7 Φεβρουαρίου 2023

«Λέανδρου»: Η Φυγάδευση του Μπελογιάννη

Ιστορικό αρχείο «Λέανδρου» (αντάρτικο όνομα του Σπύρου Γερολυμάτου)

Μία φυγάδευση του Μπελογιάννη με το τρένο,
ανάμεσα σε χαφιέδες και αγκλιτσοφόρους

 

 

Ήταν Άνοιξη του 1946, όταν πραγματοποιήθηκε στα γραφεία της εφημερίδας «Φωνή του Λαού»[1] το αχτίφ των στελεχών της Αχτιδικής Επιτροπής Αιτωλοακαρνανίας του ΚΚΕ, που καθοδηγούνταν από την Επιτροπή Δυτικής Στερεάς και Πελοποννήσου του ΚΚΕ. Από μέρος της Επιτροπής λοιπόν, τις εργασίες του αχτίφ κατηύθυνε ο Νίκος Μπελογιάννης. Αυτή η δουλειά κράτησε γύρω στις δύο μέρες κι ο Μπελογιάννης έπρεπε να επιστρέψει στην Πάτρα.

Tο ταξίδι ήταν επικίνδυνο. Η παρουσία του Μπελογιάννη είχε επισημανθεί από την Ασφάλεια Αγρινίου, η οποία τον παρακολουθούσε σε κάθε του βήμα πέρα από τα γραφεία της εφημερίδας.

Αποφασίστηκε να επιστρέψει στην Πάτρα σιδηροδρομικώς, μιας και με το αυτοκίνητο το ταξίδι θεωρούνταν σκέτη αυτοκτονία. Στη θέση Συκιά γινόταν πόστο-μπλόκο από πάνοπλους Χίτες και έλεγχος ταυτοτήτων, και καταλαβαίνει κανείς τι περίμενε τον Μπελογιάννη μετά από ένα τέτοιο συναπάντημα.

Μα και το ταξίδι με το σιδηρόδρομο μπορούσε να φέρει χίλια δύο δυσάρεστα επακόλουθα.

Στους σταθμούς Καλύβια και Σταμνά περίμεναν άλλες κουστωδίες αγκλιτσοφόρων, αγανακτισμένων, εθνικόφρονων Χιτών, που πηδάγαν μόλις σταματούσε το τρένο στα βαγόνια· «κι όποιος λαγαρίσει», αν αναγνωριζόταν έστω και για ύποπτος Εαμοσλάβος-Κομμουνιστής. Μόνο που εδώ οι επιβάτες ήταν πολλοί και με λίγη καλή τύχη μπορούσες να ξεγλιστρήσεις για κάτω, σώος και αβλαβής.

Ο Μπελογιάννης, λοιπόν, θα γύρναγε στην Πάτρα με το τρένο, όμως κάποιος έπρεπε να τον καλύψει. Και το λαχείο έπεσε σε μένα. Δώσαμε ραντεβού την άλλη μέρα το πρωί στο σταθμό του τρένου.

Έφτασα πρώτος και με την πρώτη ματιά διαπίστωσα πως ο Σταθμός ελεγχόταν από την Ασφάλεια· ένα λοιπόν, το κρατούμενο. Σε λίγο να κι ο Μπελογιάννης που κατηφόριζε στο Σταθμό κι από κοντά ο Νίκος Γαλάνης, χωροφύλακας της Ασφάλειας στα πολιτικά· δύο μέχρι εδώ τα κρατούμενα. Ανταμώσαμε έξω από το σταματημένο τρένο, αφού βγάλαμε εισιτήρια ξέχωρα ο καθένας και μπήκαμε σ’ ένα βαγόνι. Ήταν σχεδόν μισογεμάτο. Από το παράθυρο ρίχνω μια ματιά έξω και βλέπω το Γαλάνη με το Νίκο Κωσταρά (άλλος χωροφύλακας κι αυτός της Ασφάλειας) να τα λένε μύτη – μύτη. Τους πλησιάζει ένας γνωστός για τα εθνικοφρονικά του φρονήματα (ο Χ. Κ. απ’ το Δοκίμι ένα χωριό κοντά στο Αγρίνιο) και κουβεντιάζουν τώρα και οι τρεις ρίχνοντας ματιές στο βαγόνι που ήμασταν με τον Μπελογιάννη. Σε λίγο χωρίσανε, και νάτος, ο Χ. Κ. να στρογγυλοκάθεται απέναντί μας την ώρα που σφύριζε το τρένο για αναχώρηση. Τα κρατούμενα για ένα ταξίδι απελπισίας πλήθαιναν. Πίσω αφήναμε το Αγρίνιο και μπροστά οι σταθμοί Καλύβια και Σταμνά.

Δεν υπήρχε άλλος τρόπος να εξουδετερωθεί το καρφί, ο Χ. Κ., παρά μόνο μια παλαβή ενέργεια. Μπήκε σε εφαρμογή το σχέδιο, μόλις φύγαμε από το σταθμό του Δοκιμίου.

– Το και το, Χ. Κ., αν πάθουμε τίποτα στη διάρκεια της διαδρομής, θα οφείλεται σε δική σου ενέργεια. Βάρδα μόνο μη γλυτώσει έστω κι ένας από μας. Δεν θα μπορέσεις να σωθείς ούτε «στου βοδιού το κέρατο». Δέσ’ το στο μαντήλι να το θυμάσαι. Μα κι αν χαθούμε και οι δυο, ο μπάρμπας μου, Γ. Σ.,  σίγουρα θα σβήσει ακόμα και το «κ» από το Δοκίμι. Ξηγηθήκαμε!

Ο Χ. Κ. κέρωσε στη θέση του.

Κοιτάζω στα μάτια τον Μπελογιάννη κι ήταν σα να διάβαζα μέσα τους την επιδοκιμασία για την ενέργειά μου. Τι άλλο μπορούσαμε να κάνουμε, όταν με γραμματόσημο τον Χ. Κ., η Ασφάλεια μας έστελνε συστημένους για τα «καθ’ υμάς» στα Καλύβια ή τα Σταμνά;

Περάσαμε τα Καλύβια χωρίς επακόλουθα. Μα τώρα το τρένο, μετά το Αγγελόκαστρο, φτάνει στα Σταμνά. Καμιά τριανταριά αγκλιτσοφόροι κινάνε για τα βαγόνια. Οι επιβάτες λουφάθηκαν. Ο Χ. Κ. κατεβαίνει. Αλλάζουμε θέσεις στο βαγόνι και παρακαλούμε τις γυναίκες, όσες βρίσκονταν τριγύρω να πιάσουν τα παράθυρα. Το κάνουν με ευχαρίστηση. Απ’ έξω ακούγεται σαματάς. Είχαν κατεβάσει το Μήτσο Κοντούλη, παλιό κα-πνεργάτη και σπουδαίο αγωνιστή, από κάποιο βαγόνι πιο μπροστά και τον πελέκαγαν με τις αγκλίτσες μπροστά στο κτίριο του Σταθμού. Μερικοί έτρεχαν κατά μήκος του συρμού, κοιτάζοντας από τα παράθυρα. Ανοίγουμε την πέρα πόρτα κι απ’ το απέναντι μέρος περνάμε σε άλλο βαγόνι. Μπερδευόμαστε ανάμεσα στους άλλους επιβάτες που αλαφιασμένοι και χλωμοί αναδεύονταν πέρα – δώθε.

Η ώρα περνούσε. Το τρένο θα ‘πρεπε να ξεκινήσει. Το Μήτσο Κοντούλη τον είχαν κάνει λιώμα και λίγο πριν φύγει το τρένο τον πέταξαν σε μια σκευοφόρο αναίσθητο. Ήταν όλος μια πληγή.

Το τρένο ξεκίνησε. Τα ‘χαμε καταφέρει να γλυτώσουμε. Ούτε που ξα-νάδα τον Χ. Κ. στην υπόλοιπη διαδρομή, ούτε ξέρω πού πήγε. Το γεγονός πάντως είναι, πως δεν κουβάλησε στο βαγόνι τους μαγκουροφόρους· κι ούτε ξέρω, πώς δικαιολογήθηκε γι’ αυτό στον Κωσταρά. Μετά από χρόνια που γίναμε φίλοι δεν κατάφερα να του αποσπάσω την αλήθεια. Ισχυριζόταν πάντως πως δεν φοβήθηκε από τις φοβέρες, μα δεν μ’ έσπασε ο ίδιος στο ξύλο, γιατί είχε σε υπόληψη τον μπάρμπα μου Γ. Σ.

Πάντως ο ξυλοδαρμός του Μήτσου Κοντούλη, που κάθισε ενάμιση μήνα στο κρεβάτι, βοήθησε να φτάσει ο Μπελογιάννης στην Πάτρα.

Με τον Μπελογιάννη χωρίσαμε στο Μεσολόγγι. Γελούσε και θυμάμαι τα λόγια του.

– Απ’ όσα παλαβά είπες, εκείνο που μ’ έκανε να γελάσω, ήταν το ότι ο Μπάρμπας σου θα έσβηνε το «κ» απ’ το Δοκίμι, αν μας κάρφωνε ο τύπος. Πρέπει να ‘ναι λεβέντης αυτός ο μπάρμπας.
– Πού το κατάλαβες, Νίκο;
– Δε σου λέω τώρα. Πρέπει να ξαναγυρίσεις στο Αγρίνιο απ’ τα Σταμνά τώρα και απ’ τα Καλύβια… Αν χρειαστεί, μην ντροπιάσεις τον μπάρμπα σου.

 

 

1.Τα γραφεία της «Φωνής του Λαού» ήταν στο σημερινό πεζόδρομο Θέμιδος του Αγρινίου


AgrinioStories