4 Ιουλίου 2022

Ιωάννου Μηλιάδη: Ανασκαφή Αγρινίου – Ενότητα 2γ

Τρία ακριβώς χιλιόμετρα πρός ΒΔ. του σημερινού Αγρίνιου,
αριστερά της δημοσίας οδού της φέρουσης εις Κραβασαράν,
εκτείνεται ο χώρος του αρχαίου Αγρίνιου.

  • του Ιωάννη Μηλιάδη

Οι στύλοι της στοάς ήσαν τετράπλευροι πεσσοί. Ευρέθησαν δυο τμήματα τοιούτων πεσσών, ούχι κατά χώραν, διαστάσεων τομής 0,38Χ0,31μ. και ύψους το μεν εν 0,80μ., το δε άλλο, φέρον εις τά πλάγια και αγκώνας 1,25μ. Επίσης ευρέθησαν προ του στυλοβάτου κατά την Β. πλευράν τέσσαρα όμοια επίκρανα πεσσών ύψους 0,18μ. φέροντα εις την βάσιν των αναθύρωσιν (εικ. 8α- β).

 

 

Η βάσις των επικράνων έχει διαστάσεις 0,38Χ0,25μ. είνε δηλαδή κατά τι στενώτερα των πεσσών. Επί της επιφάνειας και εις απόστασιν ολίγων μέτρων από της στοάς έκειτο άλλο μεγαλήτερον τμήμα πεσσού ύψους 1,50μ. μετά του επικράνου, ιδίου τύπου, το όποιον είνε επί του ιδίου λίθου του πεσσού διαμορφωμένου τομή του πεσσού τούτου, όστις φαίνεται ότι ομοίως προέρχεται εκ της στοάς, δίδει διαστάσεις 0,38Χ0,28. Κατά τας πλευράς προς τα έξω, τόσον τα επίκρανα, όσον και οι πεσσοί φέρουν στενήν ταινίαν λείαν, ενώ το άλλο μέρος έχει αδρομερώς αποξεσθή διά χονδρού κτενιού. Άπαντα τα αρχιτεκτονικά ταύτα μέλη είνε εκ του αυτού εγχωρίου αμμολίθου. Πιθανόν οι πεσσοί ούτοι της στοάς να επάτουν επί βάσεως, άβακος μάλλον, διότι πλησίον του ενός ευρεθέντος κορμού, ευρέθη και τετράπλευρος λίθος 0,62Χ0,59μ. ύψους δε 0,23μ. επί της επιφανείας του οποίου υπάρχουν σαφή ίχνη επικαθημένου σώματος, άτινα δίδουν διαστάσεις τας ιδίας σχεδόν (0,39 Χθ,32μ.) της τομής του παραπλεύρως ευρεθέντος πεσσού. Επί τοιούτων αβάκων έβαινον και οι πεσσοί της στοάς του Μολυκρείου, όπου ευρέθησαν κατά χώραν (Όρλάνδος, Α.Δ. IX,55 παρ.).

Επί του σωζομένου τμήματος του στυλοβάτου παρετηρήθησαν ίχνη επικαθημένου σώματος, κατ’ αποστάσεις δε μένει και εξεργόν τι επί του οποίου έβαινε κατακορύφως άλλο σώμα. Επί τη βάσει των σημείων τούτων δυνάμεθα να μετρήσωμεν το μεταξόνιον των πεσσών εις 2.40 μ. ώστε στοά θά είχεν έν όλω 22 πεσσούς και ούτοι ήσαν ούτω διατεταγμένοι, ώστε εις έκαστον δωμάτιον αντιστοιχούν τρεις πεσσοί αντικρύζοντες οι δύο μεν τούς καθέτους τοίχους του δωματίου, δε μέσος το μέσον της προσόψεώς του. Εννοείται ότι οι άκροι πεσσοί υπολογίζονται οι αυτοί και διά τα συνεχόμενα δωμάτια.

Η αναλογία αύτη δέν τηρείται μόνον κατά τό μέσον δωμάτιον εκ τών ένδεκα, τό έκτον, διότι αυτό είχε πλάτος μικρότερου καί επομένως οί απέναντι πεσσοί άντίκρυζον μόνον τούς καθέτους τοίχους τού δωματίου τούτου χωρίς νά ύπάρχη ά’λλος καί κατά τό μέσον τής προσόψεώς του. Κατά τό σημείον μάλιστα τούτο τό μεταξόνιον θά ήτο καί κατά 0,10 μ. μεγαλύτερου.

Εάν διά το ύψος των πεσσών υπολογίσωμεν 7 έως 8 βάσεις, τότε θα είχον ύψος περίπου 3 μέτρων, πλέον το ύψος των αβάκων της βάσεως. Το μεταξόνιον όμως είνε μέγα εν σχέσει προς την βάσιν των πεσσών. Και δεν πρέπει μεν εδώ να ζητήσωμεν κλασικάς αναλογίας, αλλά φαίνεται μάλλον πιθανόν ότι το επιστύλιον ήτο ξύλινον. Ουδέν άλλωστε τμήμα επιστυλίου εύρέθη. Ευρήματα κινητά άξια λόγου δεν εγένοντο. ’Αρκετόν πλήθος οστράκων μαγειρικών κυρίως σκευών, χυτρών ανοικτοστόμων και στομίων πίθων τεμάχια, δύο τρεις λύχνοι, σφονδύλια και τμήμα ακροκεράμου με κακόν διά πιέσεως αποτυπωθέν ανθέμιον. Τινά όστρακα είχον καλόν μελανόν χρώμα, ούδέν όμως εύρέθη φέρον διακόσμησιν. Επίσης ευρέθη εις τρία τεμάχια λίθινος χειρόμυλος του γνωστού τύπου. Εκ δεκαπεντάδος ευρεθέντων νομισμάτων εγένετο δυνατόν να αναγνωρισθώσιν επτά – τα πλείστα Αιτωλών – άπαντα ανήκοντα εις τους κατά τα μέσα τού 4ου αί. χρόνους. προ της στοάς χώρος ηρευνήθη επιμελώς αλλά τίποτε δεν ήλθεν εις φως. Τα όπισθεν του υποστέγου δωμάτια θα ήσαν βεβαίως καταστήματα, ώστε το προκείμενον οικοδόμημα φαίνεται μάλλον ότι ήτο στοά της αγοράς της πόλεως, ασφαλώς δε θα ήτο εκ των μεγαλύτερων οικοδομημάτων της.

Ομού μετά της αποπερατώσεως της ερεύνης του υπολοίπου μέρους της γραμμής του τείχους προς καταρτισμόν του σχεδιαγράμματος, είνε ακόμη ανάγκη να ερευνηθώσιν ανασκαφικώς δύο τρία σημεία τα όποια έχω επισημάνει εντός της πόλεως. Πιθανόν εις το εν τουλάχιστον εξ αυτών να υπάρχουν τα ερείπια ιερού. Επίσης θα ερευνηθούν μερικά θεμέλια οικοδομημάτων φρουριακού χαρακτήρος τα όποια παρετήρησα εις τους πλησίον λόφους. Όσον διά το νεκροταφείων της πόλεως εκ μερικών ενδείξεων φαίνεται ότι εξετείνετο προς νότον, εις τα καπνοτόπια του Ζαπαντίου, είνε δύσκολος δε ερευνά του καθόσον εις το μέρος εκείνο οι κάτοικοι ουδόλως στέργουν εις επεμβάσεις επί των πλουτοφόρων εδαφών των τα όποια ανεξαντλήτως καλλιεργούν. Εν τούτοις θα γίνουν απόπειραι τινες.

 

 

Πηγή: Πρακτικά τής ‘Αρχαιολογικής Εταιρείας 1928

AgrinioStories