7 Οκτωβρίου 2022

Μάνος Κατράκης: «Περάσαμε των παθών μας τον τάραχο»

Μάνος Κατράκης
«Πορεύτηκα μάλλον έντιμα στη ζωή μου
Δεν έχω κάνει πολλές παραχωρήσεις»

Ο Μάνος Κατράκης γεννήθηκε στις 14 του Αυγούστου 1908 στο Καστέλι Κισσάμου Κρήτης κι έφυγε από τη ζωή στις 2 του Σεπτέμβρη 1984. Ήρθε στην Αθήνα το 1915. Πρωτοεμφανίστηκε επίσημα στο Θέατρο το 1926, στο έργο «Ερωτόκριτος». Στρατεύτηκε το 1940, πήρε μέρος στην Αντίσταση (ΕΑΜ), ενταγμένος στο ΚΚΕ, διώχτηκε, εξορίστηκε. Το 1981 τιμήθηκε με το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών. Συμμετείχε στο Εθνικό Θέατρο, στο Λαϊκό Κρατικό Θέατρο Βόρειας Ελλάδας, στην Αυλαία με τη Μαρίκα Κοτοπούλη κ.ά. Το 1954 εγκαινίασε με την Κυβέλη το Θέατρο Αθηνών. Το 1955 ίδρυσε το Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο και το 1977 το Μικρό Λαϊκό Θέατρο.

Θα γράψει σε πρόγραμμα παράστασης το 1955: «Πριν από τριάντα χρόνια αντίκρισα για πρώτη φορά τα φώτα της ράμπας από τη μικρή κι  αξέχαστη σκηνούλα του θεάτρου των «Νέων του Παγκρατιού». Ήταν μια νύχτα του Ιουνίου  του 1928. Γιάννης Ξανθάκης λεγόταν ο άνθρωπος που με πήρε απ’ το χέρι και με πήγε στο «Ντελίς», στην πρόβα του θιάσου, που έπαιζε κείνη την εποχή στο Παγκράτι υπό τους Παντόπουλο και Νικολόπουλο. Σήμερα, ύστερα από τρεις δεκαετηρίδες, έχω τη μεγάλη ευτυχία να διευθύνω το Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο…».

Ο Μάνος Κατράκης συνεργάστηκε με πολλούς από τους σημαντικότερους ηθοποιούς. Στο θέατρο ερμήνευσε ρόλους στα έργα: «Αγαπητικός της βοσκοπούλας», «Ο μονοσάνδαλος», «Το κορίτσι με το κορδελάκι», «Η Αντιγόνη της Κατοχής», «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», «Ο Καπετάν Μιχάλης», «Ιούλιος Καίσαρ», «Φουέντε Οβεχούνα», «Ενκαρνάδα», «Τέλος του ταξιδιού», «Ηλίθιος», «Χρυσό χάπι», «Οθέλλος», «Δον Κιχώτης», «Οιδίπους Τύραννος», «Προμηθέας Δεσμώτης», «Πέρσες», «Βασιλιάς Ληρ», «Φθινοπωρινό ταξίδι», «Τελευταίοι», «Ντα» κ.ά., ενώ έπαιξε σε δεκάδες κινηματογραφικές ταινίες.

Το 1984 θα παίξει στην ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου «Ταξίδι στα Κύθηρα» και στο θέατρο ανεβάζει με τον θίασό του και πρωταγωνιστεί στο «Ταμπού», έργο του Ιταλού συγγραφέα Νικόλα Μπανσάρι.

Σε συνέντευξή του στο περιοδικό Πολιτιστική θα μιλήσει για τις δουλειές που έκανε πριν το θέατρο, για το ξεκίνημά του στη σκηνή, για τις αντιζηλίες, τις αυλές, για την αγωνιστική ζωή του, τα κυνηγητά, τις εξορίες, για την πνευμονία που άρπαξε μετά από θητεία δεκαετιών στα υπόγεια θέατρα, για τη θεατρική παιδεία στην Ελλάδα, τους νέους, και τα σχέδιά του. Ο λόγος του είναι χειμαρρώδης, ασυγκράτητος, μα όχι φλύαρος, δομημένος στέρεα, μεστός και ουσιαστικός. Ένας Κατράκης αποκαλυπτικός, διδακτικός και απολαυστικός. Απολαύστε τον και εσείς.

 

Σε πρώτο πρόσωπο

 

Για τον Κατράκη

Το να μιλάει κανείς για τον εαυτό του είναι δύσκολο. Τι να σας πω; Εγώ είμαι ένα απλό παιδί. Ξεκίνησα απ’ το άκρο δυτικό της Κρήτης: μας έφερε η μάνα μου στην Αθήνα για να μας κάνει ανθρώπους. Πάρα πολλές ταλαιπωρίες και κακουχίες και δυστυχίες και κατατρεγμοί, λόγω της καταγωγής μας, που ’μαστε απ’ την Κρήτη, και με τα βενιζελοβασιλικά που όποιοι ήτανε Κρητικοί ήτανε κόκκινο πανί. Περάσαμε των παθών μας τον τάραχο, εδώ στην Παλιά Ελλάδα, που λέμε. Και καταλαβαίνετε ότι οι δυσκολίες της ζωής ήτανε τεράστιες και για να σπουδάσει κανείς και για να βρει το δρόμο του.

Εγώ βέβαια δεν ξεκίνησα για ηθοποιός. Δεν ήξερα καλά-καλά τι θα πει θέατρο. Ξεκίνησα για μια πιο θετική δουλειά. Δηλαδή στην αρχή ήμουνα αφιονισμένος με τη θάλασσα, ήθελα να γίνω ναυτικός. Κάναμε ένα γαμπρό που ανακατευόταν με τις οικοδομές, ήθελε να με κάνει μηχανικό οικοδομών, πήγα στο μικρό Πολυτεχνείο, δεν το τελείωσα, τελικά, συμπτωματικά τελείως, βρέθηκα στο θέατρο. Αυτά σας τα λέω τώρα με άλματα μεγάλα, τεράστια άλματα. Τελείως συμπτωματικά βρέθηκα στο θέατρο, σ’ ένα χώρο που δεν είχα καμιά οικείωση και μπορώ να πω ότι ακόμα δεν την έχω. Θέλω να πω ότι η νοοτροπία του θεάτρου δεν μ’ έχει αιχμαλωτίσει, δεν μ’ έχει πάρει με το μέρος της εντελώς. Όπως είναι οι τρόποι που μεταχειρίζονται οι άνθρωποι στο θέατρο. Όχι ότι είναι τρόποι ανεπίτρεπτοι, όχι, αλλά χρειάζεται κάποια ευελιξία, κάποια ανοχή πολλές φορές, ίσως, κάποια ένταξη σε κάποιο ρεύμα ή σε μια αυλή ενός ισχυρού θεατρικού παράγοντα.

Όταν ήμουν στο Εθνικό Θέατρο οι σκηνοθέτες μεταξύ τους είχαν αντιζηλίες, ο ένας είχε τη μία του αυλή, ο άλλος την άλλη του αυλή, οι διευθυντές είχαν τα σαλόνια τους με τις αυλές τους κλπ. Εγώ δεν ήμουνα ποτέ ικανός να ενταχθώ πουθενά. Και καταλαβαίνετε ότι όλη αυτή η ιστορία μου δημιούργησε κάποιες δυσκολίες. Μιλώντας για τον εαυτό μου και συνοψίζοντας αυτά πού σας λέω και με πολλά άλλα γεγονότα που για να τα πούμε χρειάζονται ίσως μέρες και όχι ώρες, εκείνο που μπορώ να πω για τον εαυτό μου υπεύθυνα ―χαίρομαι που είμαι σε θέση στα 75 μου χρόνια να το διαπιστώνω και να το λέω― είναι ότι η ζωή μου υπήρξε μια ζωή φαινομενικά ήρεμη, ουσιαστικά όμως φοβερά ανήσυχη, φαινομενικά ίσως λίγο άτονη, ουσιαστικά φοβερά έντονη και αγωνιστική.

Το συμπέρασμά μου είναι ότι πορεύτηκα μάλλον έντιμα στη ζωή μου, και στην πολιτική και στην ιδιωτική, και στην επαγγελματική μου ζωή. Και κει ίσως οφείλω ένα πάρα πολύ μεγάλο μέρος της σημερινής τοποθέτησης που έχει κάνει ο κόσμος στη δουλειά μου: στην εντιμότητά μου, στο ότι δεν είμαι άνθρωπος των παραχωρήσεων, των υποχωρήσεων. Παραχωρήσεις βέβαια και ο λεγόμενος «θεός» μπορεί να έχει κάνει, πολλές φορές για χάρη του υιού του Ιησού ή της παρθένου Μαρίας. Φυσικά κι εγώ πιθανόν να έχω κάνει μερικές παραχωρήσεις αλλά τέτοιες: «θεϊκές». Δεν έχω κάνει πολλές παραχωρήσεις. Αυτά μπορώ να σας πω για τον εαυτό μου, συνοψίζοντας τη ζωή μου.

 

 

Για το θέατρο

Δύσκολα χρόνια, πολύ δύσκολα. Πέρασα πάρα πολύ δύσκολες στιγμές. Ήρθαν στιγμές που ήμουν έτοιμος να τα παρατήσω, μάλιστα σε μια περίοδο τελείως καθοριστική της παραπέρα πορείας μου και της εξέλιξής μου. Ήτανε το 1946. Στο θέατρο «Ρεξ» έγινε ένας μικρός πειραματικός θίασος, παράρτημα του θιάσου της Μαρίκας Κοτοπούλη, με την επωνυμία «Αυλαία», και με την εμπνευσμένη διεύθυνση του Τάκη Μουζενίδη, ενός σκηνοθέτη που έμελλε να γίνει ο μόνιμος σχεδόν συνεργάτης μου στα κατοπινά χρόνια, όταν έκαμα το «Λαϊκό Θέατρο». Οφείλω πολλά στη συνεργασία μου, του «Λαϊκού Θεάτρου», με τον Μουζενίδη. Τότε λοιπόν ανεβάσαμε 4 έργα: τον «Δον Κάρλος» του Σίλερ, ένα έργο επαναστατικό, το έργο του Τσβάιχ, «Του φτωχού τ’ αρνί», επίσης προοδευτικό έργο, το επαναστατικό έργο είναι «Άνθρωπος του διαβόλου» του Μπέρναρντ Σω και το κορύφωμα, το επιστέγασμα της χρονιάς εκείνης ήτανε το εγχείρημα να ανεβάσουμε την «Τρικυμία» του Σαίξπηρ, που περιέχει έναν τεράστιο ρόλο, το ρόλο του Πρόσπερου, που είχε ανατεθεί σε μένα.

Εγώ ήμουνα βέβαια το βασικό στέλεχος της δουλειάς αυτής μαζί με άλλα αξιόλογα στελέχη, τον Νίκο Χατζίσκο, τον Νίκο Τζόγια, τον Γιώργο Δρακόπουλο, τον Κώστα Παππά και διάφορους άλλους. Ο ρόλος όμως έσπαγε κόκαλα, ήθελε πολλή πείρα, πολλή ωριμότητα και πολλά άλλα στοιχεία που έπρεπε να έχει ένας ηθοποιός. Με βασάνισε τόσο πολύ που κάποτε ορκίστηκα στον εαυτό μου και στο «θεό του θεάτρου» ―διότι ο «θεός του θεάτρου» είναι ξεχωριστός απ’ τους άλλους θεούς― ότι, αν αποτύχω, θα φύγω απ’ το θέατρο. Και πράγματι, βασανίστηκα πάρα πολύ για να βγάλω τον ρόλο. Το αποτέλεσμα ήταν, δυστυχώς, ευνοϊκό για τις τότε προσδοκίες μου. Γιατί λέω «δυστυχώς»; Είναι άλλο θέμα αυτό, δεν θα επεκταθώ. Θα το εξηγήσω με δυο λόγια μοναχά. Πέτυχα λοιπόν στον Πρόσπερο και φυσικά δεν έφυγα απ’ το θέατρο.

Είπα «δυστυχώς» γιατί όταν κανείς δουλεύει όπως δούλεψα εγώ ―και δουλεύουν κι άλλοι άνθρωποι βέβαια, δεν είμαι ο μόνος στο θέατρο― δεν χαίρεται ζωή. Δεν ζεις, δεν έχεις Κυριακή, δεν έχεις σχόλη, δεν έχεις γιορτή, δεν έχεις καθημερινή, δεν έχεις ανάπαυλα, δεν έχεις διακοπές. Η πρώτη φορά που επιχείρησα να κάνω διακοπές στη ζωή μου, πιστέψτε το, είναι τώρα. Κι αν σας πω ότι οι καλύτερες διακοπές μου ήταν η περίοδος της πεντάχρονης εξορίας μου; Παρά τους βασανισμούς, παρά τα μαρτύρια, παρά τις κακουχίες, πιστέψτε με, είχαμε κάποιες στιγμές που αναπνέαμε καθαρό αέρα, με καταλαβαίνεις; Εδώ δεν τις έχουμε ούτε αυτές τις στιγμές. Αυτό που σου λέω είναι γεγονός. Μπορεί στη Μακρόνησο να με λιανίσανε στο ξύλο, αλλά όταν την άλλη μέρα το πρωί ξύπνησα και πήρα μια βαθιά ανάσα, ανάπνευσα ιώδιο, αέρα καθαρό, και ο αέρας ο καθαρός και το ιώδιο, πίστεψέ με, ήταν τα γιατρικά και τα φάρμακά μας την εποχή εκείνη. Το παιδί όταν γεννιέται, και το βάζουν στα μπαμπάκια και το προσέχουν μην κρυώσει και το μπουμπουλώνουνε, γίνεται φιλάσθενο και ασθενικό. Όταν τ’ αφήνουνε στο χώμα γίνεται θηρίο.

Θα μου πείτε: τι θες Κατράκη τώρα, να γυρίσουμε πίσω στις πρωτόγονες… Όχι, αλλά ο άνθρωπος προσπαθεί ν’ αποφύγει ό,τι είναι δυνατόν, μπας και κρυώσει μπας και το ’να μπας και τ’ άλλο. Εδώ η φυσικοθεραπεία σήμερα σχεδόν κοντεύει να καταργήσει, ας πούμε, την επιστημονική φαρμακολογία. Δηλαδή όλες αυτές οι εκατοντάδες χιλιάδες τα φάρμακα που υπάρχουν, θα μπορούσαν να είχαν μειωθεί στο ελάχιστο αν ακολουθούσαμε μια φυσική ζωή οι άνθρωποι. Να μάθουμε ν’ αντέχουμε το κρύο, να μαθαίνουμε να περπατάμε, να μαθαίνουμε να γυμναζόμαστε λιγάκι, να μαθαίνουμε να τρώμε και όσπρια, και τη σαρδέλα και το μπιφτέκι, και το φιλέτο, να τρώμε κυρίως φυσικές τροφές, λάχανα, χόρτα, σπόρους. Δεν θα είχαμε τώρα το να περνάει η ζωή μας μέσα από ένα σάντουιτς ή από ένα τοστ με ζαμπόν και φρέσκο βούτυρο και κάτι πασαλειμμένες κονσερβοποιημένες κρέμες, που ποιος ξέρει τι προσθέτουν στον ήδη κλονισμένο οργανισμό μας. Τώρα γιατί σας τα λέω αυτά τα πράγματα. Δεν είμαι γιατρός. Αλλά για να σας δώσω να καταλάβετε τη δίψα μου να ζήσω κι εγώ κάποιες στιγμές όπως ονειρευόμουνα όταν ήμουνα παιδί, που ήμουνα φοβερά ελεύθερο παιδί και με πετροπολέμους και με εκδρομές και με φουτμπόλ και με πορείες και με ορειβασίες…

Όταν μπήκα στο θέατρο τα ’χασα όλα αυτά. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Κλείστηκα σ’ ένα κουτί, και μάλιστα αυτά τα τελευταία χρόνια στα υπόγεια αυτά, τα καταραμένα υπόγεια που λέγονται θέατρα, αυτά που θα ’πρεπε να είχαν απαγορευτεί δια νόμου, σαν χώροι που ενσταβλίζονται μέσα χιλιάδες άνθρωποι κάθε βράδυ και αναπνέουν ο ένας τα χνώτα του αλλουνού, χωρίς ούτε εξαερισμό καν. Ξέρετε ότι τα περισσότερα θέατρα, τα υπόγεια, έχουν αυτόματες αντλίες που δουλεύουν νυχθημερόν και βγάζουν τα νερά από κάτω; Εγώ εκεί έπαθα πνευμονία, στο «Μπροντγουαίη», εκεί πήρα πνευμονία. Διότι η αντλία ήτανε δίπλα μου. Αν σταματήσει μια στιγμή, πλημμυρίζει το θέατρο. Είμαστε 30 μέτρα κάτω απ’ την επιφάνεια του εδάφους. Και όλα τα θέατρα. Ποια να πάρουμε; Το «Μπροντγουαίη», του Χατζηχρήστου», το «Άλφα», του «Βεάκη» απέναντι, τα περισσότερα θέατρα είναι υπόγεια. Καταγώγια. Δεν είναι θέατρα αυτά. Εκεί μέσα περνάει η ζωή μας. Σε κάποια καμαρίνια στενά, ανύπαρκτα, με ανύπαρκτες συνθήκες διαβίωσης.

Λοιπόν, πώς να μη λαχταράω ν’ αναπνεύσω λίγον αέρα; Δυστυχώς δεν είχα αυτή τη χαρά. Δεν λέω, ορισμένοι συνάδελφοί μου τα καταφέρανε. Αλλά επειδή ήμουνα ίσως λιγάκι πιο ανήσυχος, οι ασχολίες μου ήταν πολύ περισσότερες, επεκτεινόντουσαν και έξω από την επαγγελματική μου ζωή, και στην πολιτική μου ζωή και γενικότερα στα κοινωνικά θέματα. Δεν είχα και θέατρο μόνιμο στην ΑΘήνα, μια στέγη μόνιμη, παρά ήμουνα σαν τον Θέσπη, πότε δω πότε κει, έκανα περισσότερο περιοδείες. Μες στην Αθήνα ελάχιστα έχω δουλέψει συστηματικά, να πω ότι έχω ένα θέατρο δύο τρία χρόνια, τέσσερα χρόνια και κάνω μια δουλειά. Εκτός απ’ τα τελευταία τρία τέσσερα χρόνια, που ήμουνα στο «Μπροντγουαίη» κι ανέβασα τρία τέσσερα έργα, μέσα σ’ αυτά και το «Ντα» και στέργιωσα.

Το θέατρο είναι περίεργο: μπορεί να είσαι πρώτης τάξεως θίασος, πρώτης τάξεως ηθοποιός, αλλά άμα δεν το ξέρουν το θέατρο, την πόρτα του θεάτρου, πού να σε βρούνε; Σε ψάχνουν εδώ, σε ψάχνουν εκεί. Όταν είσαι τον ένα χρόνο εδώ, δυο χρόνια δεν παίζεις στην Αθήνα το χειμώνα, μετά πας αλλού, άλλα τρία τέσσερα χρόνια δεν παίζεις, μετά πας αλλού… πού να σε βρούνε; Βλέπετε ο Κώστας Μουσούρης και η Μαρίκα Κοτοπούλη παλιά και η Αλίκη τώρα με το θέατρο που έχει, κι ο Ληναίος, που έχουνε χρόνια το θέατρό τους, έχουνε πλέον πελατεία, δημιουργούν πελατεία. Είναι όπως τα γνωστά μαγαζιά. Καταλάβατε; Είναι τα μαγαζιά. Το μαγαζί. Βέβαια όταν σπιθίσει ένα έργο, όταν είναι ένα έργο που θα κάνει αυτό που λέμε στο θέατρο «μπαμ», τότε στην άκρη τού κόσμου να είναι το θέατρο θα το βρούνε. Δεν θα ’ρθούνε βέβαια όσοι θα ερχόντουσαν αν ήταν σ’ ένα κεντρικό σημείο, αλλά πάντως θα ’ρθούνε. Δεν υπάρχει θέμα. Αλλά αυτό είναι σπάνιο. Δεν συμβαίνει συχνά στο θέατρο το «μπαμ». Μιλάω για το σοβαρό θέατρο, το θέατρο πρόζας. Δεν λέω ότι δεν είναι σοβαρό το λεγόμενο ελαφρό θέατρο, το μιούζικαλ ή η επιθεώρηση.

Απεναντίας. Κι αυτό σοβαρότατο θέατρο είναι. Όταν γίνεται σωστά είναι σοβαρότατο, πολλές φορές είναι σοβαρότερο από το λεγόμενο σοβαρά θέατρο. Θέλω να πω ότι έχει ίσως περισσότερες δυσκολίες. Ένα σωστό μουσικό θέατρο, με σωστούς ηθοποιούς του μουσικού θεάτρου. Οι ηθοποιοί αυτοί είναι άξιοι θαυμασμού. Διότι πρέπει να ξέρουν όχι μονάχα να μιλάνε, να αλλάζουν, και γρήγορα μάλιστα, χαρακτήρα και φάτσες, αλλά και να χορεύουν, να τραγουδάνε και χίλια δυο πράγματα να κάνουνε. Πράγματα που εμείς δεν ξέρουμε. Αν μας βάλετε εμάς, τους περισσότερους, να χορεύουμε, να τραγουδάμε, δεν ξέρουμε. Κακώς. Είναι θέμα παιδείας πλέον, θεατρικής παιδείας. Κακώς δεν το ξέρουμε. Εν πάση περιπτώσει έτσι συμβαίνει στην Ελλάδα.

 

 

Για την θεατρική παιδεία στην Ελλάδα

Η θεατρική παιδεία στην Ελλάδα είναι άθλια, σε γενικές γραμμές. Για μένα είναι απαράδεκτη. Και γι’ αυτό ήμουνα κι εναντίον της άδειας ασκήσεως επαγγέλματος του ηθοποιού, γιατί από κάθε σχολή, ανεξάρτητα από επάνδρωση ικανή να μορφώσει και να βγάλει σωστούς τεχνίτες του θεάτρου, έβγαινε το κάθε παιδί ηθοποιός. Έπαιρνε ένα χαρτί και σου λέει: γράφει ηθοποιός εδώ. Με το «ό,τι δηλώσεις» του Τσαρούχη γινόσουνα ηθοποιός, κατάλαβες; Λοιπόν, οι άνθρωποι αυτοί ήτανε ατελέστατα μορφωμένοι θεατρικά. Δεν μιλάω για όλες τις σχολές, αλλά για τις περισσότερες, τη συντριπτική πλειοψηφία των σχολών αυτών. Δεν είμαι εναντίον της θεατρικής παιδείας, μη γίνει παρεξήγηση. Απεναντίας μάλιστα. Είμαι υπέρ της θεατρικής παιδείας αλλά είμαι και υπέρ του περιορισμού των σπουδαστών στη θεατρική παιδεία και υπέρ της δυνατότητας της απορρόφησης των πτυχιούχων, αμέσως, σχεδόν, σε διάφορους θιάσους. Γιατί αλλιώτικα δημιουργούμε κηφήνες, ακαμάτες και αργόσχολους.

Πώς μπορούν τώρα να δουλέψουν οι κάπου 3.000 ηθοποιοί που υπάρχουν όταν δεν δουλεύουν πάνω από 500; Οι υπόλοιποι τι κάνουν; Δεν ξέρω τι κάνουν. Δεν είναι καλύτερα τα χέρια αυτά να μπουν ας πούμε δημιουργικά σε άλλες δουλειές, σε οποιαδήποτε δουλειά, σε άλλες επιστήμες, σε άλλα επαγγέλματα; Το σανίδι είναι γλυκό, δεν φεύγει κανείς εύκολα από το σανίδι. Δεν φτάνει το ταλέντο για να είσαι καλός ηθοποιός, για να μείνεις καλός ηθοποιός. Δεν λέω να γίνουν όλοι πρωταγωνιστές, δεν γίνονται όλοι. Το θέατρο δεν ζει μόνο με πρωταγωνιστές, ζει και με βοηθητικά πρόσωπα, αλλά τα βοηθητικά πρόσωπα να ξέρουνε τι λένε, να ξέρουνε πού πατάνε, να ξέρουνε πώς τα λένε. Πρώτα πρώτα να ξέρουνε, να μαθαίνουνε την ελληνική γλώσσα. Γιατί σπάνια, λίγοι απ’ αυτούς μιλάνε ελληνικά. Μιλάνε παρεφθαρμένα ελληνικά.

Τριάντα σου λέει, φεγγάρι. Δεν είναι ούτε τριά-ντα, ούτε φε-γγάρι. Είναι τριάν-τα και φε(ν)γγάρι. Αυτό το ν, το μικρό αυτό γραμματάκι που λέγεται ν, ενδιάμεσα, στην εκφορά του λόγου, έχει πολύ μεγάλη σημασία για τη μουσικότητα, για τον ήχο και την αισθητική μιας γλώσσας. Στις ξένες χώρες, πάρτε την αγγλική σχολή ας πούμε, οι απόφοιτοι μαθητές μιας σχολής μιλάνε άπταιστα, αλάθητα τη γλώσσα τους, πολύ ωραία, καταλαβαίνεις τι λένε. Εδώ τρομάζεις να πάρεις μια φράση σωστή απ’ τη σκηνή, από πόσους ανθρώπους να πάρεις σωστή φράση; Πόσοι άνθρωποι μιλάνε σωστά στο ελληνικό θέατρο; Κατά τη γνώμη μου η θεατρική παιδεία είναι ελλειπής. Αν ιδρυθούν ακαδημίες σωστές, επανδρωμένες με σωστά στελέχη, πρέπει οι σχολές αυτές να διαλυθούν. Βέβαια ο ηθοποιός πρέπει να ’ναι ελεύθερος να διαλέγει τη σχολή του και που θα πάει να σπουδάσει. Όσα χρόνια θέλει να σπουδάζει. Αλλά δεν υπάρχει λόγος να παίρνει δίπλωμα ότι είναι ηθοποιός. Τι δίπλωμα ηθοποιού; Δεν υπάρχει δίπλωμα ηθοποιού. Μπορεί κάποιος να είναι καλύτερος ηθοποιός κι από μένα κι απ’ όλους τους άλλους. Αν του δοθεί η ευκαιρία, να βγει στο σανίδι να τα πει. Αν θέλει από κει και πέρα να σπουδάσει και να προχωρήσει, τότε να πάει να μορφωθεί σε μια σχολή, στο εξωτερικό, όπου θέλει να πάει.

 

Πηγή


AgrinioStories