12 Ιουλίου 1997: Η ανακάλυψη και η επιστροφή της σορό του Τσε στην Κούβα

12 Ιουλίου 1997: Ο συγγραφέας Jon Lee Anderson,
ο οποίος έγραψε την βιογραφία του Τσε Γκεβάρα,
ανακαλύπτει το πτώμα του επαναστάτη,
που έγινε παγκόσμιο σύμβολο στο Βαγιεγκράντε της Βολιβίας

«Αξίζει, φίλε μου, να υπάρχεις για ένα όνειρο,
κι ας είναι η φωτιά του να σε κάψει»,

δήλωνε κάποτε ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, ο άνθρωπος
που θα άλλαζε για πάντα την ιστορία της Λατινικής Αμερικής
και θα γινόταν το σύμβολο αντίστασης
κατά της καταπίεσης και της αδικίας σε όλο τον πλανήτη

«Μεταφέρθηκε στο χωριό Χιγέρας, κι’ έμεινε ζωντανός περίπου είκοσι τέσσερις ώρες. Αρνήθηκε ν’ ανταλλάξει έστω και μια λέξη με κείνους που τον αιχμαλώτισαν και ένας μεθυσμένος αξιωματικός που επιχείρησε να τον περιπαίξει, έφαγε ένα χαστούκι κατάμουτρα. Αφού ο Μπαρριέντος, ο Οβάντο και οι άλλοι στρατιωτικοί αρχηγοί μαζεύτηκαν στη Λα Παζ πήραν εν ψυχρώ την απόφαση να τον δολοφονήσουν. Μάθαμε λεπτομερειακά πως αποφασίστηκε να εκτελεστεί αυτή η άτιμη απόφαση μέσα στο σχολείο του Χιγέρας. Ο ταγματάχης Μιγέλ Αγιορόα και ο συνταγματάρχης Αντρές Σέλνιτς, ράντζερς εκπαιδευμένοι από τους γιάνκηδες, έδωσαν τις αναγκαίες οδηγίες για τη δολοφονία στον υπαξιωματικό Μάριο Τεράν. Όταν αυτός, τύφλα στο μεθύσι, προχώρησε μέσα στο σχολείο, ο Τσε είχε ακούσει τις ντουφεκιές που αποτελείωναν δυο αντάρτες, έναν Βολιβιανό και έναν Περουβιανόˑ είδε πως ο δήμιος δίσταζε, και του είπε ήρεμα και θαρρετά: “τραβήχτε! Μη φοβάστε!”. Ο υπαξιωματικός έφυγε τρέχοντας και χρειάστηκε οι ανώτεροί του Αγιορόα και Σέλνιτς να του επαναλάβουν τη διαταγή για να τον εκτελέσει, τραβώντας μία κάθετη ριπή με το αυτόματο κάτω από τη μέση. Καθώς είχαν κιόλας διαδώσει την εκδοχή πως ο Τσε πέθανε μερικές ώρες μετά τη μάχη, οι δήμιοι πήραν τη διαταγή να μην τραβήξουν ούτε στην καρδιά ούτε στο κεφάλι για να μη μείνει στον τόπο. Η αγωνία του Τσε παρατείνονταν σκληρά, μέχρι που ένας υπαξιωματικός, μεθυσμένος και εκείνος, τον αποτελείωσε με μια πιστολιά στον αριστερό κρόταφο». [Περιγραφή της εκτέλεσης του Τσε, κατά τον Φιντέλ Κάστρο]

 

 

Την επόμενη μέρα, οι δημοσιογράφοι που μεταφέρθηκαν εσπευσμένα με στρατιωτικά ελικόπτερα στο Βαγιεγκράντε, αντίκρισαν ξαπλωμένο σε ένα πρόχειρο κρεβάτι, έναν γενειοφόρο άντρα γυμνό από τη μέση και πάνω, με χακί παντελόνι και στρατιωτική ζώνη. Ήταν ο Τσε Γκεβάρα νεκρός. Όχι από τα μάλλον επιπόλαια τραύματα στο πεδίο της μάχης, αλλά από δύο σφαίρες στο σβέρκο. Ο Τσε, στα 39 του χρόνια, πλήρωσε με τη ζωή του το σχέδιο οργάνωσης αντάρτικου στη Βολιβία, με προοπτική την επέκτασή του και σε άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής. Ακόμα και νεκρός, ο Γκεβάρα ήταν εξαιρετικά επικίνδυνος για το βολιβιανό καθεστώς που δεν διανοήθηκε να ρισκάρει μία δημόσια ταφή του.

Ούτε στον αδελφό του, Ρομπέρτο Γκεβάρα, δεν έδειξαν το πτώμα του, με συνέπεια πολλοί να αμφισβητήσουν αν πέθανε πραγματικά ή μήπως επρόκειτο για μπλόφα των αρχών. Στην Κούβα, ο Φιντέλ Κάστρο κράτησε αρχικά επιφυλακτική στάση απέναντι στην είδηση του θανάτου του, ωστόσο στις 15 Οκτωβρίου, αποδέχτηκε το γεγονός, μετά από την εμφάνιση φωτογραφικών αποδείξεων, και κήρυξε τριήμερο πένθος στη δεύτερη πατρίδα του Αργεντινού επαναστάτη.

 

Νεκροψία και κοπή άκρων

Το πτώμα του Γκεβάρα μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο Σαν Χοσέ ντε Μάλτα όπου έγινε και νεκροψία, στο πρακτικό της οποίας καταγράφτηκαν συνολικά εννέα πληγές που είχαν προκληθεί από σφαίρες. Σύμφωνα με τη νεκροψία, ο θάνατός του προκλήθηκε από τα τραύματα που έφερε στο θώρακα και την αιμορραγία.

Το πτώμα του έπρεπε για τους στρατιωτικούς να χαθεί δίχως κανένα ίχνος και θάφτηκε κρυφά κοντά στο αεροδρόμιο, 30 χλμ. από την Λα Ιγκέρα. Νωρίτερα, στο νοσοκομείο, είχαν κοπεί τα χέρια του, τα οποία διατηρήθηκαν σε φορμόλη προκειμένου να γίνει αργότερα η οριστική αναγνώρισή του. Το πτώμα του έμεινε στον μυστικό του τάφο μέχρι που ανακαλύφθηκε στις 12 Ιουλίου 1997 στο Βαγιεγκράντε της Βολιβίας. Αφού μεταφέρθηκε στην Κούβα, κηδεύτηκε στη Σάντα Κλάρα, την πόλη που ο ίδιος είχε κατακτήσει το 1958 ανοίγοντας το δρόμο για την τελική νίκη του Κάστρο.

 

Η ανακάλυψη της σωρού

Ήταν 12 Ιούλη 1997 όταν ένα- ειδικά ναυλωμένο από την κυβέρνηση- αεροσκάφος των κουβανικών αερογραμμών προσγειώνονταν στο αεροδρόμιο Χοσέ Μαρτί της Αβάνας. Δεν επρόκειτο για μια συνηθισμένη προγραμματισμένη πτήση, από αυτές που μεταφέρουν επιβάτες η εμπορεύματα. Ήταν μια άφιξη ιστορικής σημασίας, κάτι που ήταν ολοφάνερο από τις προετοιμασίες που είχαν γίνει στο αεροδρόμιο, με την παρουσία στρατιωτικών αγημάτων και κυβερνητικών αξιωματούχων συμπεριλαμβανομένου του ίδιου του Φιδέλ. Έτσι, με λιτή επισημότητα, συγκίνηση και σεβασμό, η Κούβα υποδέχονταν, 30 χρόνια μετά τη δολοφονία του, τη σωρό του Κομαντάντε Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, καθώς και άλλων τεσσάρων συντρόφων του.

Λίγες ημέρες πριν, στις 28 Ιούνη, μια διεθνής ομάδα ειδικών επιστημόνων με επικεφαλής τον Κουβανό δρ. Χόρχε Γκονζάλες Πέρεζ είχε εντοπίσει στο Βαγιεγκράντε τον μαζικό τάφο που βρίσκονταν θαμμένη η σωρός του Τσε και άλλων έξι ανταρτών. Αν και οι προσπάθειες για την ανεύρεση του σημείου που είχε ταφεί ο θρυλικός Κομαντάντε είχαν ξεκινήσει δεκαετίες πριν, μέχρι το Νοέμβρη του ‘95 δεν υπήρχε καμιά ουσιαστική και αξιόπιστη πληροφορία που θα μπορούσε να οδηγήσει τις έρευνες.

 

Πώς βρέθηκε

Η πληροφορία-κλειδί δόθηκε από τον απόστρατο στρατηγό Μάριο Σαλίνας Βάργκας– αξιωματικό του βολιβιανού στρατού που το 1967 ηγούνταν δυνάμεων που έστησαν ενέδρα την αντάρτικη ομάδα του Τσε- στο δημοσιογράφο Τζον Λι Αντερσον των «New York Times». Ο ίδιος ο Άντερσον περιγράφει τα γεγονότα εκείνων των ημερών στο βιβλίο-βιογραφία του Τσε υπό τον τίτλο «Che: A Revolutionary Life»:

«Ένα πρωί το Νοέμβρη του 1995, ευρισκόμενος στη Βολιβία προκειμένου να πάρω συνέντευξη από οποιονδήποτε θα μπορούσα να βρω που είχε σχέση με τη δραστηριότητα του Τσε στην περιοχή, πήγα στην Σάντα Κρουζ να δω τον Μάριο Σαλίνας Βάργκας, έναν απόστρατο στρατηγό γύρω στα 50. Ως νεαρός αξιωματικός το 1967, ο Βάργκας έγινε διάσημος καθώς ηγήθηκε ενέδρας που ο στρατός έστησε στον ποταμό Μασικούρι εξολοθρεύοντας την 2η φάλαγγα των αντάρτικων δυνάμεων του Τσε. Η Γερμανίδα συντρόφισσα του Τσε, η Τάνια, καθώς και οκτώ άλλοι μαχητές σκοτώθηκαν».

 

 

Ο Βάργκας εξιστόρησε αναλυτικά στον Άντερσον τι ακολούθησε της σύλληψης του Τσε, βάζοντας τον Αμερικανό δημοσιογράφο στον πειρασμό να τον ρωτήσει τι απέγινε το σώμα του Κομαντάντε.

Γράφει σχετικά ο Άντερσον: «Η ευθύτητα του Βάργκας με ώθησε να τον ρωτήσω για το σώμα του Τσε, παρ’ ότι δεν περίμενα μια ειλικρινή απάντηση. Έμεινα έκπληκτος όταν μου απάντησε πως ήθελε να ξεδιαλύνει το παρελθόν. Είπε πως μετά τη δολοφονία του Τσε, τα χέρια του ακρωτηριάστηκαν. Πάρθηκαν δαχτυλικά αποτυπώματα ώστε να υπάρχει απόδειξη της ταυτότητας του σώματος και τα χέρια τοποθετήθηκαν σε φορμαλδεΰδη. Το βράδυ, μια ομάδα αξιωματικών στην οποία μετείχε ο Βάργκας, πέταξαν τα σώματα του Τσε και ορισμένων άλλων συντρόφων του σε έναν ομαδικό τάφο».

Όταν δημοσιεύθηκε η συνέντευξη του Σαλίνας Βάργκας– με τη σημαντική αυτή αποκάλυψη- στους «New York Times», οι εξελίξεις στη Βολιβία πήραν δραματική τροπή. Ο πρόεδρος της χώρας Γκονσάλο Σάντσες ντε Λοζάδα δήλωσε ότι ο Άντερσον είχε επινοήσει την όλη ιστορία παίρνοντας συνέντευξη από έναν… πιωμένο Βάργκας. Την ίδια στιγμή, ο Βάργκας κρύφτηκε σε άγνωστη τοποθεσία και σε ανακοίνωση του αρνήθηκε ότι είπε το παραμικρό. Ωστόσο, τόσο ο πρόεδρος Σάντσες ντε Λοζάδα όσο και ο στρατηγός, αγνοούσαν ότι ο Άντερσον είχε ηχογραφήσει την συνέντευξη. Η αποκάλυψη της ύπαρξης ηχογραφημένου ντοκουμέντου οδήγησε το μεν Βάργκας να παραδεχθεί δημόσια τα όσα είπε στον Άντερσον και τον δε Βολιβιανό πρόεδρο να δώσει εντολή για τον σχηματισμό επιτροπής έρευνας για τον εντοπισμό των σωρών.

 

Η αποκάλυψη…

…του Βάργκας για το τι απέγινε η σωρός του Τσε διέψευσε μια σειρά από θεωρίες που έβλεπαν κατά καιρούς το φως της δημοσιότητας και οι οποίες αποπροσανατόλιζαν τις όποιες έρευνες: μια πληροφορία έλεγε ότι το σώμα του Γκεβάρα είχε αποτεφρωθεί και οι στάχτες είχαν σκορπιστεί από ελικόπτερο στη ζούγκλα, μια άλλη ότι η σωρός είχε μεταφερθεί από Αμερικανούς μυστικούς πράκτορες στα κεντρικά γραφεία της CIA στη Βιρτζίνια, ή, όπως σημείωναν άλλα δημοσιεύματα, σε αμερικανική βάση στον Παναμά. Τίποτε από αυτά βεβαίως δεν ίσχυε. Η δε κουβανική κυβέρνηση, αποφασισμένη να φτάσει τις έρευνες μέχρι το τέλος, συνέστησε επιτροπή που επιβαρύνονταν με το έργο της ανακάλυψης, ταυτοποίησης και επαναπατρισμού της σωρού του Τσε. Επικεφαλής της επιτροπής αυτής ήταν οι Ραούλ Κάστρο και Ραμίρο Βαλντές.

Οι έρευνες που ξεκίνησαν στις αρχές του ‘96 στην περιοχή του Βαγιεγκράντε δεν έδωσαν αμέσως αποτέλεσμα, καθώς δεν ήταν γνωστό το ακριβές σημείο που είχαν ταφεί τα σώματα του Τσε και των συντρόφων του. Τις ανασκαφές επιχείρησε να αποπροσανατολίσει ο γνωστός Κουβανός πράκτορας της CIA– ο οποίος είχε αναμειχθεί στην σύλληψη και δολοφονία του Τσε- Φέλιξ Ροντρίγκες. Σύμφωνα με τη «Γκράνμα», ο Ροντρίγκες ταξίδεψε μέχρι το σημείο των ανασκαφών και υπέδειξε στους ερευνητές ότι θα έπρεπε να ψάξουν προς την αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη που είχαν ξεκινήσει.

 

 

Σημαντικές πληροφορίες που οδήγησαν τις ανασκαφές στην σωστή περιοχή έδωσε στον Άντερσον η χήρα ενός πρώην αξιωματικού του βολιβιανού στρατού, του συνταγματάρχη Αντρές Σέλιχ. Κάποιες παλιές σημειώσεις του Σέλιχ επιβεβαίωναν την εκδοχή του Βάργκας για την ύπαρξη ενός μαζικού τάφου στα πέριξ ενός πρόχειρου, χωματένιου αεροδιαδρόμου λίγο έξω από το Βαγιεγκράντε. Ήταν πλέον θέμα χρόνου η ομάδα των επιστημόνων που εργάζονταν στις ανασκαφές να φτάσουν σε μια σημαντική ανακάλυψη. Αυτή ήρθε στις 9 το πρωί της 28 Ιούνη 1997.

Διηγείται σχετικά ο Άντερσον: «Βρισκόμουν στο Μαϊάμι όταν μου τηλεφώνησε ο Αλεχάντρο (επικεφαλής των Αργεντίνων επιστημόνων). Με μια ήρεμη φωνή, που πρόδιδε όμως ενθουσιασμό, μου είπε: “Τον βρήκαμε. Έλα”. Πήγα στην Σάντα Κρουζ και απο εκεί οδικώς για το Βαλεγκράντε. Τίποτα δεν είχε ακόμη δημοσιευθεί στον Τύπο, αλλά είχαν ξεκινήσει να διαδίδονται οι πρώτες φήμες. Οι σωροί είχαν βρεθεί από μια ομάδα Κουβανών και Βολιβιανών ειδικών ερευνητών. Δίπλα στον αεροδιάδρομο, πέντε σχεδόν μέτρα από τις τελευταίες εκσκαφές που είχαν αρχίσει το Νοέμβρη του ’95, βρισκόταν ένα νέο σημείο. Η περιοχή είχε αποκλειστεί και βολιβιανοί στρατιώτες έλεγχαν όποιον πλησίαζε. Ο τάφος είχε περίπου 2 μέτρα βάθος».

 

 

Στον μαζικό τάφο είχαν βρεθεί 7 ανθρώπινοι σκελετοί. Ένας όμως ξεχώριζε καθώς ήταν καλυμμένος με στρατιωτικό χιτώνιο. Αυτό που έκανε τους επιστήμονες να βεβαιωθούν ότι είχαν βρει την- επί 30 χρόνια αγνοουμένη- σωρό του Τσε, ήταν ότι από τον ανθρώπινο σκελετό έλειπαν τα χέρια. «Το χέρι είχε κοπεί στο ύψος του καρπού, ενώ το κόκκαλο έμοιαζε να είχε αφαιρεθεί με χειρουργική ακρίβεια» γράφει ο Άντερσον. Μέσα στο στρατιωτικό χιτώνιο βρέθηκαν ίχνη από καπνό πίπας που συνήθιζε να καπνίζει ο Γκεβάρα, ενώ έγινε και ταυτοποίηση Των οδοντικών χαρακτηριστικών.

 

 

Για τους Κουβανούς επιστήμονες που συμμετείχαν στις έρευνες, ο εντοπισμός και η ταυτοποίηση της σωρού του ηρωϊκού Κομαντάντε ήταν πηγή ενθουσιασμού αλλά ταυτόχρονα και έντονου στρες, δεδομένης της ιστορικής αποστολής που είχαν αναλάβει. «Ήταν πολύ έντονες μέρες, με μεγάλη ένταση» σημειώνει ο δρ. Χόρχε Γκονζάλες Πέρες και προσθέτει: «Δεν εγκαταλείψαμε καθόλου το σημείο, ούτε το γιαπωνέζικο νοσοκομείο (σ.σ. στη Σάντα Κρουζ) όπου μεταφέρθηκαν τα οστά μετά την εκταφή προκειμένου να ταυτοποιηθούν. Μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι κανένας μας δεν κοιμήθηκε, για να βρισκόμαστε συνέχεια σε επαφή με το χώρο που ήταν οι σωροί, ώστε να μην συμβεί τίποτε». Ο επαναπατρισμός της σωρού του Τσε και των έξι συντρόφων του αποτελούσε για την Κούβα ζήτημα αξιοπρέπειας, ώστε να αποδοθούν- έστω και μετά θάνατον- όλες οι απαραίτητες εκείνες τιμές στον κορυφαίο κομμουνιστή αντάρτη και γνήσιο τέκνο της κουβανικής επανάστασης.

 

Στη Σάντα Κλάρα

Στις 17 Οκτώβρη 1997 ξημέρωνε για τον κουβανικό λαό μια ιστορική ημέρα. Με κάθε επισημότητα και παλλαϊκή συμμετοχή, οι σωροί του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα και άλλων έξι συντρόφων του θα ενταφιάζονταν στο ειδικά χτισμένο Μαυσωλείο που είχε χτιστεί τη δεκαετία του ’80 στην πόλη της Σάντα Κλάρα. Στην είσοδο του Μαυσωλείου, εντυπωσιακό και περήφανο, δεσπόζει το περίπου 7 μέτρων μπρούτζινο άγαλμα του επαναστάτη Τσε με το τουφέκι στο χέρι.

Η Σάντα Κλάρα, η πόλη-ορόσημο για την επιτυχή έκβαση της Επανάστασης, στην οποία ο Τσε έδωσε μια απ’ τις πλέον σημαντικές του μάχες οδηγώντας τις αντάρτικες δυνάμεις το 1959 σε θριαμβευτική νίκη, υποδέχονταν και πάλι τον θρυλικό Κομαντάντε. Έπειτα από εβδομάδες λαϊκού προσκυνήματος στην Αβάνα και επτά ημέρες επίσημου πένθους, επτά μικρά ξύλινα φέρετρα με τα λείψανα των ανταρτών έφταναν πάνω σε στρατιωτικά αγήματα μπροστά από το χώρο του Μαυσωλείου.

«Ο Τσε πολεμά και κερδίζει περισσότερες μάχες από ποτέ», σημείωσε στην ομιλία του ενώπιον εκατοντάδων χιλιάδων κουβανών, ο Φιδέλ Κάστρο. «Ευχαριστούμε, Τσε, για την ιστορία, τη ζωή και το παράδειγμα σου. Ευχαριστούμε που έρχεσαι να μας δώσεις δύναμη στο δύσκολο αγώνα που δίνουμε σήμερα προκειμένου να διατηρήσουμε τις ιδέες για τις οποίες εσύ πολέμησες τόσο σκληρά».

 

 

 

Πηγή

AgrinioStories