7 Δεκεμβρίου 2022

Bob Marley: Σκόρπισε στον κόσμο τις φτωχογειτονιές της Τζαμάικα

Αλλαξε για πάντα την πορεία της μουσικής.
Δημιούργησε έναν ήχο
που ταξίδεψε τις φτωχογειτονιές της Τζαμάικα σε όλο τον κόσμο.

Λάτρευε τις γυναίκες, αγαπούσε το ποδόσφαιρο
και η απάντησή του σε κάθε ερώτηση περιείχε τη λέξη «αγάπη».

 

  • Επιμέλεια αφιερώματος: Λευτέρης Τηλιγάδας

Ο Μπομπ Μάρλεϊ (Bob Marley) γεννήθηκε στις 6 Φεβρουαρίου 1945 στο χωριό Νάιν Μάιλς ως Ρόμπερτ Νέστα Μάρλεϊ. Ήταν γιος του πενηντάχρονου άγγλου λευκού στρατιωτικού Νόρβαλ Σινκλέρ Μάρλεϊ και της δεκαοκτάχρονης Σιντέλα Μπούκερ, μιας ντόπιας μαύρης. Ο πατέρας του ζούσε στο Λίβερπουλ, αλλά βοηθούσε οικονομικά τον μικρό του γιο και τη μητέρα του, μέχρι τον θάνατό του το 1955. Τότε, ο Μπομπ και η μητέρα του αναγκάσθηκαν να μετακομίσουν στον τενεκοδομαχαλά Τρέντσταουν του Κίνγκστον, ελλείψει χρημάτων. Εκεί ο μικροσκοπικός Μπομπ (δεν ξεπέρασε ποτέ το 1,63 μ. σε ύψος), αναγκάσθηκε να ατσαλώσει τον χαρακτήρα του για να επιβιώσει, καθώς αντιμετώπιζε την προκατάληψη τόσο των λευκών όσο και των μαύρων.

Σε ηλικία 14ων ετών, εγκατέλειψε το σχολείο και άρχισε να δουλεύει ως βοηθός οξυγονοκολλητή. Τις ελεύθερες ώρες του έπαιζε μουσική με τον φίλο του Νέβιλ «Μπάνι» Λίβινγκστον (γνωστότερο αργότερα ως Μπάνι Γουέιλερ) και τον Τζο Χιγκς, έναν εκκολαπτόμενο τραγουδιστή και μέλος του κινήματος των Ρασταφάρι, ένα περίεργο κράμα από βιβλικές προφητείες, φιλοσοφία της επιστροφής στη φύση και μαύρου εθνικισμού, που αποθεώνει τη λατρεία της μαριχουάνας και τη νοσταλγία επιστροφής στην Αφρική. Στην παρέα προστέθηκε και ο νεαρός Πίτερ Μάκιντος (γνωστός αργότερα ως Πίτερ Τος). Το 1962 ο Μάρλεϊ ηχογράφησε τα δύο πρώτα του σινγκλ Judge Not και One Cup of Coffee, που πέρασαν απαρατήρητα και τα γνωρίσαμε από τις μεταθανάτιες συλλογές τραγουδιών του.

 

 

Το 1963, οι Bob Marley, Bunny Wailer, Peter Tosh , Junior Braithwaite, Beverley Kelso και Cherry Smith σχημάτισαν ένα γκρουπ, που έπαιζε σκα και ροκστίντι μουσική (πρώιμες μορφές ρέγγε), με την ονομασία The Teenagers. Μετά από συνεχείς αλλαγές, το συγκρότημα κατέληξε στην ονομασία The Wailers. H επιτυχία δεν ήρθε και ο Μάρλεϊ αναγκάσθηκε να μετακομίζει με τη γυναίκα του Ρίτα Άντερσον στο σπίτι της πεθεράς του στο Ντελαγουέρ των ΗΠΑ, όπου δούλεψε ως εργάτης στη χημική βιομηχανία Ντιπόν και την αυτοκινητοβιομηχανία Κράισλερ.

 

Μπομπ Μάρλεϊ και Ρίτα Άντερσον

 

Η μισθωτή εργασία δεν τον ενθουσίασε και το 1967 επέστρεψε στο νησί για να ασχοληθεί και πάλι με τη μουσική. Τότε έγινε μέλος του κινήματος των Ρασταφάρι και υιοθέτησε τα χαρακτηριστικά κοτσιδάκια (dreadlocks), που έγιναν το σήμα κατατεθέν του και αργότερα παγκόσμια μόδα.

Από το 1968 έως το 1972 οι Γουέιλερς ξαναηχογράφησαν κάποια από τα παλιά τους κομμάτια, εμπορικοποίησαν τον ήχο τους και χτύπησαν τις πόρτες των δισκογραφικών εταιρειών. Το 1972 κυκλοφόρησε το πρώτο τους άλμπουμ με τίτλο Catch A Fire (Stir It Up, Kinky Reggae), που κινήθηκε καλά. Ένα χρόνο αργότερα ακολούθησε το Burnin’ με τραγούδια όπως τα Get Up, Stand Up και το I shot the Sheriff, που έγινε παγκόσμια επιτυχία στη διασκευή του Έρικ Κλάπτον και βοήθησε στην εκτόξευση της δημοτικότητας του Μπομπ Μάρλεϋ.

 

Το 1974 οι Γουέιλερς διαλύθηκαν, λόγω διαφωνιών. Οι Λίβινγκστον και Μάκιντος ακολούθησαν σόλο καριέρα, ο πρώτος ως Μπάνι Γουέιλερ και ο δεύτερος ως Πίτερ Τος. Ο Μάρλεϊ κράτησε το όνομα του συγκροτήματος και εμφανιζόταν ως Μπομπ Μάρλεϊ και Γουέιλερς με μουσικούς, όπως οι αδελφοί Κάρλτον και Άστον Μπάρετ στο ρυθμικό τμήμα και οι Τζούνιορ Μάρβιν και Αλ Άντερσον στις κιθάρες. Τους συνόδευε πάντα στα φωνητικά το γυναικείο τρίο I Threes, που το αποτελούσαν η γυναίκα του Μάρλεϊ, Ρίτα, η Μάρσια Γκρίφιθς και η Τζούντι Μόουατ.

Το 1975 σημειώνει την πρώτη παγκόσμια επιτυχία του με το τραγούδι No Woman, No Cry από το άλμπουμ Natty Dread. Τον επόμενο χρόνο το Rastaman Vibration γνωρίζει μεγάλη επιτυχία στις ΗΠΑ και παραμένει για τέσσερεις εβδομάδες στα δέκα πρώτα άλμπουμ του αμερικανικού πίνακα επιτυχιών. Τώρα, ο Μπομπ Μάρλεϊ είναι ένας καλλιτέχνης παγκοσμίου βεληνεκούς, με γεμάτες συναυλίες όπου κι αν εμφανίζεται. Η ρέγκε (ένα κράμα σκα, ρυθμ εντ μπλουζ και ροκ, μια μουσική νευρώδης και ράθυμη συγχρόνως) γίνεται παγκόσμια μουσική γλώσσα και επηρεάζει πολλούς καλλιτέχνες σε κάθε σημείο του πλανήτη.

Το Δεκέμβριο του 1976 ο Μάρλεϊ επιστρέφει δόξη και τιμή στην Ιαμαϊκή για να συμβάλει στην εκτόνωση των πολιτικών συγκρούσεων, αλλά παραλίγο να χάσει τη ζωή του, όταν άγνωστοι αποπειρώνται να τον δολοφονήσουν. Εγκαταλείπει άρον-άρον το νησί και εγκαθίσταται στο Λονδίνο, όπου ηχογραφεί δύο άλμπουμ, το Exodus (Exodus, Waiting in Vain, Jammin’, One Love) και το Kaya (Is this Love, Sun is shinning). To 1978 επιστρέφει στην πατρίδα του και διοργανώνει μια συναυλία πολιτικής συμφιλίωσης, που έμεινε στην ιστορία ως One Love Peace Concert.

Την ίδια χρονιά κυκλοφορεί το διπλό «ζωντανό» άλμπουμ Babylon by Bus και το πολιτικά φορτισμένο Survival, με τραγούδια όπως τα Zimbabwe, Africa Unite, Wake Up and Live και Survival. Το 1980, το Uprising είναι το πιο θρησκευτικό του άλμπουμ, που έμελλε να είναι το κύκνειο άσμα του. Περιείχε τραγούδια όπως τα Redemption Song και Forever Loving Jah.

Τον Ιούλιο του 1977, ο Μάρλεϊ ένοιωσε ενοχλήσεις στο μεγάλο δάχτυλο του δεξιού του ποδιού. Υποβλήθηκε σε εξετάσεις και οι γιατροί διέγνωσαν κακοήθες μελάνωμα. Του ζήτησαν να προχωρήσουν σε ακρωτηριασμό του δαχτύλου του για να σώσουν τη ζωή του, αλλά αυτός αρνήθηκε, επειδή του το απαγόρευαν οι πεποιθήσεις του ως Ρασταφάρι. Επιπροσθέτως, αρνήθηκε να συντάξει διαθήκη για να διευθετήσει τα περίπλοκα περιουσιακά του, καθότι είχε αποκτήσει 12 παιδιά από 8 διαφορετικές γυναίκες. Το απαγόρευε και αυτό ο Ρασταφαριανισμός.

 

 

Ο καρκίνος γρήγορα εξαπλώθηκε στα ζωτικά του όργανα. Στις 23 Σεπτεμβρίου 1980 έδωσε την τελευταία του συναυλία στο Πίτσμπουργκ. Βρισκόταν ένα βήμα από τον θάνατο όταν κάλεσε ένα διάσημο γερμανό γιατρό για να τον θεραπεύσει. Ο καρκίνος βρισκόταν στο τελευταίο του στάδιο και ο Μπομπ Μάρλεϊ πέρασε στην αιωνιότητα το πρωί της 11ης Μαΐου 1981 σε νοσοκομείο του Μαϊάμι.

Ο Μπομπ Μάρλεϊ τραγούδησε τον έρωτα, την αγάπη, αλλά και την καταπίεση των μαύρων από τους λευκούς. Βρέθηκε στη δίνη των πολιτικών αντιπαραθέσεων στην πατρίδα του, με μια εις βάρος του απόπειρα δολοφονίας. Όμως, γρήγορα έγινε λαϊκό είδωλο και η ημερομηνία γέννησής του τιμάται ως Εθνική Εορτή στη Τζαμάικα. Πολλά του οφείλουν οι καλλιτέχνες της ραπ, ενώ κάποιοι μουσικοκριτικοί δεν διστάζουν να τον αποκαλέσουν «Νονό του Χιπ-Χοπ», εκτός βεβαίως από «Βασιλιά της Ρέγκε», τίτλος που του ανήκει δικαιωματικά. Το άλμπουμ Legend, που κυκλοφόρησε τρία χρόνια μετά τον θάνατό του και περιέχει τις μεγαλύτερες επιτυχίες του έχει γίνει 10 φορές πλατινένιο, με πωλήσεις που ξεπερνούν τα 12 εκατομμύρια αντίτυπα (2008).

Ο απόστολος της ρέγκε και του ρασταφαρισμού πέθανε το 1981 και μέχρι το 1995 όταν επιτέλους βγήκε μια δικαστική απόφαση που έβαζε σε τάξη τα πράγματα με τη διαθήκη του, οι συγκρούσεις μεταξύ των μουσικών του, των παραγωγών και των μελών της εκτεταμένης οικογένειας Μάρλεϊ ήταν πολύ βίαιες, μερικές πληγές μάλιστα δεν έχουν επουλωθεί ακόμα.

Στις 19 Απριλίου 2012, στο λιμάνι του Κίνγκστον, πρωτεύουσα της Τζαμάικα, εμφανίστηκε μια τεράστια διαφημιστική αφίσα της Digicel (είναι τηλεφωνία της Καραϊβικής) με τη φωτογραφία του Μπομπ Μάρλεϊ και τη φράση «Η Τζαμάικα μετράει για μας. Μία χώρα, ένα δίκτυο, μια αγάπη», σλόγκαν το οποίο βεβαίως δεν αποτελεί μυστήριο για τους μυημένους στο έργο του τζαμαϊκανού μουσικού, αφού παραπέμπει κατευθείαν στο «One love» που ηχογράφησαν το 1977 ο Μπομπ Μάρλεϊ και οι Γουέιλερς.

 

 

Εκείνη την ημέρα έγινε στο Κίνγκστον και η παγκόσμια πρεμιέρα του «Marley»,ντοκιμαντέρ το οποίο γύρισε ο Κέβιν Μακ Ντόναλντ, με την έγκριση της οικογένειας του καλλιτέχνη.  Η άδεια για τα γυρίσματα δόθηκε το 2011 μέσω του ιδρύματος Bob Marley Foundation που συνεργάζεται με την Digicel με στόχο «να κρατηθεί ζωντανή στο μυαλό των νέων ανθρώπων, η ανάμνηση του θρύλου της ρέγκε». Και  η εταιρεία τηλεφωνίας πρόσφερε δωρεάν την προβολή στους κατοίκους της πόλης.

Τι θα σκεφτόταν όμως ο ίδιος ο Μάρλεϊ αν έβλεπε την τόσο εκτεταμένη εμπορική χρήση του ονόματος, της εικόνας και της τέχνης του;

 

The Wailers

 

Χαρισματικός και εμπνευσμένος, ο διάσημος τραγουδιστής, και χωρίς αμφιβολία το μεγαλύτερο μουσικό αστέρι από χώρα του τρίτου κόσμου, ήταν  36 ετών όταν πέθανε από καρκίνο του δέρματος το 1981.  Και όπως συμβαίνει συνήθως, ότι έγινε μετά το θάνατό του ήταν απλά συνέχεια του χάους που επικρατούσε στη ζωή του. Ο Μάρλεϊ άφησε πίσω του ένα πλούσιο έργο, πολλούς συνεργάτες, μια μπερδεμένη ερωτική ζωή και μια μεγάλη οικογένεια με 11 παιδιά από έξι διαφορετικές σχέσεις σύν δύο ακόμη υιοθετημένα, όχι όμως και διαθήκη, γραπτή ή προφορική.

Το μοίρασμα λοιπόν της διόλου ευκαταφρόνητης περιουσίας του εξελίχθηκε σε μια από τις πιο βασανιστικές ιστορίες στον κόσμο της μουσικής. Οι πωλήσεις των δίσκων  του Μπομπ Μάρλεϊ έχουν ξεπεράσει τα 25 εκατομμύρια – μόνο το άλμπουμ «Legend» έχει πουλήσει 12 εκ δίσκους-  χωρίς να υπολογίσουμε τα έσοδα από τη χρήση του ονόματος. Σύμφωνα με το αμερικανικό περιοδικό Forbes, μέχρι το 2010, ο τραγουδιστής βρισκόταν στο «top ten» των αποθανόντων καλλιτεχνών με έσοδα περισσότερα από 6 εκ δολλάρια ετησίως, έπεσε όμως στην 13η θέση.

 

 

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ

    • 1945 Στις 6 Φεβρουαρίου γεννιέται ο Μπομπ Μάρλεϊ στο Nine Miles (Τζαμάικα).
    • 1962 Ηχογραφεί το πρώτο του τραγούδι, «Judge Not» με παραγωγό τον Λέσλι Κονγκ της δισκογραφικής εταιρείας Beverley.
    • 1963 Δημιουργείται το συγκρότητα Wailers, με τους Μπάνι Γουέιλερ, Πίτερ Τος και Τζούνιορ Μπρέιθγουαϊάιτ.
    • 1965 Το συγκρότημα γνωρίζει κάποια επιτυχία υπό την καθοδήγηση του παραγωγού Σερ Κοχσόουν με το άλμπουμ «The Wailing Wailers»
    • 1966. Γάμος με τη Ρίτα Αντερσον και αναχώρηση για τις Ηνωμένες Πολιτείες.
    • 1968 Contrat d’exclusivité avec le producteur Danny Sims, du label JAD Records. Αποκλειστικό συμβόλαιο με  τον παραγωγό Ντάνι Σιμς της εταιρείας JAD Records.
    • 1969 Ο Μπομπ Μάρλεϊ ιδρύει τη δική του δισκογραφική εταιρεία «Tuff Gong».
    • 1971 Γνωριμία με τον Κρις Μπλάκγουελ, ιδρυτή της δισκογραφικής «Island Records».
    • 1973 Κυκλοφορούν οι επιτυχίες του «Catch a Fire» και «Burnin ‘».
    • 1975 Γίνεται στο Λονδίνο η ηχογράφηση του άλμπουμ «Live!», στο οποίο περιλαμβάνεται και η επιτυχία «No Woman No Cry».
    • 1977 Μετά από μια απόπειρα δολοφονίας στην Τζαμάικα, φεύγει εξόριστος στο Λονδίνο. Ανακαλύπτει ότι πάσχει από καρκίνο του δέρματος, αλλά αρνείται την αφαίρεση του άρρωστου τμήματος.
    • 1978 Θριαμβευτική περιοδεία στην Τζαμάικα. Ηχογραφούνται τα άλμπουμ «Babylon by Bus» και «Survival».
    • Fin 1980 Στα τέλη του έτους, νοσηλεύεται σε κλινική της Βαυαρίας σε μια προσπάθεια να αναχαιτίσει τον καρκίνο.
    • 1981 Αν και επαναπατρίστηκε επειγόντως στην Τζαμάικα, όπου ήθελε να τελειώσει τις μέρες του, πέθανε 11 Μαΐου καθ ‘οδόν προς Μαϊάμι (Φλόριντα)

 

 

 


AgrinioStories