24 Οκτωβρίου 2021

Η λιμνοθάλασσα της Θολής και τα ιβάρια της

Η οικολογική διάσταση της περιοχής της λιμνοθάλασσας Μεσολογγίου-Αιτωλικού, άρχισε να αναγνωρίζεται τη δεκαετία του ’70.

Η λιμνοθάλασσα της Θολής είναι κλειστού τύπου λιμνοθάλασσα που επικοινωνεί με τη θάλασσα με δύο (2) διαύλους συνολικού μήκους 50-150m, εφοδιασμένους με σύγχρονες ιχθυοσυλληπτικές εγκαταστάσεις, ενώ οριοθετείται από τη θάλασσα με φυσική αμμονησίδα μήκους 2.500 m.

Έχει έκταση 8.000-12.000 στρέμματα και μέσο βάθος 0,6m (0,1-1m). Χαρακτηρίζεται από χαμηλή αλατότητα. Διαθέτει δύο στόμια, εκ των οποίων το ένα με σύγχρονες τσιμεντένιες ιχθυοσυλληπτικές εγκαταστάσεις (μήκους 150 m, πλάτους 30 m και βάθους 1,5 m. Διαθέτει επίσης χώρο 150 στρεμ. 1,20m βάθους σαν καταφύγιο υπομεγεθών ψαριών. Το μέτωπο της νοτιοδυτικά βρίσκεται στο Ιόνιο πέλαγος. Ανατολικά βρίσκεται η λιμνοθάλασσα Προκοπάνιστος με την οποία η υδάτινη επικοινωνία περιορίστηκε πολύ από τις αρχές της δεκαετίας του ‘70 και αποκόπηκε το 1994 και δυτικά βρίσκεται η λιμνοθάλασσα του Παλαιοπόταμου με την οποία απομονώθηκε εντελώς την δεκαετία του ‘60.

Η  λιμνοθάλασσα Θολής ανήκει στο 10% των μεγαλύτερων ελληνικών λιμνοθαλασσών με έκταση πάνω από 7.000 στρ.

 

 

 

Αρχικά, με τη συνθήκη Ramsar, εντάχθηκε στους υγρότοπους διεθνούς σημασίας ως ενδιαίτημα για τα υδρόβια και παρυδάτια πουλιά, ενώ στη συνέχεια, με την ένταξή της στο δίκτυο Natura 2000 συγκαταλέχθηκε στου οικότοπους ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος και στις σημαντικές για τα πουλιά περιοχές.

Κοντά στη λιμνοθάλασσα αναπτύσσεται ένα παζλ μορφών και σχηματισμών μια ποικιλότητα οικοτόπων που ο ένας διαδέχεται τον άλλο σε αρμονική συνέχεια. Ανοιχτή θάλασσα, εκβολικά συστήματα, βαλτώδεις εκτάσεις, λοφώδεις και ορεινές περιοχές, σε αυτά περιλαμβάνονται το μεγαλόπρεπο φαράγγι της Κλεισούρας, χαρακτηρισμένο σαν «περιοχή ιδιαιτέρου κάλλους» και το δάσος του Φράξου χαρακτηρισμένο σαν «Μνημείο της Φύσης». Το κυρίαρχο όμως είναι το σύμπλεγμα λιμνοθαλασσών Μεσολογγίου – Αιτωλικού, με έκταση 150.000 στρέμματα που το καθιστούν το μεγαλύτερο στη χώρα μας.

 

 

Κοντά και μέσα στη λιμνοθάλασσα μια μεγάλη ποικιλία φυτών και ζώων με έντονη βέβαια την παρουσία των πουλιών, κοινών και σπάνιων, συναρπάζουν με την αρμονία στην κίνησή τους, με τα χρώματά τους, με τις φωνές τους αλλά και με την ευεργετική τους προσφορά στην ισορροπία της φύσης. Οι βασιλαετοί του Κουτσιλάρη, τα όρνια της Κλεισούρας, οι αβοκέτες και τα φοινικόπτερα των αλυκών, οι καλαμοκανάδες, οι χουλιαρομύτες… είναι μερικά από τα είδη που ζουν πλάϊ μας.

 

 

Η λιμνοθάλασσα της Θολής και οι καλαμώνες, τα υγρά λιβάδια και τα λασποτόπια που έχουν δημιουργηθεί σε μεγάλο τμήμα της, περιφερειακά, αποτελούν ιδανικό τόπο για τη φιλοξενία μεγάλου αριθμού ειδών ορνιθοπανίδας. Καταφύγιο για αλλαγή φτερώματος ή για ξεκούραση κατά το μεταναστευτικό τους ταξίδι, χώρος φωλιάσματος και διασφάλισης τροφής, η Θολή είναι περιοχή που σε όλη τη διάρκεια του χρόνου φιλοξενεί μεγάλο αριθμό πουλιών.

 

 

 

Εδώ, συναντά κανείς φαλαρίδες, παπιά, νανοβουτηχτάρια, βαρβάρες, σκαλίδρες, ερωδιούς, αργυροπελεκάνους, φοινικόπτερα,  χαλκόκοτες, καλαμοκανάδες, αλκυόνες, καλαμόκιρκους …. ενώ από τους λόφους κάνουν την εμφάνισή τους και αρπακτικά.

 

 

 

Το διβάρι (ή ιβάρι) είναι παραδοσιακό αλιευτικό εργαλείο της λιμνοθάλασσας και αφορά τον έλεγχο της μετακίνησης των ψαριών με την τοποθέτηση ιχθιοφραγμών. Κατασκευάζεται σε σχήμα τραπεζοειδές, το κλείσιμο του οποίου, όπως και όλων των ιχθυοφραγμών, παλιά γινόταν με καλαμωτές, δηλαδή με καλάμια και πασσάλους καρφωμένα στον πυθμένα.

Σήμερα, οι καλαμωτές έχουν αντικατασταθεί από πλαστικό πλέγμα με ορθογώνια οπή διαστάσεων περίπου 7mm x 15mm, το οποίο στηρίζεται σε πασσάλους. Η μικρότερη από τις βάσεις του τραπεζίου η οποία βρίσκεται προς το μέρος της ανοικτής θάλασσας ονομάζεται «κάψος» και φέρει τις «πήρες» δηλαδή τις παγίδες σύλληψης των ψαριών. Η μεγαλύτερη πλευρά βρίσκεται προς το εσωτερικό της λιμνοθάλασσας έχει επίσης «πήρες» στην άκρη και στο μέσο ένα άνοιγμα, την «κρέμαση» που κλείνει με πόρτα από όπου γίνεται η είσοδος των ψαριών στο διβάρι και ο εγκλωβισμός τους .

 

Η αλιευτική εκμετάλλευση των λιμνοθαλασσών στηρίζεται στις μετακινήσεις των ψαριών. Τα περισσότερα ψάρια κινούνται αντίθετα στο ρεύμα του νερού με αποτέλεσμα, όταν έχουμε πλημμυρίδα (μπασιά), τα ψάρια που είναι στη λιμοθάλασσα να κινούνται προς την θάλασσα και κάποια από αυτά να εισέρχονται στο διβάρι από την ανοικτή πόρτα της «κρέμασης».

Ο ψαράς κλείνει την «κρέμαση» του διβαριού και τα ψάρια εγκλωβίζονται στο διβάρι. Περιφέρονται μέσα σε αυτό, αναζητώντας δίοδο διαφυγής με αποτέλεσμα να παγιδεύονται τελικά στις «πήρες». Όταν έχουμε άμπωτη (ρήχη) τα νερά κινούνται με κατεύθυνση από τη λιμνοθάλασσα προς τη θάλασσα, ενώ τα ψάρια κινούνται προς το εσωτερικό της λιμνοθάλασσας και φεύγουν από το διβάρι, αν στο μεταξύ δεν έχουν παγιδευτεί στις μπροστινές «πήρες» κατά την διάρκεια της μπασιάς και στις πίσω «πήρες», προς την μεριά της λιμνοθάλασσας, κατά την διάρκεια της ρήχης και όσο η «κρέμαση» είναι κλειστή.

 

 

Ο ψαράς ανοίγει περιοδικά την «κρέμαση» προκειμένου να επαναληφθεί  η διαδικασία.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


AgrinioStories | Πηγή