2 Οκτωβρίου 2022

Αρχοντοχώρι: Η αετοφωλιά του Ξηρομέρου

Το Αρχοντοχώρι είναι ένα
από τα τέσσερα μεγαλοχώρια
που ίδρυσαν οι Αλύζιοι και οι απόγονοί τους

  • Επιμέλεια: Λ. Τηλιγάδας

Είναι το ορεινότερο χωριό του πρώην Δήμου Αλυζίας, σε ύψος περίπου 600 μέτρα ενώ αριθμεί 1030 κάτοικους περίπου. Τα πρώτο όνομα του χωριού ήταν Ζάβιτσα, ονομασία την οποία είχαν δώσει Σλαβοβούλγαροι κατακτητές. Το 1927 το χωριό μετονομάστηκε σε «Αρχοντοχώριον» από τα παλιά αρχοντικά σπίτια του αρχικού χωριού.

 

 

Το χωριό δοκιμάστηκε κατά διαστήματα τόσο από τη φτώχεια, όσο και από τους κατακτητές. Παρά τις δυσκολίες όμως ήταν πάντα πολυάνθρωπο χωριό και επί Τουρκοκρατίας είχε πολλές αρχοντικές οικογένειες. Στα χρόνια του αγώνα κατά των Τούρκων πολλοί Ζαβιτσάνοι συμμετείχαν στον αγώνα, άλλοι με χρήματα και άλλοι πολεμώντας.

Η κοινότητα συστάθηκε στις 31 Αυγούστου 1912 ως Κοινότητα Ζάβιτσα, έπειτα από την απόσπαση του οικισμού Ζάβιτσα από τον Δήμο Σολλίου, στον οποίο ανήκε ήδη από τον προηγούμενο αιώνα. Στις 28 Σεπτεμβρίου 1927 ο οικισμός Ζάβιτσα μετονομάστηκε σε Αρχοντοχώριον και η κοινότητα σε Κοινότητα Αρχοντοχωρίου. Η κοινότητα είχε ζωή 70 χρόνων, καθώς καταργήθηκε το 1998 με το πρόγραμμα Καποδίστριας και προσαρτήθηκε στον Δήμο Αλυζίας. Το 2011, με την εφαρμογή του Καλλικράτη, το Αρχοντοχώρι υπήχθη στον Δήμο Ξηρομέρου, όπου και παραμένει.

 

 

Στις εκλογές του 1978, επανεξελέγη πρόεδρος της κοινότητας ο αντιστασιακός Αναστάσιος (Ανάστος) Λιοπύρης (Κωστακιοί Άρτας 1911 – 1998), ο οποίος είχε διατελέσει πρόεδρος και από το 1955 ως το 1967, οπότε παύτηκε από τη χούντα. Το 1982 νικητής των εκλογών αναδείχθηκε ο Νικόλαος Χατζάρας, τον οποίο διαδέχθηκε το 1987 ο νικητής των εκλογών του 1986, Ερωτόκριτος Γαλούνης, ο οποίος διοίκησε την κοινότητα από το 1987 ως την κατάργησή της, το 1998.Το σύνολο των υπηρεσιών καλύπτονται από τον γειτονικό Μύτικα, τον Αστακό και το Αγρίνιο.

Από το Αρχοντοχώρι κατάγονταν αγωνιστές του 1821 όπως ήταν ο Δήμος Τσέλιος, ο Χρήστος Δρακάς ή Κριθυμος, ο Νίκος Γιάννης ή Φραγκογιάννης, ο Στάθης Χεινόπωρος ή Πεταλιάς και άλλοι. Πέρα από την ενεργό παρουσία του στον Αγώνα του 1821, από το Αρχοντοχώρι κατάγονταν πολλοί αντιστασιακοί και πολεμιστές, όπως και ο καταδρομέας Γεώργιος Χολής, ο οποίος έλαβε μέρος στην επιχείρηση “ΝΙΚΗ” εναντίον των Τούρκων εισβολέων στην Κύπρο το 1974.

 

 

Εντύπωση προκαλούν τα παραδοσιακά διώροφα πετρόχτιστα σπίτια και οι Βυζαντινές Εκκλησίες του χωριού.

 

 

 

Ο Ναός της Ζωοδόχου Πηγής

Στο κέντρο του χωριού βρίσκεται ο ναός της Ζωοδόχου πηγής, πρόκειται για εκκλησία μεταβυζαντινής περιόδου, ρυθμού Βασιλικής με πλούσιο και ζωηρό διάκοσμο στις τοιχογραφίες. Η ανέγερσή της τοποθετείται στο 10ο-11ο αιώνα μ .Χ.

 

 

Το μοναστήρι της Παναγίας Ζαπατίνας

Νοτιοδυτικά του Αρχοντοχωρίου, σε απόσταση περίπου τεσσάρων χιλιομέτρων, υψώνεται σε χαμηλό λοφίσκο το μοναστήρι της Παναγίας Ζαπατίνας. Η μονή είναι διαλυμένη από τα χρόνια του ‘Όθωνα με το γνωστό διάταγμα του αντιβασιλέα Μάουερ. Τιμάται στο όνομα της Απόδοσης Κοίμησης της Θεοτόκου (23 Αυγούστου) ή στα εννιάμερα της Παναγίας όπως λέει ο λαός.

 

 

 

Πρόκειται στην ουσία για ένα καστρομονάστηρο όπως μαρτυρεί ο μεγάλος περιτειχισμένος περίβολος με το καθολικό κτισμένο προς τη βορειοανατολική πλευρά του. Η μάντρα είναι χτισμένη με αργολιθοδομή και χρησιμοποιείται ασπροκόκκινη πέτρα της περιοχής. Τα μισογκρεμισμένα κελιά απλώνονται σε όλη την ανατολική πλευρά, τη βόρεια και τη νοτιοδυτική. Μεγάλη τοξωτή είσοδος υπήρχε στη δυτική πλευρά, τοιχισμένη σήμερα. ‘Εξω από το νότιο τοίχο του περιβόλου σώζεται η κινστέρνα του μοναστηριού. Έχει κυκλικό στόμιο και ομοιόσχημο άνοιγμα διαμέτρου 3 μ. Σώζονται πολλά κελιά, ερειπωμένα δυστυχώς σήμερα.

 

 

 

 

Ο Ναός είναι ρυθμού Βασιλικής μονόκλιτος, χωρίς νάρθηκα με εξωτερική πλακοσκέπαστη στέγη και με θολωτή οροφή. Το μήκος είναι 9 μ. και το πλάτος 4,5 μέτρα. Το καθολικό είναι χτισμένο με την ίδια πέτρα, που τοποθετείται σε οριζόντιες στρώσεις χωρίς πλίνθους στους αρμούς. Πρόκειται για μονόχωρη αίθουσα με ημικυκλική αψίδα στην ανατολική πλευρά. Εσωτερικά οι μακριές πλευρές διακόπτονται στο κέντρο από παραστάδα που συνδέει στα πλάγια δύο τυφλές τοξωτές αψίδες. Στα νεότερα χρόνια τοποθετήθηκε τσιμεντένια δίρριχτη στέγη.

 

 

 

 

 

 

Στη νότια πλευρά, εξωτερικά, σώζονται τα θεμέλια στοάς και διακρίνονται τα ίχνη τοξωτής εισόδου, που τοιχίστηκε αργότερα.

Φέρνει τέμπλο κτιστό, αγιογραφημένο, όπως τοιχογραφημένα είναι τόσο το καθολικό όσο και το άγιο βήμα και μάλιστα από δεξιοτέχνη αγιογράφο. Τελευταία όμως όπως μαρτυρεί ο εφημέριος Αρχοντοχωρίου Κ. Πουρνάνας, γυναίκες αγράμματες αλλά θεοσεβείς, στην προσπάθειά τους να διακοσμήσουν και ωραιοποιήσουν το ναό, όλες τις φθαρμένες τοιχογραφίες τις κάλυψαν με ασβεστόχριση. Από τον άλλοτε τοιχογραφημένο ναό, ελάχιστα ξεθωριασμένα πρόσωπα και χρώματα διακρίνονται, όπου επιτρέπει η νεότερη ασβεστόχριση. Στο τυφλό τοξωτό αψίδωμα της νότιας πλευράς (προς τα δυτικά) διακρίνονται καλύτερα τέσσερις ολόσωμοι άγιοι Από ανατολικά: ο άγιος Σάββας, ο άγιος Αντώνιος και ο Κωσταντίνος και η Ελένη. Πρόκειται για απλοϊκή τέχνη του τέλους του Ι8ου αι.

 

 

 

 

 

Πότε ιδρύθηκε δεν το γνωρίζουμε γιατί πουθενά δεν αναγράφεται. Πάντως δεν ιδρύθηκε νωρίτερα του 16ου αιώνα.

Για την ίδρυσή της υπάρχει παρακάτω παράδοση:
Σε βραχώδη και ψηλή τοποθεσία που απέχει περί τα 500 μέτρα απ’ τον τόπο στον οποίο κατόπιν ιδρύθηκε το μοναστήρι, έλαμπε επί πολλές νύχτες στη σειρά, ένα ισχυρό φως που προξένησε εντύπωση στους γύρω τσοπάνηδες, οι οποίοι για να ικανοποιήσουν την περιέργειά τους αποφάσισαν μια νύχτα να εξακριβώσουν το πόθεν τούτο.
Όταν όμως ήρθαν στο μέρος, έμειναν έκπληκτοι απ’ ότι είδαν. Αντί να ιδούν καντήλι ή λυχνάρι, όπως φαντάζονταν, βρήκαν την ωραία εικόνα της Κοίμησης της Θεοτόκου, που ανακλούσε ισχυρό φως άγνωστης προέλευσης.
Αμέσως έπεσαν στα γόνατα, την ασπάστηκαν με ευλάβεια και την πήραν και την έφεραν στο χωριό. Το εξαίσιο τούτο γεγονός κοινολογήθηκε γρήγορα κι έγινε γνωστό και έξω απ’ την περιοχή.
Μεταξύ δε των ξένων που άκουσαν τα σχετικά και ήρθαν να προσκυνήσουν, ήταν και ένας Μωραίτης που ονομάζονταν Τσαπατίνας. ‘Οταν αυτός αντίκρυσε την εικόνα την γνώρισε ως δική του, η οποία πριν από 40 ημέρες είχε εξαφανισθεί απ το σπίτι του. Είπε ότι είναι δική του και, για να πείσει τους Ζαβιτσάνους για τούτο, υποχρεώθηκε πρώτα να ανοίξει με ευχέρεια το πίσω μέρος της εικόνας, η οποία ήταν προσαρμοσμένη σε ξύλινο κουτί, το οποίο αυτοί παρ’ όλες τις προσπάθειές τους δεν δυνήθηκαν να το ανοίξουν. Έτσι με τον τρόπο αυτό απόδειξε την κυριότητά του κι αφού την παρέλαβε αναχώρησε για το χωριό του, στο Μωριά.
Την ίδια όμως νύχτα και πάλι η εικόνα έγινε άφαντη απ’ το εικονοστάσι του σπιτιού του, εμφανισθείσα και πάλι στην αγροτική εκείνη τοποθεσία στην οποία πρωτοεμφανίστηκε. Σταυροκοπούμενος τότε ο Τσαπατίνας κι αφού πούλησε προηγουμένως την περιουσία του, επέστρεψε στην τοποθεσία της Ζάβιτσας όπου και ίδρυσε τη Μονή της Παναγίας, στην οποία και εμόνασε μέχρι του τέλους του βίου του, η δε Μονή απ’ το όνομά του λέγεται Παναγία Τσαμπατινιώτισσα.
Ήταν πλούσια μονή και συγκέντρωνε θερμό το ενδιαφέρον των κατοίκων της περιοχής, οι οποίοι έδειχναν την ευλάβειά τους όχι μόνο με προσκυνήματα αλλά και με δωρεές χρημάτων και ακινήτων. Τα κτήματα της Τσαμπανιώτισσας προ πολλών ετών απαλλοτριώθηκαν και δόθηκαν στους ακτήμονες. Σημαντική τέλος ήταν η προσφορά του μοναστηριού στο αγώνα της επαναστάσεως του 1821. Στα 1822 από το ταμείο του προσφέρονται 500 γρόσια για τον αγώνα όπως διαβάζουμε στο σχετικό κατάλογο με τις προσφορές των μοναστηριών της Αιτωλοακαρνανίας.

 «Σα το δρόμο τσ΄ Ζάφτσας»

Στις 21 Μαΐου 1839 ο Όθωνας αποβιβάστηκε στον Μύτικα , προερχόμενος από τον Δήμο Ανακτορίων ( Βόνιτσα). Στο Μύτικα ο τότε  δήμαρχος  Γ. Ζαβογιάννης και  ο Πρόεδρος  του Δημοτικού Συμβουλίο  Δ. Ζέρβας, φιλοξένησαν το βασιλικό ζευγάρι , ξεναγώντας το στα γύρω χωριά με πρώτο το κεφαλοχώρι εκείνης της εποχής τον  Βάρνακα  και μετά, έπρεπε να τον φέρουν  στη γενέτειρα  τους  την Ζάβιτσα (Αρχοντοχώρι ).  Απ΄ το Βάρνακα ξεκίνησαν για την Ζάβιτσα,  μέσω Μερδενίκου (Παναγούλας). Τα μεταφορικά μέσα εκείνης της εποχής, στην ενδοχώρα ήταν ωραίες φοράδες της καβάλας  και σελάδικα  άλογα, που μετέφεραν από χωριό  σε  χωριό  τους επισήμους κι όχι μόνο. Και  ενώ η βασιλική κουστωδία ανηφόριζε για τη Ζάβιτσα , στη θέση Πύργος (εκεί που είναι το σημερινό Καστέλι)  η φοράδα  που ήταν καβάλα η βασίλισσα Αμαλία, πρόγκιξε και η βασίλισσα βρέθηκε ανάσκελα  πάνω σε μια πουρνάρα…

Όλοι  βρέθηκαν  σε σύγχυση για το πάθημα της βασίλισσας και προβληματίζονταν, για το αν πρέπει να συνεχίσουν ως την Ζαβτσα ή όχι. Επικράτησε τελικώς η άποψη να επιστέψουν στο Μύτικα και από εκεί  με το Βαπόρι αναχώρησαν  για  το Μεσολόγγι ( ΑΙΩΝ 31-5-1839 ) .

Το γεγονός αυτό, όλοι οι δημοσιογράφοι  των εφημερίδων  που κυκλοφορούσαν  τότε,  το έπλεξαν και το διάνθησαν με χίλιες δυο δημοσιογραφικές πιπεράτες  πινελιές  για την γενικότερη κατάσταση των δρόμων της επαρχίας του νεοσύστατου ελληνικού κράτους.

Έτσι  έμεινε ανά το Πανελλήνιο και εξακολουθεί να λέγεται ως τις μέρες μας και ως απάντηση στο ερώτημα «πως τα πας;», η φράση, «σα το δρόμο τσ΄ Ζάφτσας», ερμηνεύοντας  κάθε  είδους  κακοτοπιά  και  κακοτυχία.

 

Με πληροφορίες: el.wikipedia, dimosxiromerou.gr,  palairosnews.blogspot.com, katounanews.gr
Φωτογραφίες: Καραίσκος Τάσος  και από τις παραπάνω πηγές

AgrinioStories