογραφίας, όπως και τόσοι άλλοι ομότεχνοί του». Και ο Παράσχος συνεχίζει: «Εκεί που, υπερνικώντας την επιτήδευση και την κομψολογία, ή και παρ’ όλη την επιτήδευση και την κομψολογία, κατορθώνει να μας πη κάτι προσωπικό, το λέγει με χάρη, με άνεση, με φινέτσα, κάποτε δε και με αρκετή δύναμη και θέρμη και με κάποια (σχετική φυσικά) πρωτοτυπία ακόμη».

 

 

Αν διαβάσει κανείς κάτω από τις γραμμές, λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπόψη του και τη γενικότερη στάση του Κλέωνος Παράσχου απέναντι στους επίγονους του Καρυωτάκη, θα διαπιστώσει ότι η κριτική, παρά το αυστηρό της ύφος, δεν είναι απορριπτική στο σύνολό της. Ο Παράσχος παραδέχεται εμμέσως πλην σαφώς ότι με το βιβλίο αυτό ο Ζώτος εισέρχεται στον καθαυτό χώρο της ποίησης. Ενώ όμως η ποίηση του Ζώτου φαίνεται να μπαίνει στην ώριμη φάση της, η αρρώστια του ποιητή επιδεινώνεται συνεχώς. Το φθινόπωρο του 1932 υποχρεώνεται να γυρίσει στο χωριό του, όπου πεθαίνει τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου.

Ο θάνατός του δεν πέρασε ούτε στα ψιλά των εφημερίδων. Ο αδελφός του Χρίστος ενημερώνει τη Μυρτιώτισσα για τον θάνατο του ποιητή με τα παρακάτω λόγια: «Ναι, έφυγεν ο Μίνως. Ήτανε 17 μέρες ο Δεκέμβρης. Ξεψύχησε στις 8 το πρωί. Ο θάνατός του ήταν το σβήσιμο ενός πουλιού, χωρίς την εκδήλωση της ελάχιστης αγωνίας».

”Μετά τον θάνατο του Ζώτου, ανάμεσα στα χαρτιά του βρέθηκε καθαρογραμμένη, ταξινομημένη και τιτλοφορημένη από τον ίδιο, η τρίτη του ποιητική συλλογή υπό τον τίτλο Σουρντίνα, ποιητικός καρπός των δύο τελευταίων χρόνων της ζωής του, που περιέχει μερικά από τα ωριμότερα ποιήματα του ποιητή. Δυστυχώς, παρά τη βούληση και τις προσπάθειες της οικογένειας, η συλλογή αυτή παρέμεινε ανέκδοτη επί σαράντα ολόκληρα χρόνια.”

Μετά τον θάνατο του Ζώτου, ανάμεσα στα χαρτιά του βρέθηκε καθαρογραμμένη, ταξινομημένη και τιτλοφορημένη από τον ίδιο, η τρίτη του ποιητική συλλογή υπό τον τίτλο Σουρντίνα, ποιητικός καρπός των δύο τελευταίων χρόνων της ζωής του, που περιέχει μερικά από τα ωριμότερα ποιήματα του ποιητή. Δυστυχώς, παρά τη βούληση και τις προσπάθειες της οικογένειας, η συλλογή αυτή παρέμεινε ανέκδοτη επί σαράντα ολόκληρα χρόνια. Στο διάστημα αυτό, ο φιλόλογος, ιστορικός και λαογράφος Κ. Σ. Κώνστας, στα χέρια του οποίου είχε περιέλθει το αρχείο του Ζώτου, με πυκνές δημοσιεύσεις σε εφημερίδες και περιοδικά ανακοινώνει τακτικά ανέκδοτα ποιήματα από το αρχείο του ποιητή είτε δημοσιεύει δικά του μελετήματα για τη ζωή και την ποίηση του Μίνου Ζώτου.

 

 

Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι χάρη στις δικές του άοκνες προσπάθειες διατηρήθηκε ζωντανή η μνήμη του ποιητή. Κάποτε, βέβαια, ο ενθουσιασμός παρασύρει τον Κώνστα σε αβλεψίες και λάθη, που εξακολουθούν να δημιουργούν κάποια σύγχυση μέχρι σήμερα. Η συμβολή του, ωστόσο, στη διάσωση και στη διάδοση του έργου του Ζώτου υπήρξε καθοριστική. Το 1972 εκδίδονται με δική του επιμέλεια, και δαπάνη της κοινότητας Νεοχωρίου Παραχελωίτιδος, τα Άπαντα του ποιητή.

Η έκδοση περιλαμβάνει αναλυτικό εισαγωγικό σημείωμα του επιμελητή, τις δύο τυπωμένες συλλογές του Ζώτου Βήματα και Αφιέρωμα, την ανέκδοτη έως τότε συλλογή Σουρντίνα, κάποια εκτός σειράς ποιήματα που δεν είχαν βρει θέση στα βιβλία του ποιητή, δύο κριτικές σελίδες (μια κριτική για ένα βιβλίο του Μανώλη Κανελλή και μια νεκρολογία της Μαρίας Πολυδούρη), τη διασωθείσα αλληλογραφία από και προς τον Μίνω Ζώτο και αναλυτική βιβλιογραφία των ετών 1923-1972. Η έκδοση των Απάντων ανέστησε εκ νεκρών τον Ζώτο και αναζωπύρωσε το ενδιαφέρον για τη ζωή και για το έργο του. Αν υπάρχει σήμερα το όνομά του στις γραμματολογίες και στις ανθολογίες μας, οφείλεται στην έκδοση αυτή.

Περίπου μισόν αιώνα αργότερα, χάρη στη φροντίδα και στις δαπάνες της επ’ αδελφή ανιψιάς του ποιητή κυρίας Ειρήνης Αλετρά και του συζύγου της κυρίου Χρήστου Μαρούδα, έχουμε τη χαρά να κρατάμε στα χέρια μας μια νέα έκδοση των Απάντων του Μίνου Ζώτου. Μια έκδοση πολυτελέστατη, αληθινό κόσμημα από τυπογραφικής άποψης, που έρχεται να προσθέσει νέα στοιχεία στη ζωή και στο έργο του ποιητή. Η διακριτική επιμέλεια του τόμου είναι του Γιώργου Πιτσινέλη.

Σε γενικές γραμμές το βιβλίο ακολουθεί τη διάρθρωση της έκδοσης του Κώνστα, το ενδιαφέρον όμως της νέας έκδοσης των Απάντων βρίσκεται στο γεγονός ότι ο επιμελητής αξιοποιεί εδώ το αρχείο σημειώνοντας τις διάφορες παραλλαγές των στίχων, τα διάφορα στάδια γραφής των ποιημάτων, επιτρέποντας μας έτσι την καταβύθιση στα άδυτα του εργαστηρίου του ποιητή. Με αυτό τον τρόπο μπορούμε να παρακολουθήσουμε την εξέλιξη της ποιητικής του Ζώτου, τις λύσεις που επιλέγει ως προς την οριστική μορφή του ποιήματος, τη σταδιακή του ωρίμανση σε επίπεδο γλώσσας και τεχνοτροπίας.

Η νέα έκδοση των Απάντων εμπλουτίζεται επίσης με δώδεκα αδημοσίευτα ποιήματα (εννιά πρωτότυπα και τρεις μεταφράσεις), με έναν σημαντικό αριθμό ανέκδοτων επιστολών που μας επιτρέπουν να γνωρίσουμε λεπτομέρειες από τη ζωή του και να εμβαθύνουμε στην προσωπικότητα του ποιητή, καθώς και με σπάνιο, και άγνωστο έως τώρα, φωτογραφικό υλικό. Πρόκειται για ένα βιβλίο αναφοράς, για ένα έργο που ξαναφέρνει στο προσκήνιο έναν άδικα παραγνωρισμένο και παρ’ ολίγον λησμονημένο ποιητή, που έπαιξε σημαντικό ρόλο στα γράμματα της εποχής του και που είχε την ατυχία να τον βρει ο θάνατος πάνω στην πιο δημιουργική του στιγμή.

 

 

 


AgrinioStories | Πηγή