11 Αυγούστου 2022

Μεσολόγγι – Η Γοητεία της ρηχής θάλασσας

Για να πας στο Μεσολόγγι
και να αισθανθείς και το ύφος του και το νόημά του,
δεν είναι ανάγκη να ξέρεις την ιστορία του

  • γράφει ο Αθανάσιος Δημητρούκας
    με τη ματιά του Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου

Δύο μεγάλες δυνάμεις δημιουργούν και διατηρούν την ομορφιά του Μεσολογγίου: η φύση και η ιστορία. Η πρώτη δεν έκαμε καμιά ηρωική προσπάθεια, για να πλάσει τον τόπο˙ έτσι δεν παρουσίασε κατόρθωμα από κείνα που βγαίνουν στο φως από τα τεράστια δημιουργικά ξεσπάσματά της˙ αφέθηκε στην τυχαία φορά της οκνηρίας της˙ κ’ είναι έργο οκνηρίας πραγματικά το χώμα, το βουνό, η θάλασσα, ο γεωγραφικός διαμελισμός, ο αέρας και η διάθεση του Μεσολογγίου. Με τούτη την πρόσθετη παρατήρηση: πως ακριβώς όλο αυτό το αποτέλεσμα της δημιουργικής αμεριμνησίας σχημάτισε την ιδιοτυπία της πολιτείας και την απαράμιλλη ομορφιά της. Η άλλη, η ιστορία, έργο ανθρώπων, γέμισε το φυσικό αριστοτέχνημα  της τύχης με νόημα που δεν αφήνει ασυγκίνητη καμιά καρδιά. Γιατί μένει πάντα και καταπληκτικό και παράδοξο, πως αυτό το «λιμνοχώρι», καθώς ετυμολογείται το Μεσολόγγι (Messo laghi), το άγνωστο στην αρχαιότητα, το ανύπαρκτο στους χρόνους των βυζαντινών κατορθωμάτων, το ασήμαντο και ταπεινό στους πρώτους καιρούς της σκλαβιάς, μπόρεσε να κλείσει μέσα στα χαμηλά του οχυρώματα όλη την ύπαρξη, όλη τη φλογισμένη ψυχή του Έθνους και να γίνει σύμβολο και ορόσημο, τόπος της εθνικής μνήμης και της κατανυκτικής  προσευχής.

Η ρηχή θάλασσα και ο πράσινος βάλτος είναι τα στοιχεία που κυριαρχούν στη φυσική του κατασκευή. Και τον αισθάνεται ο ταξιδιώτης τον αέρα του βάλτου, μόλις ξεκαμπίσει από τη δροσάτη κλεισούρα του Αρακύνθου, κατεβαίνοντας από την Αιτωλία της λίμνης προς την Αιτωλία της λιμνοθάλασσας, μόλις πατήσει το πόδι του στο απόκρημνο Κρυονέρι, στις ρίζες της τραχιάς Βαράσοβας αγγίζοντας τα κράσπετα της θρυλικής τούτης γης από το μέρος της γαλάζιας θάλασσας του Πατραϊκού κόλπου του Κορινθιακού και τ΄ ολόφωτο θαύμα του Ιονίου. Τον αισθάνεται και τον παίρνει μαζί του. Κι όταν βρεθεί σ’ άλλους τόπους, σ’ άλλες πολιτείες, δεν παύει να συλλογιέται το Μεσολόγγι. Γιατί είναι θαυμάσιο και σχεδόν ακατανόητο, πως όλα ηρεμούν και γαληνεύουν ξαφνικά σ’ αυτό το σχεδόν απίθανο λιμνοχώρι: σαν ο άνθρωπος να ζει μονάχα με τον ίσκιο του και να μην ανήκει ούτε στο παρόν, ούτε στο παρελθόν, ούτε στο μέλλον, παρά σε μια στιγμή του χρόνου απροσδιόριστη , γεμάτη και νοσταλγία και προσδοκία.

 

 

Η ενέργεια και η ενάργεια, το πάθος και η δραστηριότητα, η ανησυχία και το ξέσπασμά της, παίρνουν τον τόνο ενός αρχαίου καμάτου αντίκρυ σ’ αυτή τη θάλασσα, που τη σημαδεύουν οι ανάλαφρες γαϊτες και που τη διασχίζουν οι ψαροκαλύβες οι θαλασσοχτισμένες, επιβιώσεις των προϊστορικών εκείνων πασσαλοκτίστων λιμναίων συνοικισμών, που νομίζει κανείς πως ξεσηκώθηκαν από κάποια σελίδα της αρχαιολογίας, για να σχηματίσουν την πιο απίθανη πραγματικότητα. Δεν ξέρω, αν γελιέμαι: αν βλέπω τα πάντα, και την πολιτεία και τους ανθρώπους της και το περιβάλλον της, με την δράση φορτωμένη από την ιστορία και την παράδοση, μα το Μεσολόγγι μου δίνει πάντα την εντύπωση ενός αβέβαιου κόσμου, που αγωνίζεται να ξεκολλήσει από την ιστορία και να συνταιριάσει το κουρασμένο του βήμα με τη ζωντανή και ζεστή πραγματικότητα. Κ’ ίσως από τούτο να προέρχεται η ιδιαίτερη γοητεία του τόπου, η γοητεία που κάνει το Μεσολογγίτη να είναι περήφανος για τον τόπο του και τον ξένο να μη μπορεί να σταθεί αδιάφορος και ασυγκίνητος στο θέαμά του.

Για να πας στο Μεσολόγγι και να αισθανθείς και το ύφος του και το νόημά του, δεν είναι ανάγκη να ξέρεις την ιστορία του. Είναι πρόθυμο να σου τη μάθει το ίδιο. Θα τη βρεις μπροστά σου, σε κάθε βήμα σου, και δεν θ΄ αργήσεις να καταλάβεις πως βρίσκεται σ’ ένα μουσείο, όπου η ιστορία και η δόξα μένουν πάντα ολοζώντανες, γιατί δεν πήραν την ακαμψία και την εντάφια σκόνη των νεκρών αριστοτεχνημάτων. Και θα αισθανθείς πολλή έκπληξη, αν τύχει να πληροφορηθείς πως η πολιτεία αυτή που διατηρεί στις φλέβες της την αγνότερη και ηρωικότερη ουσία του έθνους, δεν υπήρξε κτίσμα ελληνικό, μα συνοικισμός Δαλματών ψαράδων και πειρατών, που κατέβηκαν ίσαμε τις εκβολές του Αχελώου, για να σώσουν την ταπεινή ύπαρξή τους και για να πλουτήσουν με το χρυσάφι της λιμνοθάλασσας τα πολύτιμα και τ’ αφθονότατα ψάρια της.

Πέρασε κάμποσος καιρός και χρειάστηκε η συρροή κι άλλων κατοίκων, ντόπιων από τους γύρω κάμπους, για ν’ αποκτήσει ο τόπος την ελληνική του συνείδηση. Η πρώτη φορά που βρίσκεται γραμμένο στην ιστορία τ’ όνομα του Μεσολογγίου δεν αναφέρεται σε πολύ μακρινούς καιρούς: μόλις στα 1571, στην εξιστόρηση της φημισμένης ναυμαχίας της Ναυπάκτου. Μα δεν περνούν αγεφύρωτα διαστήματα χρόνου και δείχνει ολοζώντανη και την παλικαριά του και την ακοίμητη φιλοπατρία του. Τα Ορλώφεια (1770) το βρίσκουν επαναστατημένο κ’ έτοιμο να προσφέρει το ολοκαύτωμά του στη μεγάλη υπόθεση του Έθνους. Μένει αλησμόνητη πάντα η θυσία του Γρίβα και του Γουλιμή, που σκοτώθηκαν μαζί με τους τριακόσιους συντρόφους τους στο Αγγελόκαστρο, πολεμώντας έξι χιλιάδες Τούρκους. Οι Θερμοπύλες του Αγγελοκάστρου.

Τον ίδιο καιρό, και μάλιστα στις 10 Απριλίου, που είναι η μοιραία μέρα του Μεσολογγίου, χάθηκε η ναυτική δύναμη της πολιτείας, συντριμμένη από την επιδρομή των εχθρών. Από τα Ορλώφεια ίσαμε την επανάσταση του 21 το Μεσολόγγι υπήρξε μια μεγάλη καρδιά ελληνική ένας τόπος που δούλευε με καρτερία κ’ ετοίμαζε τους πολέμαρχους και τους πολεμιστές, τα υλικά και τα πνευματικά θεμέλια και εφόδια της ανταρσίας. Από τη σχολή του, τη σχολή του Παλαμά, βγήκαν οι άνθρωποι με τη φωτισμένη και γυμνασμένη φιλοπατρία˙ και υπήρξε αξιοσημείωτο το γεγονός, πως οι περισσότεροι πρόκριτοι και πολέμαρχοι του Μεσολογγίου, αντίθετα προς τους άλλους της λοιπής Ελλάδας, είταν άνθρωποι γραμματισμένοι, ικανοί να γεμίσουν με υπέρτερο πνευματικό περιεχόμενο την πρωθόρμητη ηρωϊκή τους απόφαση.

 

 

Πώς να ξεχάσει ο περαστικός και τα πρόσωπα τούτα και τα περιστατικά τα θαυμάσια τη στιγμή που ανασαίνει τον αέρα της πολιτείας; Και πώς να μην τα μάθει και να μη τα αισθανθεί την ώρα που η κάθε πέτρα, το ταμπούρι και το κανόνι, το σπίτι και το πλάτωμα, η στεριά και η θάλασσα διατηρούν τόσο ακέρια και τόσο ανόθευτη τη μνήμη του μεγαλείου τους; Ο ρυθμός της σύγχρονης ζωής και οι σύγχρονοι άνθρωποι σβήνονται μπροστά του. Κ’ έρχονται να εξουσιάσουν τη φαντασία του, λυτρωμένη σε καθάριο φως, τα μεγάλα ονόματα και τα μεγάλα οράματα του παρελθόντος. Αυτό το παρελθόν το πρόσφατο και το πάντα ζωντανό είναι το Μεσολόγγι: η παράδοση, που προχωρεί ανάμεσα στους καιρούς και στο πείσμα καθ’ εναντιότητας, ντυμένη την αμόλυντη πορφύρα της ηρωικής ομορφιάς τη.

Ωστόσο, θα πρέπει να τη δούμε καλύτερα  αυτή την παράδοση, Γιατί η θυσία υπήρξε καταπληκτική και η αντίσταση καταπληκτικότερη, μα δεν είχε το χαρακτήρα ενός σκληρού και βάναυσου αγώνα. Το κυριότερο συστατικό της είταν η καρτερία. Δεν αποτελούσε ξέσπασμα. Είταν πάθος. Οι άνθρωποι που έπλασαν τη δόξα και την αθανασία του Μεσολογγίου, έξω από τους πολέμαρχους και τους οδηγούς, υπήρξαν άνθρωποι ταπεινοί και ασήμαντοι, βοσκοί και ψαράδες, μικρονοικοκύρηδες, η φτωχολογιά, ο ένας κι ο άλλος. Κ’ οι περισσότεροι απ’ αυτούς δεν είπαν: θα πολεμήσουμε. Είπαν: θ’ αντισταθούμε. Δεν είχαν ούτε φυσικά στηρίγματα ούτε βαριές αρματωσιές τέχνης  και πείρας, για να χτυπήσουν κατακέφαλα τον οργανωμένο και πολύβουλο εχθρό. Είχαν μονάχα την απόφασή τους και το κορμί τους. Κρατήθηκαν όσο μπόρεσαν και παράδωσαν το κορμί τους στην καταστροφή και την ψυχή τους στην αθανασία, όταν πια δε μπορούσαν. Έκαναν ποίηση, όχι μια πράξη ζωής˙ κ΄ είναι η ποίηση η πνευματικότερη και υψηλότερη μορφή ζωής˙ αυτό είναι το δίδαγμα, που αναδίνει και σήμερ’ ακόμα το Μεσολόγγι.

Κάθε φορά που βρίσκομαι στους δρόμους του, στα πλατώματά του, στη φημισμένη του ακροθαλασσιά, στον Κήπο, όπου αναπαύονται τα μακάρια οστά των ηρώων, αισθάνομαι να με συνεπαίρνει αυτός ο θαυμάσιος αέρας του τραγουδιού, η πιο στοχαστική και πιο καθαροφτέρουγη ποίηση, όλη η ποίηση. Κ’ είναι ο Κήπος των ηρώων το καλύτερο και το πνευματικότερο Μεσολόγγι, που προσφέρεται ατόφιο και πρόθυμο στη συγκίνηση του περαστικού. Οι Έλληνες κ’ οι φιλέλληνες, οι φημισμένοι κ’ οι ταπεινοί, οι ξεχωριστές προσωπικότητες κι ο ανώνυμος όχλος, τα λαμπρά μνημεία και τα κομμάτια του σίδερου, που έφαγε την τόλμη και την αντοχή της πολιτείας, οι μεγάλοι πνευματικοί άνθρωποι – ένας Μπάϋρον, και τ ΄αγράμματα παλικάρια, – ένας Μπότσαρης, οι σεβάσμιοι προεστοί – ένας Καψάλης, και τα μεγαλοδύναμα κι αποφασισμένα νιάτα – ένας Άστιγξ, όλοι ξυπνούν την μνήμη τους γεμάτη παλμούς και διδάγματα ανάμεσα σε ψηλόκορμα κυπαρίσσια και πολύχρωμα λουλούδια, που είναι πάντα ευωδιασμένα και πάντα ανοιξιάτικα. Πώς να ξεφύγει κανείς την αργή και υποβλητική γοητεία αυτού του Κήπου, τη γοητεία της ρηχής θάλασσας και του χαμηλού βάλτου, που ανασαίνουν όλα τον ανασασμό της λαμπρότερης αιωνιότητας. Όλα οι μούσες μπορεί να πεθάνουν. Μα η Μούσα του Μεσολογγίου δεν  θα πεθάνει ποτέ. Χέρσος κι ανώνυμος τόπος δεν θα γίνει ποτέ οι τάφοι των ηρώων˙ γιατί πάντα θα βρεθεί ένα χέρι πονετικό να τους φροντίζει και μια καρδιά ικανή να αισθάνεται το υπέρτερο νόημά τους. Και θα υπάρχουν πάντα νιάτα διψασμένα γι αναφτερώματα και λυτρωμούς, που θα΄ρχονται εδώ να μαθαίνουν την αξία της μεγάλης θυσίας και την περιφρόνηση της υλικής ύπαρξης.

Το αστραφτερό περιστατικό του 26 αφανίζει με την επιβολή του ότι άλλο μπορεί να θυμηθεί ο στοχαστικός ταξιδιώτης μπροστά στις πλαγιές του ήρεμου βουνού και στους σιγηλούς κάμπους με το σιτάρι και το τριφύλλι της μεσημβρινής αυτής Αιτωλίας. Από το Μεσολόγγι ίσαμε το Κρυονέρι, όπου κατεβαίνει κάθετη η Βαράσοβα στα νερά του Πατραϊκού, δεν υπάρχει τόπος για ξάφνιασμα και συγκίνηση. Τα χωριά είναι ασήμαντα και βυθισμένα στην καταλυτική θέρμη των βάλτων. Μονάχα τα καλύβια των βλάχων προσθέτουν ένα τόνο απλοϊκής γραφικότητας στη μονοτονία του γυμνού τοπίου. Μα δεν πρέπει να περάσει κανείς τη μεγάλη γέφυρα του Φίδαρη, χωρίς να θυμηθεί ότι κάπου στα μέρη τούτα, όχι πολύ μακριά από το ποτάμι., βρισκόταν άλλοτε πολιτεία από τις φημισμένες ανάμεσα στους Αιτωλούς και στην άλλη Ελλάδα, η Καλυδώνα. Κ’ εδώ δα ο ατρόμητος Μελέαγρος, ο γιος του Οινέα, κυνήγησε και σκότωσε μαζί με τους πιο γενναιόκαρδους πολέμαρχους της εποχής του τον κάπρο της Αρτέμιδος, που ερήμωνε τη χώρα. Κοντά του παράστεκε, πρώτη στην τόλμη κ΄ η αμαζονική εκείνη κόρη της χαρούμενης και της ολοφώτεινης αρκαδικής Τεγέας, η Αταλάντη. Ο Μελέαγρος κ’ η Αταλάντη. Νομίζω πως ταιριάζει πολύ καλά το μαγευτικό παραμύθι τους σ’ αυτούς τους τόπους της χαμηλής και μονότονης Αιτωλίας, που λες κι αναδίδει την πιο ειδυλλιακή απλοϊκότητα, ακριβώς για να κάμει πιο απίθανη και πιο καταπληκτική τη σελίδα του πάθους και του μαρτυρίου του Μεσολογγίου.

 


AgrinioStories