15 Αυγούστου 2022

Γιαν. Ψυχοπαίδης: «Να ανιχνευθεί το πρόσωπο»

Μια «εθνική πινακοθήκη των ηρώων»
Από τις 22 Δεκεμβρίου στην Δημοτική Πινακοθήκη του Αγρινίου.

Μια χρωμολιθογραφία του Ανδρέα Μιαούλη, φορτωμένη κυριολεκτικά μ’ όλη τη σκόνη της ιστορίας, στάθηκε η αρχική σπίθα που πυροδότησε την έμπνευση για τη δημιουργία των πορτρέτων που συγκροτούν την έκθεση «Μορφές του ’21», η οποία παρουσιάστηκε στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Πειραιώς, πλάι στη μεγάλη ιστορική έκθεση «1821: Πριν και Μετά» και η οποία από τις 22 Δεκεμβρίου θα φιλοξενηθεί στην Δημοτική Πινακοθήκη του Αγρινίου.

Όπως αναφέρει ο Σπύρος Κακουριώτης στο monopoli.gr πριν από δέκα χρόνια, ο Γιάννης Ψυχοπαίδης, βοηθώντας την ομάδα νέων που θέλησε να ξαναζωντανέψει το χωριό της, το Ψάρι, στην Αρκαδία, βρέθηκε, στο από χρόνια κλειστό σχολείο του χωριού, μπροστά σε αυτό το σκονισμένο πορτρέτο, που ανέσυρε κάτω από ένα σωρό μπάζα. «Αυτή ήταν η αφορμή για τη δημιουργία μιας σχέσης με τα πρόσωπα αυτά», τόνισε ο ζωγράφος, μιλώντας σε μια ολιγάριθμη ομήγυρη δημοσιογράφων στο αίθριο του Μουσείου Μπενάκη, «η οποία απλώθηκε και σε άγνωστα ή λιγότερο γνωστά σε μένα πρόσωπα, που μου αποκάλυψε μοναδικές διαστάσεις των σκληρών αντιφάσεων που χαρακτηρίζουν τις ζωές αυτών των ανθρώπων».

Χαρακτική και ζωγραφική

Έτσι, από τον Μιαούλη πέρασε και σε άλλες μορφές, πρωταγωνιστικές ή όχι, που αποτυπώθηκαν σε μια μεγάλη σειρά ξυλογραφιών, μια ηρωική, μονόχρωμη και αυστηρή, πινακοθήκη ηρώων, από την οποία στην έκθεση παρουσιάζονται 40 προσωπογραφίες. Οι ξυλογραφίες αυτές αποτελούν το ένα τμήμα της έκθεσης, αυτό που αφορά «το ’21 που γνωρίζαμε μέχρι σήμερα», όπως παρατήρησε ο συνεπιμελητής της έκθεσης, ο ιστορικός Τάσος Σακελλαρόπουλος.

Το άλλο τμήμα, «το ’21 που μπορούμε να σκεφτούμε σήμερα», προέκυψε το καλοκαίρι του εγκλεισμού –χωρίς πρόθεση να συνδεθεί με την επέτειο, όπως τονίζει ο Γιάννης Ψυχοπαίδης – και αποτελείται από 30 περίπου έγχρωμα ζωγραφικά πορτρέτα των ίδιων, λίγο-πολύ, προσώπων: εδώ, από τη μονοχρωμία και την αυστηρότητα, ο καλλιτέχνης μεταφέρει τον θεατή σε μια έκρηξη θερμών τόνων, σε μια χρωματική ιλαρότητα, θα μπορούσε να πει κανείς, μολονότι οι μορφές παραμένουν εξίσου αγέλαστες και αυστηρές, όπως και στην χαρακτική εκδοχή τους.

 

Μαντώ Μαυρογένους

 

Ορθολογισμός και συναίσθημα

Συνδυάζοντας χαρακτική και ζωγραφική, ο καλλιτέχνης επιχειρεί να «παντρέψει» τον αυστηρό ορθό λόγο της χαρακτικής (που δεν είναι παρά «η ευθύνη μιας μαχαιριάς που ξέρεις ότι δεν μπορεί να κάνει πίσω», όπως είπε χαρακτηριστικά) με το χρώμα, «συναισθηματικό παράγοντα που διαθέτει ένα εκρηκτικό στοιχείο».

 

 

Βύρωνας και Φιλελληνισμός

Ο φιλελληνισμός, αποτελεί μια έννοια-κλειδί στην ανάλυση του Γιάννη Ψυχοπαίδη, όχι μόνο για την εξέλιξη της Επανάστασης πριν από 200 χρόνια, ρόλο που μελετά ενδελεχώς και όχι χωρίς συγκίνηση, όπως δείχνει ο γεμάτος οικειότητα τρόπος με τον οποίο μιλά για τον Βύρωνα, αλλά και για το σήμερα, για τις σχέσεις της Ελλάδας με τον κόσμο και τη στάση των σημερινών Δυνάμεων απέναντι στην Ελλάδα.

Σε μια απλιότερη συνέντευξή του στο Βήμα  και τον Τάκη Μαυρωτά  με αφορμή την έκθεσή του, face control, ο Γιάννης Ψυχοπαίδης είχε πει:

«Το πρόσωπο εκφράζει μια τραυματική εμπειρία στην πραγματικότητα και μέσα από τα επιμέρους τραύματα, τις επιμέρους χαρακιές και τις επιμέρους κηλίδες διαμορφώνεται τελικά το συγκεκριμένο πρόσωπο. Πάντα εκφράζει κάτι διαφορετικό· είναι υπαρκτά μοντέλα, άλλοτε πραγματικά και άλλοτε φανταστικά. Πρόκειται για ένα είδος πινακοθήκης προσώπων πολύ καθημερινών, συγκεκριμένων αλλά ταυτόχρονα και πάρα πολύ αφηρημένων».

«Για μένα είναι η διαδικασία της καταστροφής της μάσκας για να φανεί το πρόσωπο. Και ίσως όλα αυτά τα έργα να διακρίνονται από το στοιχείο του γδαρσίματος κάτω από την επιφάνεια. Με ενδιαφέρει να ανιχνευθεί το πρόσωπο μέσα από τη διαδικασία εκσκαφής· μέσα από μια ποιητική σκαπάνη που ανιχνεύει στρώματα για να αποκαλυφθεί το πρόσωπο μέσα από θραύσματα. Είναι μια τραυματική εμπειρία».

«Δεν με απασχολεί η έννοια της ομορφιάς. Με απασχολεί η έννοια του ενδιαφέροντος προσώπου, του χαρακωμένου προσώπου με την έννοια της εμπειρίας. Αυτό προσπαθώ να βρω μέσα σε αυτή τη σειρά των έργων που έχουν να κάνουν με πρόσωπα, με την ταυτότητα και την ιδιαιτερότητά τους. Η σάρκα του προσώπου είναι χρώμα και το χρώμα του γίνεται σάρκα. Τα στοιχεία του πλασίματος διαμορφώνουν τις χαρακιές του προσώπου. Το θέμα μου είναι ο πολλαπλός έλεγχος του προσώπου. Πρόκειται για μια μεγάλη σειρά η οποία διακρίνεται από ένα ψάξιμο σε διαφορετικά υλικά. Το κεντρικό και το μοναδικό τους θέμα είναι το πρόσωπο, άλλα φτιαγμένα μέσα από μια σειρά λάδια, άλλα από μια σειρά μεγάλες ξυλογραφίες ή λινόλεουμ και άλλα από μια σειρά σχέδια ή επιζωγραφισμένες πολαρόιντ».

«Με ενδιαφέρει η ζωγραφική. Οι πλαστικές αρχές. Το πορτρέτο δεν προϋπάρχει αλλά σταδιακά αποκαλύπτεται. Μέσα από τις αντιπαραθέσεις των χρωματικών κηλίδων διαμορφώνονται οι χαρακιές των σημείων που είναι ο χαρακτήρας των προσώπων. Είναι η σχέση μου με την εκφραστική δυνατότητα, τις αντιθέσεις των υλικών και τον εσωτερικό λόγο τους».

«Το να βυθιστεί κάποιος στην ψυχή του έχει ως προϋπόθεση το στοιχείο της βαθιάς απόλαυσης. Η σχέση με την ψυχή δεν είναι σχέση ενοχική αλλά βαθύτερης απόλαυσης. Οχι με την επιφανειακή έννοια αλλά με την ουσιαστική. Μιας άγριας χαράς που στην ουσία συνδέεται άμεσα με τη ζωγραφική πράξη. Δεν μπορεί να είναι ενοχική, μπορεί να είναι πένθιμη. Η διαδικασία προσέγγισης στο εικαστικό γίγνεσθαι είναι πάντα άμεσα συνδεδεμένη με την ίδια τη ζωή. Δηλαδή, κρύβει μια βαθιά χαρά. Δεν νοείται ζωγραφική πράξη χωρίς ζωγραφική απόλαυση. Και με αυτή την έννοια, με την εξερεύνηση των προσώπων – τοπίων, ήταν για μένα συνδεδεμένη με μια βαθιά χαρά».

«Δεν θα έλεγα ότι θεωρώ κάποιον δάσκαλό μου. Εχω πάρα πολλούς δασκάλους αλλά ο μεγαλύτερος δάσκαλος για μένα είναι η σχέση μου με την πραγματικότητα έτσι όπως αυτή διαμορφώθηκε από τα παιδικά μου χρόνια ως σήμερα. Από εκεί αντλώ τις σχέσεις μου με τη ζωή και τον εαυτό μου και όχι από το έργο των ομοτέχνων μου.

Από μικρός, χωρίς να ξέρω αν αυτό είναι καλό ή κακό, είχα μια μεγαλύτερη επαφή με την ευρωπαϊκή τέχνη παρά με την ελληνική. Αγνοούσα πολύ σημαντικά πράγματα ελληνικά ενώ σε υπερβολικό βαθμό ήμουν εξοικειωμένος με πράγματα της ευρωπαϊκής τέχνης τα οποία μου ήταν οικεία και γνωστά για λόγους προσωπικής βιογραφίας. Με τα χρόνια αυτή η σχέση άλλαξε και αποκαταστάθηκε μεταξύ αυτών μια ισορροπία. Ξεκίνησα να γνωρίζω με λεπτομέρειες π.χ. τη γερμανική τέχνη και αγνοούσα πολλά πράγματα από την ελληνική».

Κλείνουμε αυτό το μικρό αφιέρωμα στον Γιάννη Ψυχοπαίδη με ένα ντοκιμαντέρ, στο πλαίσιο της σειράς «Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΧΡΟΝΩΝ ΜΟΥ», στο οποίο ανοίγει το εργαστήριό του και μιλά για το έργο του εστιάζοντας στο 1983, χρονιά κατά την οποία αποκρυσταλλώνεται η δουλειά του με τα χρωματιστά μολύβια και τις επιζωγραφισμένες Polaroid. Είναι επίσης η χρονιά που φιλοτεχνεί μια σειρά έργων με τίτλο «Το γράμμα που δεν έφτασε», στην οποία επιχειρεί τη σύνθεση κολάζ με κεντρικό άξονα το γράμμα και τη γραφή.

Ο Γ. ΨΥΧΟΠΑΙΔΗΣ εκφράζει τους αισθητικούς του προβληματισμούς και παράλληλα σχολιάζει γεγονότα της εποχής και πώς αυτά αποτυπώνονται στο έργο του. Καθώς το 1983 τον βρίσκει στο Βερολίνο, κάνει αναφορά στις επιρροές που δέχτηκε κατά τη διάρκεια της παραμονής του εκεί, καθώς και στην προσπάθεια συγκερασμού του ελληνικού και ευρωπαϊκού κόσμου μέσα από το έργο του.

Δείτε ΕΔΩ το ντοκιμαντέρ

 


AgrinioStories | Επιμέλεια: Λευτέρης Τηλιγάδας