8 Δεκεμβρίου 2022

Αγρίνιο – Η δολοφονία Κουζέλη και Κατσιμπίνη

Οι δολοφονίες του Παναγόπουλου, του Αγγελίδη
και των Κουζέλη και  Κατσιμπίνη, είναι τρεις εγκληματικές πράξεις
που άφησαν έντονο αποτύπωμα στην κοινωνική ιστορία της πόλης

  • του Λευτέρη Τηλιγάδα

Τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα στην πόλη του Αγρινίου κυκλοφορούσαν διάφοροι αργόσχολοι «παλικαράδες», όπως τους αναφέρει ο Γεράσιμος Παπατρέχας, κατάλοιπα της εποχής της αντιμαχίας Βραχωριτών και Σουλιωτών, που ταλαιπωρούσαν την καθημερινότητα των Αγρινιωτών. Τα επεισόδια στα «Καφέ Αμάν», τα ταβερνεία και οι καυγάδες στο παζάρι ήταν το περιβάλλον μέσα στο οποίο εξελισσόταν η κοινωνική ζωή της πόλης «και δεν ήταν καθόλου φρόνιμο οι φιλήσυχοι νοικοκυραίοι της πόλης να κυκλοφορούν μονάχοι τους στα σκοτεινά στενά σοκάκια της πόλης με το που έπεφτε το σκοτάδι». (Παπατρέχας 1991)

Παράλληλα στην ύπαιθρο δρούσαν αρκετές συμμορίες ληστών, οι οποίες καταδυνάστευαν την περιοχή και με τη βοήθεια και την κάλυψη των τοπικών πολιτικών παραγόντων εκφόβιζαν, τρομοκρατούσαν και λεηλατούσαν την τοπική κοινωνία.

Οι δολοφονιες του Επαμεινώνδα Παναγόπουλου, του καθηγητή Αγγελίδη και των καπνεμπόρων Κατσιμπίνη και Κουζέλη, για την οποία μάλιστα κατηγορήθηκε επίσημα ως ηθικός αυτουργός, ο πρώην δήμαρχος του Αγρινίου, Βασίλης Μπέλλος, είναι οι τρεις σημαντικότερες δολοφονίες της κοινωνικής ιστορίας της πόλης, τις οποίες θα επιχειρήσουμε να φωτίοσυμε με όσα στοιχεία έχουμε στη διάθεση μας, κυρίως από τον ημερήσιο και εβδομαδιάιο τύπο της εποχής.

Η δολοφονία των καπνεμπόρων
Κουζέλη και Κατσιμπίνη

 

 

Στις 22 Σεπτεμβρίου 1924, γύρω στις 5:00 το πρωί, ο πρωτοδίκης Αντωνόπουλος με την μνηστή του Βούλα, η οποία ήταν κόρη του καπνέμπορου Χρήστου Κατσιμπίνη, τον ίδιο τον καπνέμπορο, τον καπνέμπορο Ανδρέα Κουζέλη με τον γιό του Δημοσθένη και τον βοηθό οδηγού, Βασίλη Αλεξά, ανέβηκαν στο αυτοκίνητο που είχε ενοικιάσει από το προηγούμενο βράδυ ο γαμπρός του Κατσιμπίνη και ξεκίνησαν για το Ξηρόμερο. Το ταξίδι αυτό είχε, σύμφωνα με τη μαρτυρία της Βούλας Αντωνοπούλου την επιθεώρηση που έπρεπε να κάνει ο μνηστήρας της σε κάποιους σταθμούς της χωροφυλακής του Ξηρομέρου, αλλά δέχθηκε να πάρει μαζί του και τους δύο καπνέμπορους, που σκόπευαν να επισκεφθούν την περιοχή για την αγορά καπνών. Το αυτοκίνητο ήταν ένα φόρντ εκείνης της εποχής και το είχαν εκμισθώσει από το πρακτορείο αυτοκινήτων του Τοζάνη.

Αφού σταμάτησαν στα Ρουσέικα για έναν πρωινό καφέ, συνέχισαν το ταξίδι τους.Πέρασαν την παλιά γέφυρα του Αχελώου και λίγο πριν φτάσουν στο Σοροβίγλι (σημερινή κοινότητα Στράτου), αναγκάστηκαν να σταματήσουν για να αποφύγουν την ανατροπή του αυτοκινήτου, λόγω των πολλών λιθαριών, τα οποία ήταν τοποθετημένα κατά μήκος της οδού.

Τη στιγμήν εκείνη, σύμφωνα με την κατάθεση της Βούλας Αντωνοπούλου στη δίκη για τη δολοφονία του πατέρα της, ακούστηκε ένας πυροβολισμός, ο οποίος έκανε την μάρτυρα να συστήσει στον πατέρα της να σταματήσουν. Συγχρόνως όμως ακούστηκε ομοβροντία πυροβολισμών. Στο άκουσμα των πυροβολισμών ο Κατσιμπίνης φώναξε: «σοφέρ φεύγα γρήγορα», δεν πρόλαβε όμως να συμπληρώσει τη φράση του και έπεσε νεκρός. Νεκρός από τις σφαίρες της ομοβροντίας έπεσε και ο Κουζέλης, ενώ οι άλλοι έτρεξαν πανικόβλητοι να κρυφτούν

Οι πρώτες εκτιμήσεις για τα κίνητρα της δολοφονικής επίθεσης ήταν η ληστεία, γεγονός το οποίο οδήγησε σε έντονη ανησυχία, αγανάκτηση και θυμό την τοπική κοινωνία του Αγρινίου. Το ίδιο πρωί και αφού το γεγονός διαδόθηκε ταχύτατα στην πόλη οι καταστηματάρχες, οι επαγγελματίες, οι υπάλληλοι, οι δάσκαλοι και οι καθηγητές, έκλεισαν τα καταστήματα, τις δημόσιες υπηρεσίες και τα σχολεία και μαζί με την πλειοψηφία των κατοίκων συγκεντρώθηκαν στην πάνω πλατεία, όπου ο δικηγόρος Γιάννης Παπαϊωάννου μίλησε εκ μέρους όλων για το αίσθημα της ανασφάλειας, αλλά και της οργής που διακατείχε κάθε κάτοικο της πόλης. Αναφέρθηκε για το κλίμα της «αναρχίας» και της τρομοκρατίας που είχε εξαπλωθεί σε όλη την περιοχή, ζητώντας από την κυβέρνηση την αποστολή καταδιωκτικών αποσπασμάτων για την εξάλειψη της ληστείας.

Στο τέλος του συλλαλητηρίου προτάθηκε ψήφισμα, που έγινε καθολικά δεκτό και το οποίο ανέφερε:

«Ο λαός του Αγρινίου συνελθών σήμερα εις πάνδημον συλλαλητήριον ως εκ της αναρχικής καταστάσεως, ης τραγική εκδήλωσις υπήρξεν η σημερινή ληστεία και δολοφονία παρά το χωρίον Σοροβίγλιον του Βάλτου τριών εγκρίτων οικογενειαρχών της πόλεως Αγρινίου, διαμαρτύρεται δια την έκρυθμον κατάστασιν περιελθούσαν, λόγω ανακλήσεως των καταδιωκτικών αποσπασμάτων. Παρακαλούμεν ενισχύσατε την αστυνομίαν Αγρινίου και αποστείλατε τάχιστα καταδιωκτικά αποσπάσματα με μόνιμον και διαρκή εγκατάστασιν εν Βάλτω και Ξηρομέρω, άλλος ο λαός Αγρινίου ιδίας ενόπλους ομάδας προς άμυναν του». (Διατηρείται η ορθογραφία του πρωτοτύπου με εξαίρεση το πολυτονικό)

Το ψήφισμα είχε την υπογραφή μιας επιτροπής με την ονομασία «Επιτροπή Λαού» και η οποία είχε ως μέλη της τους παρακάτω: Δ. Έξαρχο, Γ. Παπαγιάννη, Ιω. Παπαϊωάννου, Η. Σαγιώργη, Γ. Μηλιώνη, Δ. Καββαδία, Χ Σπανόπουλο, Ε. Ρήκας. Ι. Μήλα, Σ. Παπούλιας, Κ. Παναγιωτίδη. Ν. Καρμανίδη, Αλ. Φαφούτη, Ι. Τσώλκα.

Στις 5:00 το απόγευμα της ίδιας μέρας έγινε η κηδεία των δύο καπνεμπόρων με τη συνοδεία της νεοσύστατης φιλαρμονικής.

Την εξόδιο ακολουθία καθώς και την μεταφορά των σορών των δολοφονημένων ως το κοιμητήριο παρακολούθησαν και ακολούθησαν, αντίστοιχα, όλοι οι κάτοικοι της πόλης.

 

Φωτιγραφίες: Παλιά γέφυρα Αχελώου (Πηγή: Ιστορικό και Λογοτεχνικό αρχείο Νίκου Αντωνίου). Ομάδα καπνεμπόρων σε ταξίδι τους για την αγορά καπνών. (Πηγή: Αριστείδη Μπαρχαμπά, Το Αγρίνιο Κάποτε)

AgrinioStories