7 Δεκεμβρίου 2022

Λάκης Παππάς: Ο τραγουδιστής της μπαλάντας

«Ο Λάκης ήταν ο τραγουδιστής της μπαλάντας,
η οποία ήταν καινούργιο είδος τότε.»
Γ. Παπαστεφάνου

 

 Ο Λάκης Παππάς γεννήθηκε στις 9 Ιανουαρίου του 1938 στην Πρέβεζα. Έκανε την πρώτη του καλλιτεχνική εμφάνιση το 1959, παίζοντας κιθάρα στη θεατρική παράσταση «Παραμύθι χωρίς όνομα» του Ιάκωβου Καμπανέλλη, αντικαθιστώντας τον δάσκαλό του Γεράσιμο Μηλιαρέση. Τη μουσική της παράστασης είχε γράψει ο Μάνος Χατζιδάκις, ο οποίος διέκρινε το ταλέντο του στην κιθάρα και το τραγούδι.

Παπαστεφάνου: «Ο Λάκης ήταν κιθαριστής. Τον είχε πάει ο Μηλιαρέσης στην παράσταση Παραμύθι χωρίς όνομα που είχαν ανεβάσει ο Διαμαντόπουλος με την Αλκαίου, στο Νέο Θέατρο, σε μουσική Μάνου Χατζιδάκι, το 1959. Δύο χρόνια αργότερα ο Γιώργος Μπουκουβάλας, ο ιδρυτής της Μπουάτ, άνοιξε τον  Τιπούκειτο, το πρώτο καλλιτεχνικό καφενείο που είχε ποτέ η Αθήνα και εκεί σύχναζε η νεολαία. Συχνάζαμε κι εμείς εκεί και κάποιο βράδυ ακούσαμε έναν καταπληκτικό τροβαδούρο με κιθάρα να λέει τραγούδια που δεν τα ξέραμε. Του μίλησα και έμαθα ότι ήταν τραγούδια από το Παραμύθι χωρίς όνομα. Όταν ολοκληρώθηκαν εκεί οι εμφανίσεις του Παππά, μετά από κάποιες εβδομάδες εμφανίστηκε ο Κώστας Χατζής.»

 


«

Τα επόμενα χρόνια συνεργάστηκε με τον Μάνο Χατζιδάκι στα θεατρικά μιούζικαλ «Οδός Ονείρων» (1962), όπου πρωτοτραγούδησε, και «Μαγική Πόλις» (1963), αλλά και στη δισκογραφία: «Οδός Ονείρων» (1962), «Μάνος Χατζιδάκις: Πρώτη εκτέλεση» (1965), «Ματωμένος γάμος / Παραμύθι χωρίς όνομα» (1965).

Παπαστεφάνου: «Η Χρυσούλα Ζώκα και ο Γιώργος Φούντας που σύχναζαν επίσης εκεί άκουγαν τα τραγούδια του Μάνου και του μίλησαν για τον Παππά. Ο Χατζιδάκις ζήτησε να τον γνωρίσει και όταν αυτό έγινε, του έβγαλε δίσκο μαζί με τα κομμάτια του Ματωμένου Γάμου.»

Από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 με την έκρηξη του «Νέου Κύματος» στο ελληνικό τραγούδι, εμφανιζόταν σε μπουάτ της Πλάκας και για χρόνια είχε το δικό του στέκι στην οδό Θόλου. Υπήρξε ο πρώτος τραγουδιστής που συνόδευσε τη φωνή του παίζοντας κλασική κιθάρα.

Παπαστεφάνου: «Ένα βράδυ είχε έρθει ένας φίλος του,  γιατρός από τη Θεσσαλονίκη που έπαιζε στο πιάνο Χατζιδάκι και ο Λάκης τον συνόδευε με την κιθάρα. Ήταν κάτι σαν τους 15 εσπερινούς που έκανε ο Χατζιδάκις, σαν αυτοσχεδιασμός στο πιάνο. Ένα άλλο βράδυ είχε έρθει ο αδερφός του Λόρκα από την Λατινική Αμερική και είχαν κάνει βραδιά Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα. Αυτήν η ατμόσφαιρα επικρατούσε μέχρι που κόπηκαν όλα αυτά την περίοδο της δικτατορίας. Αν δεν είχες ταυτότητα μαζί σου τότε (ακόμα και να είχες) μπορούσες άνετα να βρεθείς στο τμήμα. Οι μπουάτ θεωρούνταν σκοτεινά μέρη -έλεγαν μάλιστα ότι εκεί γίνονταν διακίνηση ναρκωτικών. Ήταν εποχή Χατζιδάκι-Θεοδωράκη, το πολιτικό τραγούδι ήταν στα «πάνω του». Στο Συμπόσιο εμφανίζονταν η Ντόρα Γιαννακοπούλου με τον Γιώργο Μούτσιο, όπου αυτή τραγουδούσε Θεοδωράκη κι ο Μούτσιος, Χατζιδάκι. Ενδιάμεσα, γινόταν απαγγελία ποιημάτων και στην κιθάρα βρισκόταν ο Νότης Μαυρουδής.»

 

 

 

Το 1971 κυκλοφόρησε τον δίσκο «Πάει κι αυτή η Κυριακή» (μουσική δική του, στίχοι του Γιάννη Αργύρη και του Δημήτρη Ιατρόπουλου), με τη συμμετοχή της Πόπης Αστεριάδη, από το οποίο έγιναν επιτυχίες τα τραγούδια «Πάει κι αυτή η Κυριακή» και «Κι ύστερα μου μιλάς για καλοκαίρι». Στα κατοπινά χρόνια, όταν ο μύθος των μπουάτ “ξέφτισε”, εμφανιζόταν σε κέντρα και συμμετείχε σε συναυλίες, πάντα όμως με αξιοπρόσεκτες επιλογές.

Παπαστεφάνου: «Δεν θα τον χαρακτήριζα τραγουδιστή του νέου κύματος. Το νέο κύμα ήρθε το ’64 ενώ ο Λάκης είχε ήδη ξεκινήσει από το ’61. Μετά τον Μούτσιο ήταν η πρώτη αρσενική φωνή που χρησιμοποίησε ο Χατζιδάκις, έχοντας παράλληλα τη Μούσχουρη ως γυναικεία. Εντάχθηκε στο νέο κύμα, επειδή τραγουδούσε σε μπουάτ -αυτές άνθισαν μετά τον Τιπούκειτο. Στην οδό Θόλου είχε κάνει, μάλιστα, τη δική του μπουάτ που είχε φοβερή ατμόσφαιρα.»

 

Η «Εθνική» των μπουάτς σε αναμνηστική φωτογραφία από τη δεκαετία του 1980. Επάνω, ο Λάκης Παππάς και η Πόπη Αστεριάδη. Κάτω, από αριστερά, οι Γιώργος Ζωγράφος, Καίτη Χωματά, Μιχάλης Βιολάρης και Τάκης Κωνσταντακόπουλος

 

Παππάς: «Να ξεκαθαρίσουμε ένα πράγμα, εγώ δεν ανήκω στο νέο κύμα γιατί ήμουν πριν από το νέο κύμα. Το νέο κύμα ήτανε μια φωνογραφική ετικέτα και βάφτισε ο Πατσιφάς της «Λύρα» αυτό το είδος των νέων τραγουδιστών «νέο κύμα». Αυτό ήταν μια προσπάθεια πολλών παιδιών να βγάλουν δημόσια την εσωτερικότητά τους μέσω του τραγουδιού και το κατάφερναν. Υπάρχουν πολλά τραγούδια όπως της Αρλέτας και της Χωματά και της Αστεριάδη, του Χατζή, του Σπανού, του Μαυρουδή, πολλά ονόματα.. Αυτό το πράγμα ήταν αναγκαίο όχι για να πάρουν λεφτά, δεν έβγαιναν πολλά λεφτά, τους δινόταν η ευκαιρία να εκφραστούν, να βγάλουν κάτι και αυτό ήταν δημιουργικό. Το δεχόταν ο κόσμος. Δεν ήταν κολλημένοι στο Χατζή , στον Παππά ή στον Σπανό. Μια κιθάρα αυτάρκης και όλοι να τραγουδάνε κάποια τραγούδια. Δηλαδή είχε νόημα ,είχε αγάπη μέσα, είχε προβληματισμό, ήταν ποιητικά τραγούδια, ο κόσμος ήταν δέκτης. Γι αυτό κι έρχονταν και γέμιζε η βραδιά τους. Και φεύγοντας τους  έμενε κι ένα τραγούδι. «Ελα μαζί μου κάπου να πάμε», «Μην κουραστείς να μ ‘αγαπάς», «κι ύστερα μου μιλάς για καλοκαίρι», αυτό το τραγούδι που γράψαμε με τον Ιατρόπουλο σε μια πολύ δύσκολη χρονολογία ,το ’67. Μου είχε δώσει μια ποιητική συλλογή ο Ιατρόπουλος. Ηταν ποιημα αυτό, μπαλάντα, αλλά είχα κολλήσει δε μπορούσα να ξεφύγω από τη φόρμα αυτή και θυμάμαι τον πήρα τηλέφωνο και του λέω «έλα εδώ, έχω μπελάδες». Και το στιχοποίησε είχε κι άλλα λόγια. Κι άλλα τραγούδια και του Χατζιδάκι. Μου έκανε εντύπωση ο κόσμος έφυγε τραγουδώντας το τελευταίο τραγούδι με το οποίο έκλεινε το πρόγραμμα. Ήταν μια μεγάλη ηθική αμοιβή. Και το «Πάει κ αυτή η Κυριακή» που το είχα γράψει με το Γιάννη Αργύρη. Αυτά βέβαια αφεθήκανε στην τύχη τους. Ποτέ δεν προέβαλα τα δικά μου τραγούδια, ποτέ. Από σεμνότητα ,όχι όπως τώρα που παίζουνε και δεν ξέρεις τίνος είναι το τραγούδι. Το ήξεραν τότε, δε το περίμενα, είναι δύσκολο πράγμα να σου ζητάνε ένα τραγούδι, να έχεις κουραστεί να μη μπορείς να πεις άλλο και να το πεις όμως. Μάθαμε τον κόσμο έτσι και του δώσαμε έναυσμα να αγαπηθεί,  συνυπάρχοντας σε έναν χώρο τόσων τετραγωνικών.» (Από συνέντευξή του στο musicheaven.gr)

Ο Λάκης Παππάς πέθανε στις 26 Μαρτίου του 2014, σε ηλικία 76 ετών.

Παπαστεφάνου: «Ήταν από τους τραγουδιστές που αγάπησα περισσότερο στη ζωή μου. Στη μια άκρη είναι ο Μπιθικώτσης και στην άλλη ο Παππάς. Ήταν ταξιδιάρης, αισθαντικός. Η κιθάρα του έφτιαχνε την ατμόσφαιρα της μπαλάντας. Ο Λάκης ήταν ο τραγουδιστής της μπαλάντας, η οποία ήταν καινούργιο είδος τότε. Ήταν μαγευτικό αυτό που ακούγαμε. Μιλάμε για εξαιρετική ατμόσφαιρα. Κάτι σαν τον James Taylor ή την Joan Baez. Καμία σχέση με το είδος των τραγουδιστών του ελαφρού ή του λαϊκού που ήταν στην πιάτσα μέχρι τότε. Αυτός ήταν τροβαδούρος.»

 

 

Παππάς: “Κατέβηκα μια φορά κάτω σ’ένα υπόγειο απ’όπου έβγαινε κόσμος. Είδα έναν παλιό μου παιδικό φίλο να παίζει κιθάρα. Εκεί λοιπόν άρχισα να παίζω κάποια κλασικά κομμάτια και ξεκίνησε όλη η ιστορία. Βρέθηκαν κάποιοι άνθρωποι που μου ζήτησαν να συμμετέχω στα τραγούδια από το «Παραμύθι Χωρίς Όνομα» της Πηνελόπης Δέλτα και σε στίχους-διασκευή του Ιάκωβου Καμπανέλλη. Το ’58 λοιπόν πρωτόπαιξα σε κόσμο, όταν μου το πρότεινε ο δάσκαλός μου ο Μηλιαρέσης να δω τον Χατζιδάκι για να μ’ακούσει. Ήμουν προχωρημένος μαθητής, είχα μια ευελιξία στην κιθάρα και κλείσαμε ραντεβού. Επρόκειτο να συνόδευα στην κιθάρα τον Θύμιο Μιχαλόπουλο επί σκηνής. Το έργο όμως το χτύπησαν οι κριτικές επειδή αναφερόταν στον «Βασιλιά», τον παραμυθένιο βασιλιά εννοούσε, το χτύπησε η λογοκρισία και κράτησε 2 μήνες. Κατέβηκε το έργο, κατέβηκε και η μουσική, διαλύσανε όλοι κι έτσι ο Χατζηδάκις είχε ξεχάσει 9 τραγούδια του. Τον Χατζηδάκι τον γνώρισα για πρώτη φορά στο σπίτι, τον ξανασυνάντησα στο σπίτι δεύτερη φορά για πρόβα και τρίτη στη γενική πρόβα. Δεν τον ξαναείδα, τον έχασα. Πολλοί τον έχασαν τότε. Έτυχε να ξαναβρεθώ λοιπόν σ’εκείνη την μπουάτ κι έχοντας πιει τα κονιακάκια μου κατέβαινα τη Σταδίου προς το Σύνταγμα, όπου είδα μια μεγάλη παρέα 10-15 άτομα. Κάποια στιγμή ακούω κάποιον να λέει: «Να’τος, αυτός είναι!» Είχαν πει στο Χατζιδάκι που ήταν εκεί, ότι είναι ένα παιδί που τραγουδάει δικά σου τραγούδια πολύ ωραία κλπ.  Ο Χατζηδάκις δε θυμόταν τα τραγούδια ούτε καν εμένα. Λέει «από πού γνωριζόμαστε»; «Στις πρόβες μαέστρο μου», του κάνω.  «Και ποια τραγούδια λες;», με ρώτησε. Έλεγα τους τίτλους των τραγουδιών , το «Μανούλα μου», τον «Κυρ Μιχάλη», το «Σιδερά», το «Γερο Ναύτη» κλπ.  Ο Χατζηδάκις συνήθιζε να αγοράζει όλο τον Τύπο, αλλά λόγω κάποιων γεγονότων είχαν αργήσει να βγουν οι εφημερίδες εκείνη την μέρα. Έτσι λοιπόν, πήγαμε και κάτσαμε στο μετρό της Ομόνοιας και μου λέει «Πώς είναι αυτά τα τραγούδια, για πες μου». Τα έπαιξα στην κιθάρα κι ήταν εκστασιασμένος.  Ξέρεις τι θα πει να έχεις “ξεχάσει” 9 τραγούδια σου; Έγινε λοιπόν μια πρόταση και μου έδωσε το τηλέφωνό του (εγώ δεν είχα τότε). Το έχασα το τηλέφωνό του και μετά από καιρό μαθαίνω από μια φίλη μου ότι με ψάχνει ο Χατζηδάκις. Ήθελε να ανεβάσει την «Οδό Ονείρων» τότε και να τραγουδήσω 2 τραγούδια κι έτσι κι έγινε. Ακολούθησε ο «Ματωμένος Γάμος» και το «Παραμύθι Χωρίς Όνομα».” (Από συνέντευξή του στο musicheaven.gr)

 

Πηγές: sansimera | popaganda.gr | youtube.com


AgrinioStories|Επιμέλεια: Λευτέρης Τηλιγάδας