3 Οκτωβρίου 2022

Χρήστος Χατζηαγάπης – Στο Παναιτώλιο

«Η εγκατάσταση της οικογένειάς μου στο Παναιτώλιο,
δίπλα ακριβώς στη λίμνη Τριχωνίδα, ήταν κάπως συγκυριακή.»

  • Αφήγηση Χρήστου Χατζηαγάπη
    Επιμέλεια Κειμένου: Λ. Τηλιγάδας

«Ο πατέρας μου, όπως είπαμε, ήταν στην Αμερική και κάθε μήνα έστελνε ένα χρηματικό ποσόν για να συντηρείται όχι μόνο η οικογένεια του πατέρα του, αλλά και οι αδερφές του, οι οποίες εν τω μεταξύ παντρευτήκανε. Ο παππούς μου, ο πατέρας του πατέρα μου, ήταν τεχνίτης καραβιών. Έφτιαχνε καΐκια και ήταν περιζήτητος μάστορας. Γύριζε όλη την περιοχή της Μικράς Ασίας. Ο τόπος καταγωγής του, η Απολλωνιάδα, ήταν χτισμένη στις όχθες της μεγάλης ομώνυμης λίμνης, η οποία συγκοινωνούσε με την Προποντίδα.»

Οι Απολλωνιαδίτες της Καστοριάς

Υπάρχουν ευθείες αναλογίες και ομοιότητες των οικισμών της Απολλωνιάδας και της Καστοριάς. Ο οικισμός της Απολλωνιάδας κατοικείτο πριν το 1922 κυρίως από Έλληνες, οι οποίοι είχαν ως κύριο επάγγελμα τη σηροτροφία, αλλά και πολλούς απασχολούσε η αλιεία. Αυτός είναι και ο λόγος που τους έκανε να συγκεντρωθούν στην Καστοριά, όπου εξάσκησαν το επάγγελμα των ναυτικών προγόνων τους. Η Απολλωνιάδα, παρά το γεγονός ότι βρίσκεται σε μεσόγεια περιοχή κοντά στην Προύσσα και στο όρος Όλυμπος, διέθετε 200 με 300 πλοιάρια και ήταν συνδεδεμένη με τη θάλασσα της Προποντίδας μέσω του πλωτού ποταμού Ρυνδάκου. Συνιστούσαν έτσι με τα πλεούμενά τους τις αρτηρίες ενός κόσμου που έφτανε μέχρι τον Εύξεινο και το Αιγαίο και είχε σαν άξονα την Προποντίδα, τον Ελλήσποντο και το Βόσπορο.
Μετά την αποχώρηση των Τούρκων στα τέλη του 1924, με την ανταλλαγή των πληθυσμών που συμφωνήθηκε στις 30.1.1923 στη Λωζάννη, έφθασαν στην Καστοριά 43 οικογένειες ψαράδων από την Απολλωνιάδα. Μαζί τους μετέφεραν πάνω σε κάρο μια βάρκα τους, μια κουτούκα με ιστίο, όπως την περιέγραψε σε ξυλογραφία του ο Φώτης Κόντογλου. Με την εργατικότητα και την πείρα τους οι πρόσφυγες ψαράδες κατάφεραν να εκμεταλλευτούν τον πλούτο της λίμνης της Καστοριάς και να ορθοποδήσουν οικονομικά. Μάλιστα, εκτός από την αλιεία, ήταν σε θέση σε λίγα χρόνια να ναυπηγήσουν τα παραδοσιακά σκάφη της λίμνης της Καστοριάς, (καράβια και μονόξυλα) σαν ανάμνηση των καϊκιών (ντουμπάζια), που οι ίδιοι και οι πρόγονοί τους ναυπηγούσαν για τη λίμνη Απολλωνιάδα.
Οι Απολλωνιαδίτες εγκαταστάθηκαν αρχικά σε ανταλλάξιμα μουσουλμανικά σπίτια της Καστοριάς, τα οποία εγκαταλείφθηκαν από τους αποχωρούντες μουσουλμάνους ιδιοκτήτες τους.[1] Η πόλη της Καστοριάς είχε πριν το 1923 λιγότερους από 2.000 μουσουλμάνους κατοίκους.

 

Οι οικογένειες Στέφανου Χατζηαγάπη και Φώτη Μαντόγλου γιορτάζουν τα κούλουμα στην Αγία Παρασκευή του Αγρινίου (Συνοικισμός). Διακρίνονται από δεξιά προς τα αριστερά: Στέφανος Χατζηαγάπης, Βασιλική Χατζηαγάπη, Φώτης Μαντόγλου και η γυναίκα του Μαγιούλα Μαντόγλου – Χατζηαγάπη (μπροστά ανάμεσα στα παιδιά).

 

«Το γεγονός, ότι η Απολλωνιάδα ήταν μια παραλίμνια πόλη, έκανε το σύνολο των Ελλήνων που εγκατέλειψαν την περιοχή με την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1924, να προτιμήσουν την Καστοριά για τόπο της νέας τους εγκατάστασης, αφού και η περιοχή και το τοπίο, και οι ασχολίες της περιοχής έμοιαζαν πάρα πολύ με τον τόπο καταγωγής τους. Αυτή βέβαια ήταν μια οργανωμένη εγκατάσταση, ενώ η εγκατάσταση της οικογένειάς μου στο Παναιτώλιο, δίπλα ακριβώς στη λίμνη Τριχωνίδα, ήταν κάπως συγκυριακή.»

 

Κοινότητα Παναιτωλίου

Πιθανή χρονολογία ίδρυσης της κοινότητας Παναιτωλίου, αναφέρει η Κωνσταντούλα Σχισμένου – Λειβαδίτη[2], είναι το 1912 με το βασιλικό διάταγμα 31.8.1912, ΦΕΚ 26, τεύχος Α. Το κοινοτικό γραφείο στεγαζόταν τότε στο σπίτι του Θόδωρου Καλφούτζου και κατόπιν στο σπίτι του Αντώνη Πετρόπουλου.
Ένας από τους πρώτους προέδρους της κοινότητας ήταν και ο Δημήτρης Κατσιμάρης, συγγενής του Γιώργου Κατσιμάρη, ο οποίος άσκησε το αξίωμά του πριν το 1925 χωρίς αυτό να διευκρινίζεται επ΄ακριβώς. Την εποχή στην οποία αναφέρεται ο κ. Χατζηαγάπης, πρόεδρος στην κοινότητα ήταν ο Θεόδωρος Μπεσύρης, η θητεία του οποίου ξεκίνησε το 1925 και τέλειωσε το 1930.

 

Δημήτρης Κατσιμάρης και Θεόδωρος Μπεσύρης

 

«Ο πατέρας μου ήρθε στην Ελλάδα από την Αμερική το 1928. Από την ώρα όμως που έφυγε από την Αμερική μέχρι και τη στιγμή που έφτασε στο Παναιτώλιο, μεσολάβησε ένα σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα κατά τη διάρκεια του οποίου «το έμβασμα του Αμερικάνου» δεν είχε έλθει στην οικογένειά του. Αποτέλεσμα ήταν, ο πατέρας μου, να αναγκαστεί να χρεωθεί ένα σακί αλεύρι από κάποιον Κατσιμάρη – Γεώργιο Κατσιμάρη – που είχε ένα μαγαζί στο Παναιτώλιο και εκτός των άλλων πωλούσε και άλευρα.

Όταν έφτασε ο πατέρας μου στο χωριό, είπε στον πατέρα του: “Το διάστημα αυτό που δεν σας έστειλα χρήματα πώς τη βγάλατε”; Ο παππούς μου του είπε ότι πήρε ένα σακί αλεύρι βερεσέ. Ο πατέρας μου τότε, πήγε και βρήκε τον Κατσιμάρη στο μαγαζί του και του είπε: “Έκανες ένα καλό στον πατέρα μου, στην οικογένειά μου, θα σου κάνω κι εγώ ένα, για να βγάλω την υποχρέωση”. Του πρότεινε λοιπόν να βάλει κεφάλαια και να μεγαλώσουν την επιχείρηση του Κατσιμάρη ανοίγοντας και άλλα μαγαζιά στο Παναιτώλιο. Εκείνος άλλο που δεν ήθελε. Συμφώνησαν μεταξύ τους και άνοιξαν ένα παντοπωλείο με όλη τη σημασία της λέξεως στο Παναιτώλιο, καθώς και δυο φούρνους που βγάζανε ψωμί.

Ο “Αμερικάνος” εκείνη την εποχή σ’ ένα μικρό χωριό, όπως το Παναιτώλιο – και όχι μόνο – ήταν ο νούμερο ένα γαμπρός, για λόγους που σίγουρα καταλαβαίνεις. Τα προξενιά ήταν πολλά και ο γάμος ήρθε γρήγορα. Ένα μόλις χρόνο μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, το 1929.

Η μάνα μου λεγόταν Αυγουστίδη Βασιλική και έμενε στα Μπακαλέικα, στα “ματζάτα”, όπως λέγονταν κάτι μικρά και ισόγεια σπιτάκια, που είχε στην ιδιοκτησία του ο Τάκης ο Μπακάλης. Ο Τάκης είχε τρία παιδιά: το Χρήστο, που γλύτωσε από την εκτέλεση των 120 στην Αγία Τριάδα, αλλά πέθανε αργότερα από φυματίωση, το Βλάση και το Γιώργο.

Ο πατέρας μου και η μάνα μου παντρεύτηκαν στον Άγιο Γεώργιο και πήγαν να ζήσουν στο Παναιτώλιο. Ένα χρόνο μετά, το 1930, γεννήθηκε ο μεγάλος μου αδερφός, ο Γιάννης.

Μαζί με τον Κατσιμάρη, εκτός από τα μαγαζιά που έκαναν, επιχείρησαν και μια μεγάλη καλλιέργεια καπνού, που εκείνες τις εποχές ήταν εξαιρετικά κερδοφόρα. Βάλανε ενενήντα (90) στρέμματα καπνό με εργάτες, για να μεγαλώσουνε τα έσοδά τους. Για κακή τους τύχη όμως «πέφτει» ένα καταστρεπτικό χαλάζι και δεν πήρανε δραχμή. Ούτε καν αποζημίωση. Μέσα σε μια στιγμή χάσανε όλα τα κεφάλαια που είχαν επενδύσει στην καλλιέργεια αυτή.

Παράλληλα είχε ξεκινήσει και η μεγάλη οικονομική κρίση του ’30, όπως έχει καταγραφεί. Ο κόσμος, ο οποίος στη μεγάλη πλειοψηφία του ήταν αγρότες, δεν είχε χρήματα για να πληρώσει και ο πατέρας μου με τον Κατσιμάρη άρχισαν να πουλάνε βερεσέ ψωμί, αλεύρια, ζάχαρη, περιμένοντας να εισπράξουν όταν θα πουλιόνταν τα καπνά. Έπεσε όμως το χαλάζι και στην προηγούμενη καταστροφή προστέθηκε κι αυτή, αφού κανένα από τα βερεσέδια δεν μπορούσε να ξεχρεωθεί.

Είδε ο πατέρας μου ότι εκείνα τα οποία είχε λαμβάνειν από το μαγαζί, το εμπόρευμα που είχαν μέσα δηλαδή, σε σχέση με αυτά που χρωστούσαν στους μεγάλους προμηθευτές από τον Πειραιά και την Αθήνα, δεν έφτανε με τίποτα να καλύψει τη ζημιά και πρότεινε στον Κατσιμάρη να κρατήσει αν ήθελε μόνος του την επιχείρηση και ο ίδιος να αποχωρήσει χωρίς καμιά υποχρέωση απέναντί του. Ο Κατσιμάρης λοιπόν, ο οποίος με το συνεταιρισμό που είχε κάνει με τον πατέρα μου είχε μεγαλώσει τη φήμη του σαν επιχειρηματίας παντρεύτηκε και πήρε μια μεγάλη προίκα για κείνη την εποχή. Μπόρεσε λοιπόν και συνέχισε την επιχείρηση ενώ ο πατέρας μου πήρε την οικογένειά του και την οικογένεια του πατέρα του και ήρθε στο Αγρίνιο.»

 

Δείτε όλες τις αναρτήσεις της αφήγησης του Χρ. Χατζηαγάπη ΕΔΩ

Παραπομπές:1.Πάνου Τσολάκη, Ο Προσφυγικός Συνοικισμός της Καστοριάς. Έκδοση Προσφ. Συλ. Απολλωνιαδιτών Καστοριάς, Θεσσαλονίκη 2010. | 2. Κων. Σχισμένου, Το Παναιτώλιο στα μονοπάτια του Χρόνου, έκδοση Δ. Θεστιέων, 2010
Φωτογραφία: Ο Στέφανος Χατζηαγάπης με τη γυναίκα του Βασιλική Αυγουστίδη – Χατζηαγάπη, τη μητέρα του και μία γειτόνισσα στην Αγία Μαρίνα της Καμαρούλας

AgrinioStories