7 Οκτωβρίου 2022

Χρήστος Χατζηαγάπης – Aπό την Προύσα στο Παναιτώλιο

«Όταν, μετά την μικρασιατική καταστροφή,
έφτασε η οικογένεια του πατέρα μου στην Αιτωλία,
εγκατασταθήκανε στο Παναιτώλιο».

  • Αφήγηση Χρήστου Χατζηαγάπη
  • Επιμέλεια Κειμένου: Λ. Τηλιγάδας

Εισαγωγή
«Οι σκέψεις των ανθρώπων, οι μνήμες τους ή ακόμα και εκείνα που νομίζουν ότι σκέφτηκαν, συνιστούν ιστορικό γεγονός», υποστηρίζει ο Ρόναλντ Φρέιζερ (Ronald Angus Fraser), ένας από τους σπουδαιότερους εκπροσώπους της σχολής της προφορικής ιστορίας, του οποίου το αριστούργημα, «Blood of Spain», για τον Ισπανικό Εμφύλιο βασιζόταν εξ ολοκλήρου σε προφορικές συνεντεύξεις. Με αυτή την πεποίθηση ξεκινήσαμε τις συναντήσεις μας με το κ. Χρήστο Χατζηαγάπη τον Οκτώβριο του 2018 και καταγράψαμε ηχητικά την αφήγησή του, με τη βεβαιότητα ότι όλες αυτές οι εικόνες της μνήμης του μπορούν να γεμίσουν τις σιωπές της ιστοριογραφίας αυτής της πόλης με ήχους και αρώματα, ανεξάρτητα και πέρα από την υποκειμενικότητα της πηγής τους, διατηρούν αναλλοίωτα όλα τα χρώματα και τα αρώματα των καιρών που έζησε.

Πριν όμως περάσουμε σε αυτή καθ’ αυτή την αφήγηση, κρίνουμε σκόπιμο να αναφερθούμε στα βασικά βιογραφικά του στοιχεία, αφού έτσι κι αλλιώς τα περισσότερα θα τα μάθουμε από την αφήγησή του.

 

Από αριστερά προς τα δεξιά διακρίνονται οι: Χρήστος Χατζηαγάπης (Ο αφηγητής μας), Στέφανος Χατζηαγάπης, (ο πατέρας του), Νίκος Χατζηαγάπης (ο αδερφός του), και ο Γιάννης Ροδάτος (ένας φίλος του τελευταίου)

 

Ο Χρήστος Χατζηαγάπης, γόνος προσφύγων και μεταναστών Μικρασιατών, γεννήθηκε στη συνοικία Ντούτσαγα του Αγρινίου στις 9 Νοεμβρίου του 1931. Τελείωσε το 3ο δημοτικό σχολείο Αγρινίου, καθώς και το μοναδικό εκείνη την εποχή γυμνάσιο της πόλης και σπούδασε στην Ανωτάτη Εμπορική Σχολή των Αθηνών. Με γραπτό διαγωνισμό μπήκε στην Αγροτική Τράπεζα από την οποία και συνταξιοδοτήθηκε το 1987 με το βαθμό του υποδιευθυντή του καταστήματος Αγρινίου. Το 1962 παντρεύτηκε την Ευαγγελία Νείλα και απέκτησε μαζί της τέσσερα παιδιά: το Στέφανο, το Γιάννη, τη Βασιλική και το Βαγγέλη. Σήμερα ζει στην ίδια πάντα γειτονιά της πόλης, και η αφήγησή του, είτε γραπτή είτε προφορική, προσθέτει ακόμα μία ψηφίδα στην καταγραφή και τεκμηρίωση της κοινωνικής και ιστορικής μνήμης του Αγρινίου.

Να αναφέρουμε στο σημείο αυτό ότι η καταγωγή της οικογένειας του κυρ-Χρήστου είναι η Απολλωνιάδα της Μικράς Ασίας ή αλλιώς, Απολλωνία επί Ρυνδάκω. Η πόλη αυτή βρίσκεται στα νότια της Αρχαίας Προποντίδας (Θάλασσα του Μαρμαρά), στα δυτικά του νομού Bursa (=Προύσα) πάνω σε μια βραχώδη χερσόνησο της ομώνυμης λίμνης. Η αρχαία πόλη χτίστηκε πάνω στη χερσόνησο που αποτελείται από δύο λόφους με προεξοχή στη βόρεια άκρη της λίμνης. Στην περιοχή γύρω από τη λίμνη Απολλωνιάδα εγκαταστάθηκαν πιστικοί (=ποιμένες) από τη Μάνη, οι οποίοι μεταφέρθηκαν εκεί ως αιχμάλωτοι από τους Οθωμανούς τον 15ο, 18ο ή 19ο αιώνα, σύμφωνα με τις αντίστοιχες ιστορικές εκδοχές. Κατά την Οθωμανική Εποχή η πόλη της Απολλωνίας μίκρυνε αρκετά και περιορίστηκε μόνο πάνω στο νησί. Κατά τη Μικρασιατική εκστρατεία, όταν ο ελληνικός στρατός άρχισε να υποχωρεί, όσοι Ρωμιοί κατοικούσαν στο νησί, άρχισαν να αποχωρούν και να μεταναστεύουν στην Ελλάδα.

Aπό την Προύσα στο Παναιτώλιο

«Να ξεκινήσουμε απ’ την αρχή», μου είπε ο κυρ-Χρήστος με το που ξεκίνησε το μαγνητόφωνο να γράφει… «Λίγα λόγια πρώτα για τον πατέρα μου. Ο πατέρας μου, Στέφανος Χατζηαγάπης του Ιωάννη, έφυγε από την Απολλωνιάδα της Μικράς Ασίας το 1912, μαζί με άλλα παιδιά της ηλικίας του, για να μην καταταγεί στον Τουρκικό στρατό, αφού ήταν κληρωτός του ΄12.

Το καράβι στο οποίο είχε προσληφθεί ο πατέρας μου ως μαραγκός, είχε κουβαλήσει ξυλεία από τη Σουηδία στην Τουρκία κι από κει είχε φορτώσει διάφορα εμπορεύματα, κυρίως γεωργικά, για να τα μεταφέρει στη μακρινή Σκανδιναβική χώρα. Κατά τη διάρκεια όμως του ταξιδιού της επιστροφής του, το καράβι πουλήθηκε και ο παλιός ιδιοκτήτης του, όταν αυτό έπιασε στη Σουηδία, έδωσε δώρο στους εργαζόμενους έξι μηνιάτικα. Με αυτά τα λεφτά και με άλλο καράβι, ο πατέρας μου έφυγε και ταξίδεψε, κανονικά πλέον, ως μετανάστης για την Αμερική.

Πρώτα πήγε στη Βραζιλία, όπου παρέμεινε τέσσερα χρόνια. Εκεί εργάστηκε σαν εργάτης ανειδίκευτος σε εργοστάσια που έφτιαχναν σπαθιά, καθώς και στην κατασκευή του σιδηροδρομικού δικτύου της χώρας που αναπτύσσονταν με γοργούς ρυθμούς εκείνη την εποχή και χρειάζονταν «χέρια». Μετά από τέσσερα χρόνια σκληρής δουλειάς μπόρεσε και μεταπήδησε στη βόρειο Αμερική, στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αρχικά πήγε στο Σικάγο, όπου δούλεψε σαν γκαρσόνι σε ελληνικό εστιατόριο.

Όταν πρωτοπήγε στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπως μου ΄λεγε, τον ρώτησαν, εάν θέλει να στρατευτεί στις ένοπλες δυνάμεις των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο πατέρας μου τους απάντησε ότι αυτός έφυγε από την Τουρκία για να μην πάει στρατιώτης. «Δεν θέλω να πάω στρατιώτης» τους είπε. Οι αρμόδιοι όμως του γραφείου επέμεναν: “Αν βρεθεί η πατρίδα σε δύσκολη θέση”, του είπαν, “και χρειαστεί να πας να πολεμήσεις για τις Ηνωμένες Πολιτείες, θα πας”;

“Όχι”, τους λέει ο πατέρας μου.

Αυτό το “όχι” ήταν εκείνο που τον έσωσε, γιατί οι φίλοι και οι άλλοι συγγενείς του, που είχανε πάει σχεδόν μαζί του στην Αμερική και ανταμώσανε εκεί, είπανε ότι: “Ε… αν χρειαστεί η πατρίδα και μας έχει ανάγκη και κινδυνεύει, θα πάω”. Με το πρώτο μπαμ που έγινε τότε, στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο το ’14, τους πήρανε όλους στρατιώτες, ενώ τον πατέρα μου, που είπε “όχι”, δεν τον πήρανε. Δεν πήγε στρατιώτης. Σε όλη του τη ζωή δεν ήξερε καθόλου από όπλα.

«Ο πατέρας μου, όταν πήγε στην Αμερική, πήρε το όνομα Ιωάννου, γιατί οι περισσότεροι που πήγαιναν στην Αμερική, δεν βάζανε τα επίθετά τους· βάζανε το όνομα του πατέρα τους. Γι’ αυτό πήρε το όνομα του πατέρα του: Στέφανος Ιωάννου. Πολλές φορές μάλιστα, μετά τον ερχομό  του, μπερδευόταν και δεν έλεγε Χατζηαγάπης· έλεγε, Ιωάννου.

Από το Σικάγο έφυγε και πήγε στη Νέα Υόρκη. Εκεί έκανε το πρώτο δικό του εστιατόριο και σιγά – σιγά, με πολλή δουλειά κατόρθωσε να ανοίξει άλλο ένα.

Από την πρώτη στιγμή που πάτησε το πόδι του στην Αμερική το μυαλό του ήταν, στην πατρίδα του. Κι όταν αυτή καταστράφηκε, ο νους του, αν και στα ξένα, ήταν εκεί που ήταν η οικογένειά του».

Με το τέλος του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1918-1922 και τη φυγή από την Τουρκία της ελληνικής διοίκησης, που είχε εγκατασταθεί στα δυτικά μικρασιατικά παράλια, με τη Συνθήκη των Σεβρών, σε συνδυασμό με την άτακτη υποχώρηση του ελληνικού στρατού μετά την κατάρρευση του μετώπου, οδήγησε το σύνολο του ελληνικού στοιχείου της Μικράς Ασίας να πάρει με βίαιο τρόπο το σκληροτράχηλο δρόμο της προσφυγιάς. Ένα τεράστιο προσφυγικό κύμα φτάνει στα παράλια της Ιωνίας και αγωνίζεται με κάθε τρόπο και κάθε μέσο να περάσει το Αιγαίο και να φτάσει «απέναντι», ενώ ένα άλλο επιλέγει να φτάσει στην Ελλάδα μέσω της ανατολικής Θράκης.

«Όταν, μετά την μικρασιατική καταστροφή, έφτασε η οικογένεια του πατέρα μου στην Αιτωλία, ως πρόσφυγες, εγκατασταθήκανε στο Παναιτώλιο. Ένας στρατιώτης, ονόματι Σωτήρης Λιαμέτης, που υπηρετούσε στη Μικρά Ασία, είχε αρραβωνιαστεί στην Προύσα μία αδερφή του πατέρα μου, την Αναστασία. Αυτός λοιπόν, τους είχε πει, ότι εδώ, στο Παναιτώλιο, είχε κτήματα και πως θα τους προσέφερε δουλειά για να τους βοηθήσει να σταθούν στα πόδια τους.

Ο πατέρας μου είχε τέσσερις αδερφές. Αυτός ήταν το μοναδικό αγόρι στην οικογένεια. Η μεγαλύτερη αδερφή του πατέρα μου, η Σουλτάνα, ήταν παντρεμένη από τη Μικρά Ασία με κάποιον Αριστοτέλη Μαντόγλου, ο οποίος είχε μια άμαξα με τέσσερις ρόδες και άλογα. Εκεί φορτώσανε όλοι μαζί τα υπάρχοντά τους, όσα μπορούσαν να πάρουν μαζί τους και ξεκίνησαν το μεγάλο ταξίδι από την Απολλωνία μέχρι το Παναιτώλιο με τα πόδια. Από την Ανατολική Θράκη, περάσανε στη Θράκη, όπου η θεια μου γέννησε την πρώτη της κόρη.

Η οικογένεια της αδερφής του πατέρα μου, οι Μαντόγλου, έμειναν στα Κατσωρέικα, αφού εκεί βρήκαν δουλειά, ως σέμπροι, στα κτήματα κάποιου ονόματι Γιώργου Τόλη. Η οικογένεια του παππού μου φτάνοντας στο Παναιτώλιο συνειδητοποίησε ότι, όλα όσα τους είχε πει ο Λιαμέτης δεν είχαν καμία βάση. Το μόνο περιουσιακό στοιχείο που είχε αυτός και η οικογένειά του ήταν ένα μικρό καλύβι και τίποτ’ άλλο.»

 

Δείτε όλες τις αναρτήσεις της αφήγησης του Χρ. Χατζηαγάπη ΕΔΩ

 

Φωτογραφία ανάρτησης: Φωτογραφία βγαλμένη στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Όρθιος δεξιά ο Στέφανος Χατζηαγάπης με δύο ξαδέρφια του.

AgrinioStories